Πρόσωπα (πολιτικοί)

Δημοσθένης Γεωργοβασίλη

Γεώργιος Σταμάτης

Δημοσιογράφος της εφημερίδας ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ, έπαιρνε συνέντευξη από τον υπουργό Δικαιοσύνης Γεώργιο Σταμάτη, την οποία δημοσίευσε ανήμερα της Λαμπρής το 1981, και τον ρώτησε: «Ποιον από τους παλιούς πολιτικούς του νομού σας θυμάστε με ιδιαίτερη συγκίνηση», εκείνος απάντησε χωρίς κανένα δισταγμό: «Τον Παπαθανάση. Ήταν βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας και υπουργός, από τη δική μου περιφέρεια. Εργάστηκε για το τόπο όσο λίγοι και πρόσφερε μεγάλες υπηρεσίες»...

Επίσης μεγάλος, ίσως και ανώτερος αναδείχθηκε και ο Γεώργιος Σταμάτης, που για σαράντα και πλέον σχεδόν χρόνια ανυστερόβουλα υπηρετούσε το έθνος, ευεργετούσε τους ανθρώπους και ανακούφιζε τον πόνο των αναγκεμένων χωρίς να κρατάει πουθενά λογαριασμούς πελατειακών δοσοληψιών.

 

 

Ο Γ. Σταμάτης γεννήθηκε στην Παραβόλα το έτος 1915, ως τέταρτο τέκνο ικανού γεωργοκτηματία. Από το Δημοτικό Σχολείο διακρίθηκε η εξαιρετική ευφυΐα του. Αριστούχος σ’ όλες τις βαθμίδες της εκπαιδεύσεως με αποκορύφωμα το βαθμό του πτυχίου της Νομικής Σχολής Αθηνών. Με την έναρξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου πολέμησε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός στο θρυλικό σύνταγμα του Παυσανία Κατσώτα και διακρίθηκε επανειλημμένα για ανδραγαθία, αλλά και απανωτές λαβωματιές, οι οποίες του άφησαν ουλές στο κορμί και ιδιαίτερα στο πρόσωπο, καθώς και μια σφαίρα σφηνωμένη στο στήθος, την οποία πήρε στον τάφο ως το πολυτιμότερο εντάφιο.

Με την συνθηκολόγηση και την παράδοση της χώρας στους Γερμανούς ο Γ. Σταμάτης επέστρεψε στο σπίτι του, αλλά η αγωνία του για τη μοίρα των αγροτών τον οδήγησε στην Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών Αγρινίου, όπου σε ηλικία 26 ετών έγινε Πρόεδρός της. Αλλ’ όταν ο Αγρινιώτης γιατρός Γεώργιος Παπαϊωάννου συνέστησε στο Θέρμο ανταρτικό σώμα, κατετάγη μεταξύ των πρώτων προσελκύοντας και πάνω από εξήντα νέους άνδρες φίλους και συγγενείς του. Όπως είναι γνωστό, μετά την φοβερή μάχη της Γουρίτσας στις 10 Ιουλίου 1943 και μετά την κάθοδο στο Θέρμο του Άρη Βελουχιώτη, ο ΕΛΑΣ διέλυσε την κίνηση του Παπαϊωάννου. Ο Σταμάτης συγκέντρωσε στην Παραβόλα 72 συντρόφους και έφθασε στη Σκουτερά με σκοπό την ανασύσταση του σώματος. Αλλά και εκεί ο ΕΛΑΣ κατέφθασε. Συνέλαβαν τον επικεφαλής Γ. Σταμάτη και τον μετέφεραν στο Ζελίχοβο, όπου επρόκειτο να ληφθεί απόφαση για τη ζωή του. Με τα γεγονότα του Θέρμου και την δολοφονία του συνταγματάρχη Ψαρού άρχιζε ήδη ο εμφύλιος σπαραγμός των Ελλήνων, που θα αποκορυφωνόταν στις πλαγιές των απάτητων βουνών της Μακεδονίας.

