H ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ :

   

ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΟ

Φέτος ήρθε γρήγορα ο χειμώνας

Δε προφτάσαμε ν' ανασάνουμε το καλοκαίρι,

Μαζί του κι’ οι σκέψεις ανάερα σβήσαν

Τα βράδια γυρίζουμε στον εαυτό μας

Όταν το βλέμμα μας ανταμώνει τα μεσόφρυδα των κοριτσιών

τότες εμείς αποξεχνιούμαστε στα κομμένα μας όνειρα

που δε προφτάσαμε ν' αντικρύσουμε σ' απόσταση μιας σπιθαμής

Μέσα στην αίθουσα ο κόσμος

και 'μεις αλλόφρονα

κολυμπάμε μες τα πέλαα της ζεστής ανασαιμιάς

Θε μου ο κόσμος Σου πώς μίκρυνε!

Αύριο θα γίνουμε όπως και πριν

Αλήθεια!

Τόσο μικροί για την απεραντοσύνη του χάου μας

τόσο μεγάλοι για ν' αγαπηθούμε,

Στις στέγες βρέχει συνεχώς

Η θλίψη μας μετριέται στους χτύπους του νερού

Μια θύμηση του χώρου π' αναπνέουμε

(είναι και τούτο κάτι)

Στην έξοδο μπορούμε να μουσκέψουμε τα όνειρα μας

Που βρίσκεται αλήθεια η ανατολή;

Το γαζωμένο φεγγάρι σφυρίζει τη φτώχεια μας

Πόσοι θα μιλήσουν στο νοτιά να σωπάσει

(ν' ακουστεί ο ασημένιος καλπασμός του;)

Αργά το βράδυ ξεμουδιάζουμε

Αιώνια φωνή της πατρίδας

που βρέθηκε που δε χάθηκε ακόμα

Μες σε χαλάσματα ονειροπαρμένοι

ποιητές κάποιου μακρινού, χρυσού ονείρου (είμαστε),

Και θυμούμαστε

Πάνω απ' όλα τον άνθρωπο

τη γης που καλωσορίζει την άνοιξη

Έτσι να γίνουμε ένα, να σμίξουμε πάλι,

Κι’ ας είναι ο χώρος ο ίδιος

-Όλα δεν άλλαξαν

ο χώρος μένει ο ίδιος, απέραντος

Στη βαρυχειμωνιά που πέρασε στην άνοιξη που θα 'ρθει.

 Οχτώβρης 1951

 

ΚΑΛΠΑΣΜΟΣ

Η Άνοιξη εφόρεσε τον ήλιο

με ήσυχο χαμόγελο παιδιού

η Άνοιξη κάλπασε τον άνεμο

με γκέμια της χλόης και της χαράς.

                                                         

 Θάλασσες δαντελωτές δεχτείτε

 τον γήλιο της ύπαρξης

 και σεις δάση, κάμποι, νησάκια, βουνά

 θρέφετε, μεγαλώστε τον σπόρο τούτο.

 

 Μες τ΄ανθρώπινο μελισσολόι η Άνοιξη γλεντά

 με γεύση κοριτσόπουλου

 Ανήλιαγου απ’ αλήθειες και κλάματα

 μέσα στη φύση η Άνοιξη πρώτη

 το δρόμο πήρε απ’ όλους.

                                     Απριλης 1948

 

 

 

ΤΗ ΔΙΟΤΙΜΑ

Απόψε συμφωνία θα συνθέσει

στης Νύχτας τ’ απέραντο στερέωμα,

Η ψυχή μου το φως θα τραγουδήσει,

τη ζωή

Που μ’ άφησες να ξοδεύω τόσα χρόνια,

Θυμάσαι τους δρόμους π’ ανέβαιναν στα ύψη

Τις λικνιστικές περπατησιές τ’ άπειρου

στις βαριές βελούδινες νύχτες

π’ αναγάλλιαζε η άπραγη ψυχή μας;

Οι ώρες ήταν χρόνια που κάποτε τα ζήσαμε

στ’ απέραντα συμπαντικά ακρόγιαλα…

Είπα πως είμαι ο αγαπημένος μιας ύπαρξης

Θαμπωμένος ανάπνεα τον αέρα της απόστασής μας

Ήσυχα γλυκά μ’ ηδονή θανατερή

Έφευγε η χαραυγή φοβισμένη στο θρίαμβό μου τον αήττητο

Δρασκελώντας τ’ άφτιαχτα κανάλια της γης

Φτιάχνοντας τα πέτρινα σχήματα της σωτηρίας μας

Κρούοντας τ’ αστέρια με τη σκέψη

Σε πρόσμενα ψυχή που με παιδιάτικη πίστη μου δόθηκες, 

Τις άπραγες ενέργειές μου χαλκεύοντας προχωρούσες

στις ιερές θύρες του στεριώματός μου…

Κι’ έπειτα οι φωνές των παιδιών

κάποια κελαηδήματα που σβήναν  με παράπονο,

Έπειτα ο άνεμος π’ έφερνε σκουλήκια του μίσους

σε λίγο ο αέρας γιόμισε σκουλήκια,

Ήταν η αδυναμία μας και πίστεψα

στη τάξη των πραγμάτων νικημένος…

Θα ’θελα να γυρίσω στα περασμένα

Δε ξέρω πώς θα σε ξαναδώ.

