ΠΑΝΟΥ ΚΑΠΩΝΗ* :

   Kώστας Τριανταφυλλίδης

Ο Κώστας Τριανταφυλλίδης, ο δικός μου δάσκαλος στα φιλολογικά από τα γυμνασιακά μου χρόνια, δεν είναι ο διάσημος συγγραφέας που προβάλλεται και προβάλλει το έργο του ούτε ο άνθρωπος που θα επιζητούσε ποτέ τη δημοσιότητα. Πέρα από το προσωπικό συναισθηματικό μέρος του μαθητή προς τον καθηγητή του, στο δοκιμιακό αυτό σημείωμα μου θα προσπαθήσω να αναδείξω, με όση αντικειμενικότητα μπορώ, τη διάσταση ενός φιλοσοφούντος συγγραφέα και κατ’ εξοχήν δοκιμιογράφου. Ενός ανθρώπου που ανάλωσε τη ζωή του ανάμεσα στους χιλιάδες τόμους της βιβλιοθήκης του, και στην παιδαγωγική του εκφορά, όχι μόνο ως δάσκαλος με την ακριβή σημασία της λέξης, αλλά και μέσα από τα γραπτά του, που είδαν συγκεντρωμένα το φως της δημοσιότητας με την έκδοση των βιβλίων του: Ακροβασία (1994) και Ταμείον (2004), στα οποία συγκέντρωσε τα κατά καιρούς δημοσιευθέντα δοκίμιά του, από το 1973 μέχρι το 1994 στην Ακροβασία και από το 1994 μέχρι το 2004 στον τόμο Ταμείον.1

Αν θα θέλαμε να σκιαγραφήσουμε περιγραφικά τον συγγραφέα, θα αρκούσε ένα σταχυολόγημα από τους τίτλους των δοκιμίων του: «Έρως και Μοναξιά», «Η δυναμική του ελάχιστου», «Το διάτρητο σώμα», «Η μεταφυσική της Αδυναμίας », «Ο λόγος και η σιωπή », « Η γεωμετρία του Απέριττου», «Παρά θιν’ αλώς», «Η αλήθεια ως Α-Λήθη», που μόνο με την ανάγνωσή τους μπορεί να διαπιστώσει κανείς τη φιλοσοφημένη προβληματική του Κώστα Τριανταφυλλίδη πάνω σε θέματα που απασχολούν τον σκεπτόμενο σύγχρονο άνθρωπο. Η επιγραφική ανάγνωση των κειμένων αυτών προτρέπει τον υποψιασμένο αναγνώστη στην εμβάθυνση των στοχασμών ενός ανήσυχου πνεύματος που βιώνει την τραγικότητα των καιρών μας και την έλλειψη της πνευματικής υποδομής των σύγχρονων Ελλήνων.

Η συγγραφική ματιά του Κώστα Τριανταφυλλίδη εκπέμπει αγνότητα χωρίς αφέλεια, σοφία χωρίς επιτήδευση, πνευματικότητα χωρίς τη διάθεση προβολής, διαλογισμό χωρίς επιφανειακές ανατάσεις. Θέλω να πω, πέρα από οποιαδήποτε προσπάθεια εκ μέρους μου ωραιοποίησης της προσωπικότητας του συγγραφέα, ότι κατάφερε να προσδώσει στο Λόγο με τη δόκιμη χρήση της ελληνικής γλώσσας (σπάνιο αυτό για τους καιρούς μας) το πραγματικό νόημα των καταστάσεων και των θεμάτων που διά-χειρίζεται στα κείμενά του. Η τάση του να προβληματίζεται και να προβληματίζει τον αναγνώστη, ενεργό δέκτη των αναλύσεων του, που επί της ουσίας είναι στοχαστικά κείμενα με φιλοσοφικό υπόβαθρο, οδηγεί στην αφύπνιση των συνειδήσεων των σύγχρονων ανθρώπων, ιδία των σκεπτόμενων ανθρώπων, προς την κατεύθυνση της ανάκτησης των χαμένων (χαμένων;) αξιών του πολιτισμού, της ηθικής και κοινωνικής ζωής, της τέχνης, καθώς και των ανθρώπινων προβλημάτων, κάτω από το πρίσμα μιας οπτικής «μπροστά στην αστραπή της θεότητος»2,  που εν γένει αποτελεί και μια αφετηρία των λόγων του.