Στην Παραβόλα η Πεούλα, χήρα του Αγρινιώτη Χρίστου Καρακίτσου και θυγατέρα του Παραβολιώτη Κώστα Κολοκύθα, με τα δύο μικρότερα παιδιά της, την Κοκώ και το Χαρίλαο, από τότε που ο βομβαρδισμός του Αγρινίου από τους Ιταλούς της γκρέμισε το σπίτι και την κατέστησε άστεγη, κατοικούσε κοντά στους τρεις αδελφούς της. Ας σημειωθεί ότι η Κοκώ είχε αναπτύξει μια ωραία συναισθηματική σχέση με τον νεαρό και πολλά υποσχόμενο φοιτητή Γ. Σταμάτη. Λαχταρώντας για την τύχη του η Κοκώ, ντύθηκε αντρίκεια, ανάγκασε και το μεγαλύτερο αδερφό της αντάρτη του Ε.Λ.Α.Σ., το Σπύρο, και μια και δυο ανηφόρισαν για το Ζελίχοβο. Ο δυναμισμός εκείνης της αλησμόνητης αντρίκειας ψυχής, της Κοκώς, έφερε θαυμαστό αποτέλεσμα. Ο Ε.Λ.Α.Σ. εξόρισε το Γιώργο για μερικούς μήνες απέναντι στο χωριό Λιθοβούνι της Μακρυνείας.

Στις αρχές του 1944, καθώς μάθαινε ότι οι δυνάμεις του Άξονα χάνουν τον πόλεμο, βλέποντας ότι ο Ε.Λ.Α.Σ. κυρίευε όλο και περισσότερο τη χώρα, μια και ήταν η πολυπληθέστερη και καλά οργανωμένη αντιστασιακή δύναμη, την οποία αγκάλιασε το μεγαλύτερη πλήθος των Ελλήνων, αλλά και πληροφορούμενος ότι οι Άγγλοι ετοιμάζονται να επιβάλουν στην Ελλάδα κυβέρνηση υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου, συναντήθηκε στην Παραβόλα μυστικά με οχτώ φίλους του για ανταλλαγή πληροφοριών και σχεδιασμό δράσης. Εκεί τον συνέλαβαν άνδρες του Ε.Α.Μ. Τούτη τη φορά ο κίνδυνος της ζωής του ήταν πολύ μεγάλος. Όμως η άμεση κινητοποίηση πολλών σημαντικών πολιτών έπεισαν τους αρμόδιους (στο Αγρίνιο τον οργανωτικό Χατζή και στο Ζελίχοβο τον καπετάν Επαμεινώνδα) και ο Γιώργος Σταμάτης διέφυγε τον κίνδυνο. Έτσι κυνηγημένος κατέφυγε στην Αθήνα, όπου γνώρισε τη φρίκη των γεγονότων του Δεκεμβρίου.

Μετά την συμφωνία της Βάρκιζας και τη σύσταση υποτυπώδους κυβερνήσεως ο Γ. Σταμάτης, κατόπιν προτροπής και παρώθησης από τον Ευρυτάνα πολιτικό Γεώργιο Καφαντάρη, διορίσθηκε Νομάρχης Ευρυτανίας. Εκεί στην πάνω από ένα χρόνο παρουσία του έκαμε τόσο σπουδαίο έργο, ώστε η φήμη του τον επέβαλε ως δυναμικό διοικητικό παράγοντα ακόμα και σ’ ολόκληρη την Αιτωλοακαρνανία.

Στις πρώτες κοινοβουλευτικές εκλογές μετά τον πόλεμο, που έγιναν στις 3 Μαρτίου του 1946, ο Γ. Σταμάτης, ως υποψήφιος βουλευτής στο Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα του Γ. Παπανδρέου, εξελέγη πρώτος βουλευτής Αιτ/νίας με δεύτερο τον Παυσανία Κατσώτα. Η δράση του μέσα στο Κοινοβούλιο τον ανέδειξε ως νευρώδη ρήτορα και αξιοσέβαστο πολιτικό άνδρα.