Τη Διοτίμα συλλογιούμαι

Και πιο πολύ τ’ ονείρου της το τραγικό χαμό.

Ματώνοντας τη μεγάλη μου πληγή, πίστεψες

χρώμα άυλο, παρθένο

στο βάθος των δακρύων μου. Τίποτ’ άλλο..

Στα ύψη της θάλασσας του κόσμου

έπνιξες το στερνό κι’ ακριβό δώρο μας

Κι’ ένα πένθιμο εμβατήριο μένει να σε καλεί για χρόνους.

                                                                                                  

                                                                         15.2.51 Αγρίνιο

 

ΘΕΛΩ ΝΑ ΦΥΓΩ

Θέλω να φύγω. Πέρα απ’ τις κόκκινες μέρες.

Μακριά απ’ τον ήλιο.

Τα μεσημέρια σώπασαν. Ο τόπος έβρεξε πολύ.

Έπεσε βαριά ξεραΐλα στο σπίτι μας.

Είμαι ένα πουλί που ’νείρεται τα χελιδόνια της επιστροφής,

Το κόκκινο φόρεμα της άνοιξης. Την ερημιά.

Οι νύχτες με λυπήθηκαν. Δε μιλάνε. Πίνουν πολύ νερό.

Ήρθες κι’ έφυγα. Έλειπες κι’ έτρεχα γυρεύοντας τη γωνιά της

καρδιά σου.

Όμως ο θεός μας σκέφτεται. Την άνοιξη με τις παπαρούνες.

Τα πράσινα χώματα της γης. Το Μάη. Τις Πηγές.

Τα ποτάμια με το γκρίζο φόρεμα.

 

                                                     Φλεβάρης 1951


Μεταχρονολογημένη τρυφερότητα

« Ποιος μπορεί να σε φέρει στη μνήμη του, δίχως από τα μάτια του να τρέξουνε δάκρυα; »

 Με μεταχρονολογημένη τρυφερότητα, συγκίνηση και νοσταλγία,  επιχειρήσαμε  τον ανάπλου της ζωής του νεαρού στοχαστή, Αλέκου Μαγκλάρα, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 50 χρόνων. Τώρα, oι μπαλάντες των αποστάσεων θα ηχούν ως υπόκρουση,  αφού δεν είναι «στην απόσταση» το κενό ούτε «στο κοντά» η παρουσία.

 Ο Αλέκος  Μαγκλάρας  γεννήθηκε στο Αγρίνιο, τον Φεβρουάριο του 1927. Ευτύχισε να γεννηθεί σε οικογενειακό περιβάλλον συνυφασμένο με τα γράμματα και σε κοινωνικό πλαίσιο, που θα του επέτρεπε να ξεδιπλώσει όλα τα χαρίσματα της ευαίσθητης ιδιοσυγκρασίας του. Ήταν το πρώτο παιδί του συμβολαιογράφου τότε Αγρινίου, Κωνσταντίνου Μαγκλάρα και της νεαρής δασκάλας, Κατίνας Κάντζου. Από μικρός, διακρίνεται για την ευαισθησία του, την τρυφερότητα και την κοινωνικότητά του. Τα προεφηβικά και εφηβικά  του χρόνια τα ζει μέσα στη δίνη του πολέμου και επηρεάζεται βαθιά .

 Δεν αναπτύσσεται ποτέ ένα δένδρο από τις ρίζες κατευθείαν στα φύλλα, αν δεν υπάρξει ένας δυνατός κορμός. Ο Αλέκος, μαθητής ακόμα του εξαταξίου γυμνασίου Αγρινίου, ευαίσθητος και πνευματικά καλλιεργημένος, παρακολουθεί  τη σύγχρονή του πνευματική ζωή. Φιλομαθής και φιλοπρόοδος επιχειρεί  το ξεκλείδωμα «των θυρών και των οριζόντων». Γίνεται συνδρομητής λογοτεχνικών περιοδικών της Αθήνας όπως : «Νέα εστία», «ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ», «ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ EΠΟΧΗ», «ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΕΧΝΗΣ», «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ », «Το Ταξίδι» και άλλα.

Γνωρίζει και μιλάει  καλά τη γαλλική γλώσσα.  Σπουδάζει νομικά στο «Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον Αθηνών». Η φοίτησή του τον εντάσσει σε φιλικό κύκλο της πνευματικής ελίτ  της εποχής του. Από εκείνη την περίοδο έρχεται η παραγωγή των έργων του. Στα  γραπτά  του κείμενα, είναι εμφανείς οι συναισθηματικές του  αμφιταλαντεύσεις .