Ο λόγος του συγγραφέα δεν είναι όμως υπερβατικός, με την έννοια της καταστρατήγησης της κοινής αντίληψης, παρ’ όλο τον εμπλουτισμό της γραφής του με όλες της ελληνικές λέξεις, όχι στην τυποποιημένη εκφορά τους, αλλά στη νοηματική τους καταγραφή. Αντίθετα, προσπαθεί μέσω των δοκιμίων του να εμβάλει την αίσθηση, έστω, των νοημάτων του στην υπηρεσία του βίου, ενός βίου, που κατά τον ίδιο τον συγγραφέα,

διέπεται άπό μια παλίνδρομη κίνηση ανάμεσα στο γενικό καί τό ειδικό (συνεπακόλουθα: τά καθόλου καί τα έπιμέρους, τά άπρόσωπα καί τά προσωπικά, τήν άφηρημένη ζωή καί τή συγκεκριμένη καί «καυτή» στιγμή τοϋ ζήν [...]3.

Η αναφορά του « βίου » στον Κώστα Τριανταφυλλίδη δεν είναι τυχαία. Ελπίζει πως με τη διδαχή (επισήμανση) των ακριβών του κειμένων4  θα επανακάμψει ο σύγχρονος άνθρωπος στην ουσία της ύπαρξής του, η οποία έχει εγκλωβιστεί «στη δυναστεία του αριθμού και την κυριαρχία του όγκου»5,  αφού ο αριθμός, δηλαδή τα «πολλά» στις μάζες τα υπάρχοντα και τις εκδηλώσεις είναι καταλυτικός. Στοχάζεται:

Το μηδέν (μη περαιτέρω) τοΰ «πολιτισμένου» δεν είναι στην τάξη τής ποιότητας. Είναι στήν τάξη τής ποσότητας. Είναι στή γραμμή όλίγον-πολύ-πλέον-πλεϊστον, τά όποια είναι βαθμίδες τού μετρήσιμου, όχι τού μέτρου. Τό μέτρον είναι στήν τάξη τής ποιότητας καί είναι άδιαβάθμητο. Έχει μοναδική βαθμίδα τό ΟΛΟΝ. Τό «όλον » μπορεί να είναι τό «πλείστον», μπορεί όμως να είναι καί τό «ολίγον», άκόμα καί τό «έλάχιστον» (ας ποϋμε, ένα κελί, ένα χαμόγελο, ένα δάκρυ, ένα άνθρώπινο «χαΐρε!»).

Η φράση του δοκιμιογράφου «Το μέτρον είναι αμέτρητον» σηματοδοτεί και το όλο νόημα της εκπαίδευσης του Τριανταφυλλίδη προς εμάς, τους μαθητές, τους αναγνώστες, τους συν-ανθρώπους (για να χρησιμοποιήσω κι εγώ τη σήμανση των λέξεων που ενσωματώνει στα κείμενα του), ώστε να μπορέσουμε αντί των θεαμάτων, ν’ αντικρίσουμε τη θέα του κόσμου.

Φυσικά, με τέτοια γνώση και επίγνωση, ο Κώστας Τριανταφυλλίδης, δεν θα άφηνε έξω από τις θεματικές του επιλογές την ποίηση, παρόλο που δεν είναι ποιητής. Είναι όμως «ποιητικός», όπως φαίνεται ξεκάθαρα και σε πρώτο και κυρίως σε δεύτερο επίπεδο από τη γραφίδα του. Κι εδώ, κι αναφορές και επισημάνσεις του, καλυμμένες με έναν δοκιμιακό μανδύα, προσπαθούν να εντρυφήσουν στη βαθύτερη ουσία της ποίησης. Στο τέταρτο μέρος του τελευταίου βιβλίου « Περί ποιήσεως τινά...», αναφέρεται στα « όρια και μεθόρια» του λόγου και στην υπέρβασή του, που αγγίζει την ποίηση, την ερωτική ποίηση, τα «γιατί και για 11» της λογοτεχνίας, την ανάγνωση (θα έλεγα ανάγνωση) του λόγου και της εικόνας κτλ.