Ήταν Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου του 1948. Ο Γ. Σταμάτης επισκέφθηκε τους γονείς του στην Παραβόλα, για να πάρει την ευχή τους, γιατί επρόκειτο να γνωστοποιήσει τον αρραβώνα του με την αγαπημένη του Κοκώ και να προγραμματίσει το γάμο του. Εκείνη τη βραδιά ο Καπετάν Γιώτης, ο μετέπειτα γνωστός πολιτικός Χαρίλαος Φλωράκης, από το Αφράτο έστειλε κάτω στο χωριό μια ομάδα συντρόφων του, με σκοπό να απαγάγουν πολίτες και να συλλάβουν και το βουλευτή. Για καλή του τύχη ο Σταμάτης γλίτωσε, γιατί, ενώ η ομάδα των ανταρτών είχε περικυκλώσει το σπίτι του και σε λίγο θα έσπαζε την πόρτα, ένας οπλίτης των Μ.Α.Υ. (Μονάδων Ασφαλείας Υπαίθρου) άκουσε τους πυροβολισμούς και ένοπλος έτρεξε να φρουρήσει το βουλευτή. Οι αντάρτες τον έπιασαν και τον έσφαξαν σα δαμάλι στην πόρτα του Σταμάτη.

Αλλά αυτός ο υπέροχος νέος πολιτικός, που στις εκλογές του 1946 είχε καταγάγει θρίαμβο, στις εκλογές του 1950 καταψηφίστηκε. Τη θέση του στο κόμμα είχε καταλάβει ο Γ. Σερπάνος. Το μυστήριο της ανερμήνευτης αποτυχίας παρέμεινε στην ψυχή του πολιτικού και μερικών μυαλωμένων φίλων του. Γιατί η πραγματική αιτία δεν έπρεπε να γίνει ευρύτερα γνωστή. Πάντως πολίτες του Αγρινίου είχαν ανησυχήσει το 1949 για την έκβαση μήνυσης, την οποία είχε υποβάλει ο νευρολόγος και σχολίατρος Βασίλης Σταμάτης, ξάδελφος του βουλευτή, εναντίον του θερμουργού και με μεγάλη λαϊκή απήχηση αρχιμανδρίτη. Ο Γ. Σταμάτης είχε αναλάβει την συνηγορία του εξαδέλφου του με απώτερο σκοπό να προκύψει κάποιος συμβιβασμός, ώστε να μη καταδικασθεί ο ιερωμένος. Αλλά αυτός o άγιος πυροσβεστικός και ειρηνοποιητικός ρόλος του τον τιμώρησε στη συνείδηση των ένθερμων οπαδών του ιερωμένου, οι οποίοι και τον καταδίκασαν.

Στην κυβέρνηση Πλαστήρα, που προέκυψε από εκείνες τις εκλογές, ο Γ. Σταμάτης διορίσθηκε Γενικός Γραμματέας του υπουργείου Εργασίας. Στις εκλογές του 1956 επανεκλέγεται με μεγάλη πλειονοψηφία, αλλά το κόμμα του Γ. Παπανδρέου είχε ανεπανόρθωτα φθαρεί. Έτσι ο Γ. Σταμάτης το 1957 προσχώρησε στο κόμμα του Κ. Καραμανλή, στο οποίο δοξάστηκε και παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του.