Πολλές φορές, η θεματολογία του περιστρέφεται  γύρω από τη φύση, που τον συγκινεί βαθύτατα. Με τις υπερβάσεις και τους συμβολισμούς  κατασκευάζει ένα καλειδοσκοπικό ποιητικό σύμπαν,  που αντανακλά μεν την εξωτερική πραγματικότητα, αλλά και τον διορατικό εσωτερικό του κόσμο. Διερευνά και διαπραγματεύεται θεμελιώδη ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης με  πρωτοτυπία, οξυδέρκεια, αδιόρατη ειρωνεία, φανερή μελαγχολία, ορμητικό ενθουσιασμό.  Θα έλεγε κανείς πως με απαισιόδοξο ψίθυρο μπρος στην ματαιότητα, προσπαθεί να ξορκίσει το βάρος της μελαγχολίας του. Το έργο του, δεν μαρτυρά απλώς το ταλέντο του, αλλά και την ικανότητά του να αφομοιώνει τα ρεύματα της εποχής του. Όμως, πόσο  σχετικά είναι όλα στη ζωή μας;

Ο  Αλέκος, τελειόφοιτος της Νομικής, αρρωσταίνει, αλλά δεν παραδίδεται. Στο κρεβάτι ώρες ατέλειωτες, με το στυλό και το μολύβι στα χέρια  μελετά και γράφει παραδομένος σ’ ένα έργο που δεν σταματά. Μέσα από άναρχη διαδοχή εξομολογήσεων, ικεσιών, φόβων, όρκων και αναπάντητων ερωτημάτων, μας αποκαλύπτει την οδύνη μιας ψυχής  που σπαράζει. Αγωνίζεται  να υπερβεί   την κακόβουλη μοίρα που τον κατατρέχει και τον οδηγεί  σε δρόμο χωρίς επιστροφή.

Σ’ ένα απ’ τα ποιήματά του προφητικά γράφει :

 «Και μια μέρα[…]με διατηρημένες τις αισθήσεις ,θα παραδοθείς.

Μυστική και ξένη όπως ήρθες.[…]

Σβήστε μάτια μας […] αθόρυβα,

Γράψατε τον κύκλο της επόμενης ζωής …» 

     

Από το ποίημά του :  «Θρηνωδία στο θάνατο της ΄Εμιλυ Μπροντέ »

 Το ξημέρωμα της 8ης Νοεμβρίου 1965 

          « έσβησε  τα μάτια του αθόρυβα,

            γράφοντας  τον κύκλο της επόμενης ζωής …»

 

παραδίδοντας το πνεύμα του «στις αγκαλιές των αγγέλων».

Έφυγε, «κι ο οφθαλμός πάντων, κατήγαγεν ύδωρ». Δύσκολη που είναι η επόμενη ώρα. Έφυγε και πήρε μαζί του τη χαρά των δικών του.  Η μητέρα του, φυλακίστηκε ερμητικά  στο κελί τού αβάσταχτου πόνου της και δεν άνοιξε τα παραθυρόφυλλα ποτέ. Ο πατέρας του, έκλεισε τον πόνο στην καρδιά του και στο συρτάρι  τα γραπτά του  Αλέκου, σαν «κόρη οφθαλμών ζώσα και μυστική», σαν «κυοφορούμενη άνοιξη» που δεν την υποψιάζεται κανείς.  Ο αδελφός του, Βασίλης Μαγκλάρας, υποστηρίζοντας μυστικά την υπόσχεση που έδωσε στους γονείς του, χρόνια μετά κι όταν ο πόνος απάλυνε τις καρδιές, όταν το συναίσθημα καταλάγιασε κι όταν τα κείμενα θα μπορούσαν να εμφανισθούν αμερόληπτα στην κρίση σας, διοργανώνει απόψε την παρούσα εκδήλωση  αποδεικνύοντάς μας πως είναι ισχυρότερες οι δυνάμεις της ζωής από τις δυνάμεις της φθοράς.

Ας θυμηθούμε λίγο τα λόγια του:

«Ξέρω ένα σκοπό.

Στο μέρος τούτο το μακρινό κι άγνωστο,

ένα σκοπό φκιάχνω

και μια ζωγραφιά, βαθιά σαν καημός.»

  Από το ποίημά του :  «Τέλος»,  Μάης 1948

«Μέσα μας ακούμε τα ήσυχα χαμόγελα των παλιών ημερών μας να μας καλούν . 

Έναν ήλιο βλέπουμε […]

ν’ ανοίγει μια βαθειά πληγή.  

Πολλά χρόνια και πόσο νύχτωσαν τα δέντρα.»

 Από το ποίημά του :  «Πολλά χρόνια», 28/10/48

Ο Αλέκος αγαπήθηκε πολύ από τους δικούς του ,αφού μόνο αυτός που αγαπιέται αξιώνεται να παραμείνει  φεγγοβόλος στο διαρκές παρόν.

Αγρίνιο 27 Μαίου 2015

Βασιλική Μαραγιάννη