Για τον «ποιητικό» Τριανταφυλλίδη, η «Ποίηση είναι η μαγεία του λόγου», είναι ο «μετεωρισμός του λόγου· ανεξάρτητα, εάν οι όποιες αναφορές του ανατρέχουν στο συλλογικό ή ατομικό ποιητικό σώμα. Η καταγραφή λοιπόν αυτής της «αίσθησης» δίνεται στα δοκίμια αυτά με τέτοιο τρόπο, που αν οι λέξεις χρησιμοποιηθούν από έναν ποιητή, θα μπορούσαν να συνθέσουν ένα αυτοτελές ποίημα, όπως:

Το μηδέν κατευθύνεται πάσιν άνω κάτω

μπροστά στην ακύρωση, μια στιγμή απουσίας

στο φέγγος του σκοταδιού

και το χαμόγελο αυτής της μοναξιάς

 μια εισβολή του αδύνατου

προς το τέλος

λευκό πανάκι της χίμαιρας

         #

Σπινθήρας η μορφή σου

το Α και Ω του θεάματος

μετά απ’ αυτή δεν υπάρχει τίποτα.

Είναι το παν της οπτικής

ο λόγος της σιωπής6

 Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι ο ποιητής αρχίζει από το τίποτα. Δεν κατασκευάζει από «κάτι», αλλά είναι δημιουργός μιας «αχειροποίητης» δημιουργίας, μιας άμεσης και ενορατικής σύλληψης του όντος (ακριβώς έτσι —λέει ο Τριανταφυλλίδης) — «σύν-ληψη, παναπεί όλον!». Ο λόyος αυτός δεν χρειάζεται τεκμηρίωση, γιατί η Ποίηση είναι αισθητική και δεν τεκμηριώνεται. Είναι — όπως χαρακτηριστικά αναφέρει — « Είναι αενάως “ νυν ”: μια στιγμή αιωνιότης ή αιώνια στιγμή ». Εξειδικεύοντας τους στοχασμούς του, επικεντρώνεται στην ερωτική ποίηση, την οποία θεωρεί ως ένα ευπαθές σημείο τομής της γέννας και της ομορφιάς, όπου συναντιέται ο Έρωτας και η Ποίηση, αλλά ο Κώστας Τριανταφυλλίδης διευρύνει την έννοιά της, ως μιας μυστικής έλξης προς κάθε στοιχείο ζωής. Προτάσσει δε και ένα λόγο του Χουάν Ραμόν Χιμένεθ: « [...] Τό κορμί σου | μαζί μέ τήν ψυχή μου, αγαπημένη, | καί τό δικό μου το κορμί μαζί μέ τήν ψυχή σου »7

Εν τέλει, ο Κώστας Τριανταφυλλίδης, με τα γραπτά του, αλλά και μεταφορικά με τη «διδασκαλία» του, χάραξε μια «τέχνη» της σκέψης, αυτής της ουσιαστικής σκέψης που έχουμε πάντα ανάγκη ως σκεπτόμενοι άνθρωποι, έστω και εάν λειτουργεί απλά ως διαδικασία διέγερσης των αποκοιμισμένων εγκεφαλικών μας κυττάρων.

____________________________

Οι παραπομπές του κειμένου:

1 Τα δοκίμια που περιέχονται στο Ταμείον δημοσιεύτηκαν στην Ευθύνη από το Δεκέμβριο του 1994 μέχρι και τον Αύγουστο του 2004.

2 Ελένη Χωρεάνθη, «Κώστα Τριανταφυλλίδη, Ταμείον», Παρουσία, τχ. 32 (2005), σ. 95·

3  «Η ζωή και το ζην», Ταμείον, σ. 39·

 4  Με την έννοια τόσο της ακριβούς γραφής όσο και του εννοιολογικού βάρους των λέξεων.

5 «Ο πνευματικός μηδενισμός της Ευρώπης », Ταμείον, σ. 101.

6 Είναι μια απόπειρα ποιήματος από τις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν στο δοκίμιο «Περί ποιήσεως τινά» για να καταδειχθεί η ποιητικότητα των φράσεων του Κώστα Τριανταφυλλίδη.

7 «Εκλεκτικές συγγένειες (Πέτρος Δήμας: Ποιήματα του Juan Ramon Jimenez)», στο Κώστας Τριανταφυλλίδης, Ακροβασίες (1994·).

 


*Σημείωση:

Το παραπάνω κείμενο του Αγρινιώτη ποιητή, συγγραφέα και κριτικού της λογοτεχνίας κ. Πάνου Καπώνη* περιέχεται στο πρόσφατο βιβλίο του "Πρόσωπα στην ομίχλη"*.