Το Μάρτη του 1967 είχαν προκηρυχτεί εκλογές για το Μάη. Συστάθηκε υπηρεσιακή κυβέρνηση υπό τον Παν. Κανελλόπουλο, ο οποίος ανέθεσε στον Γ. Σταμάτη το υπουργείο Εργασίας. Όμως την νύχτα της 20. προς την 21. Απριλίου έγινε το πραξικόπημα των συνταγματαρχών. Ο Σταμάτης έσπευσε στο Αστυνομικό τμήμα Αμαρουσίου, όπου συνάντησε και τον τότε υπουργό Δημοσίας τάξεως Γεώργιο Ράλλη, να προσπαθεί να κινητοποιήσει τη Χωροφυλακή, για να συλλάβει τους πραξικοπηματίες. Ο Σταμάτης βλέποντας το άτοπο τέτοιων ενεργειών συμβούλευσε και τον Ράλλη και οι δύο τους πήγαν στο Γεν. Επιτελείο, όπου ο Κανελλόπουλος προσπαθούσε απεγνωσμένα να πείσει τον μεγαλειότατο να αντιδράσει: «Μη δεχθείτε να τους νομιμοποιήσετε, μεγαλειότατε..» Αλλά, φυσικά, η συμβουλή του σοφού εκείνου δασκάλου δεν ήταν δυνατόν να εισακουστεί από τον επιπόλαιο και ξεπουλημένο μεγαλειότατο.

Πάραυτα οι άνδρες εκείνοι συνελήφθησαν μέσα στη φωλιά του λύκου και οδηγήθηκαν στο Γουδί. Το βράδυ τους μάζεψαν στο γνωστό ξενοδοχείο στο Πικέρμι. Μετά από 4 μέρες το Σταμάτη τον μετέφεραν στο σπίτι του, αλλά για μήνες τον φρουρούσαν ακόμα και έξω από την κρεβατοκάμαρά του.

Τα όσα υπέφερε ο ίδιος και η οικογένειά του τον πρώτο χρόνο της δικτατορίας είναι απερίγραπτα. Αλλά το πείσμα και η χαλύβδινη θέληση για τη ζωή του και της οικογενείας του τού άνοιξαν το δρόμο της υλικής ευδοκιμήσεως. Είναι η εποχή όπου αναδείχτηκε και το θαυμαστό δικανικό του μεγαλείο. Δικαστικές υποθέσεις μεγάλης σπουδαιότητας κατέκλυζαν το δικηγορικό το γραφείο και τα έσοδα από εκείνη τη δραστηριότητα έκαμαν την Κοκώ να ομολογεί ότι η δικτατορία τους έκαμε και ένα καλό. Με δικά τους χρήματα έχτισαν το βομβαρδισμένο σπίτι στο Αγρίνιο, αγόρασαν οικόπεδα και διαμερίσματα ως προίκα στις δύο θυγατέρες. Αλλά ο ίδιος ποτέ δεν αξιώθηκε να έχει κάποια ιδιόκτητη στέγη. Έζησε και πέθανε ως νοικάρης. Από την πολιτική ξόδεψε την αξιόλογη περιουσία, που κληρονόμησε από τους γονείς του, αλλά και την σημαντική προίκα της Κοκώς. Αναφέρω το σημείο αυτό, για να κάμετε όσοι θέλετε τις όποιες αναγωγές σας, Κυρίες και Κύριοι, στην επίδειξη πλούτου, που βλέπομε κάποιους πολιτικούς, που στον καιρό μας μπαίνουν στην Πολιτική ως μεροκαματιάρηδες ή ανεπάγγελτοι και βγαίνουν ως Κροίσοι.

Μετά τη μεταπολίτευση ο Γ. Σταμάτης εκλέγεται πάλι πρώτος βουλευτής. Ο πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής τού προτείνει να αναλάβει το αξίωμα του προέδρου της Βουλής. Αλλά ο σεμνός πολιτικός άνδρας προτείνει τον Κορίνθιο Παπακωνταντίνου. Τότε κάποιοι δημοσιογράφοι θυμήθηκαν την υποδειγματική συμπεριφορά του Δίκαιου Αριστείδη, όταν παραχώρησε τη θέση του στον στρατηγό Μιλτιάδη για τη μάχη του Μαραθώνος.

Ως Πρώτος Αντιπρόεδρος της Βουλής ανέλαβε και έφερε εις πέρας ολόκληρο το βάρος των εργασιών για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Η αποτελεσματικότητά του αυτή τον επέβαλε στην καθολική αναγνώριση και ο Καραμανλής τού εμπιστεύτηκε το Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως. Δεν θα αναφέρω τα έργα νομοθετικού και διοικητικού χαρακτήρα, διότι η ιστόρησή τους χρειάζεται ειδικό μελετητή, θα αναφέρω μόνο ένα θαυμάσιο κατόρθωμά του: Ο Σταμάτης μέσα σε δύο χρόνια πέτυχε να συμφιλιώσει το λαό με τα Σώματα Ασφαλείας, τα οποία για τον τυραννικό ρόλο τους από την εποχή της δικτατορίας Μεταξά και μέχρι τότε είχαν καταστεί πολυμίσητα στο λαό.

Στις εκλογές του 1977 ο Σταμάτης, και πάλι θριαμβευτής, ανέλαβε το υπουργείο Δικαιοσύνης. Το νομοθετικό έργο και η μεταρρύθμιση του σωφρονιστικού δικαίου με ανέγερση σύγχρονων φυλακών, δικαστικών μεγάρων, αλλά και οικοδόμηση στην Αθήνα του μητροπολιτικού ναού της Δικαιοσύνης, που φέρει τον αρχαιοπρεπή τίτλο «Θέμιδος Μέλαθρον», αλλά και τον εξανθρωπισμό των συνθηκών κράτησης των καταδίκων, όλα αυτά ανέβασαν το κύρος του Σταμάτη πολύ ψηλά. Πολιτικοί Αναλυτές σε μεγάλες εφημερίδες ευρωπαϊκών πόλεων προέβλεπαν ότι μετά τον Κ. Καραμανλή ο μόνος άξιος να τον διαδεχτεί στην αρχηγία του κόμματος ήταν μόνον ο Γ. Σταμάτης. Προτιμήθηκε όμως ο Γ. Ράλλης με τα γνωστά αποτελέσματα. Μετά τις εκλογές του 1981, όπου ο Σταμάτης και πάλιν κατήγαγε θρίαμβο, το κόμμα του καταδικάστηκε να καθίσει στα εδώλια της Αντιπολίτευσης. Τον Ράλλη διαδέχθηκε ο «ηπειρωτάρχης» Γεώργιος Αβέρωφ, αλλά δεν άντεξε τις πιέσεις ως αντίπαλος του Αντρέα Παπανδρέου. Το ζήτημα της αρχηγίας έγινε πολύ εκρηκτικό. Με απόγνωση δυνατά στελέχη αναζητούν αρχηγό στο πρόσωπο του Κ. Μητσοτάκη, του από μεταγραφή πολιτικού και βαρυνόμενου με το στίγμα του «αποστάτη» και «εφιάλτη». Αναθέτουν στον Γ. Σταμάτη το ρόλο του μεσολαβητή, να πείσει τον Αβέρωφ να παραδώσει την αρχηγία στον πολιτικό, που επί τέλους ήταν και ένα ξένο σώμα στη παράταξη. Ο Σταμάτης παρά τις προσωπικές του ενστάσεις πειθαρχεί και πετυχαίνει το ακατόρθωτο: Ο Μητσοτάκης έγινε αρχηγός της Ν. Δ. Αυτός ο πολιτικός, ο οποίος χάρη στην ακατάβλητη δύναμη πειθούς, που είχε ο λόγος του Σταμάτη, “καβάλησε” τη Ν. Δ., αυτός στις εκλογές του 1985 έδιωξε από το κόμμα τον ευεργέτη του. Τάχα διότι ο Γεώργιος Σταμάτης . . . ήταν ήδη 70 ετών. Τουλάχιστον, όπως είχε γίνει για άλλους, γιατί δεν υποδείκνυε ως διάδοχό του τον γιο του το Δημήτρη, ο οποίος, όπως ξέρουμε όλοι, τόσον ως βουλευτής όσο και ως νομάρχης Αιτωλοκαρνανίας απέδειξε περίτρανα τις σπουδαίες πολιτικές και διοικητικές του αρετές; Μια τέτοια επιεικής χειρονομία ίσως να αποτελούσε κάποια παρηγοριά του βαριά αδικημένου μεγάλου πολιτικού. Η μεγάλη αδικία φώλιασε βαθύτερα στην καρδιά του και μέρα την μέρα την σαράκωνε. Ανήμερα της Λαμπρής, 3 Μαΐου του 1986 ο Σταμάτης, μόνος κι αβοήθητος, άφηνε από έμφραγμα μυοκαρδίου την τελευταία του πνοή σε δωμάτιο ξενοδοχείου της πόλης μας. Η κηδεία του με πάνδημη συμμετοχή, μολονότι δεν ήταν πλέον ουδέ καν βουλευτής, συγκίνησε εχθρούς και φίλους. Ο τάφος του βρίσκεται στο μεγάλο κοιμητήριο της πόλης μας. Στα τρία παιδιά του απόκειται το χρέος να βάλουν πάνω στον τάφο πατέρα τους, του ανέστιου, αλλά πάντα ακαταγώνιστου μαχητή για το καλό τούτου του τόπου, την επιγραφή: «Επί τέλους στεγάστηκα»! 

 

* * *

Κυρίες και Κύριοι! Δεν αναφέρθηκα ποσώς στην πολιτική φιλοσοφία ούτε στο μεγάλο και πλουσιότατο κοινοβουλευτικό του έργο. Στα Πρακτικά της Βουλής ανακαλύπτει ο ερευνητής πάνω από 180 κεφάλαια ποικίλων θεμάτων, ως ομιλίες του Γ. Σταμάτη. Κάνω έκκληση στους αφοσιωμένους και εύπορους φίλους του μεγάλου Αιτωλοακαρνάνα πολιτικού, αυτού του σύγχρονου Δίκαιου Αριστείδη, να γίνουν χορηγοί για την έκδοση των σημαντικότερων ομιλιών του Σταμάτη. Προσφέρω τις όποιες δυνάμεις μου για τη έρευνα και τη συλλογή του υλικού, που θα αποτελέσει το περιεχόμενο τριών ή τεσσάρων τόμων. Εκεί θα διαβάζουν οι μεταγενέστεροι όχι μόνο την πολιτικοκοινωνική ιστορία του λαού μας μετά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα αλλά κυρίως την αγωνία του αντιπροσώπου τους αυτού στο Κοινοβούλιο για την υποστήριξη και την υπηρεσία των συμφερόντων τους. Ο Γ. Σταμάτης δεν συνέγραψε σχεδόν τίποτε. Η απέραντη μνήμη του και η οξύτατη νοημοσύνη του επέτρεπαν να αποθηκεύει στον εγκέφαλο του ωσάν σε ηλεκτρονικό υπολογιστή όλες τις στιγμές των ποικίλων βιωμάτων του. Ο Σταμάτης ήταν πραγμάτωση του ιδανικού πολιτικού άνδρα, όπως από την Ιλιάδα του Ομήρου εκφράστηκε επιγραμματικά «ρητήρ μύθων και πρηκτήρ έργων». Τέτοιοι άνδρες δεν συγγράφουν τα απομνημονεύματά τους. Εμπιστεύονται το διάφανο έργο τους στην αδέκαστη ετυμηγορία της Ιστορίας.

Δημοσθένης Γ. Γεωργοβασίλης

Φιλόλογος, Διδάκτωρ Φιλοσοφίας

του πανεπιστημίου Μονάχου