ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Φ. ΚΩΣΤΑΡΑ* :

             ΤΟ ΚΑΛΕΣΜΑ ΤΟΥ ΜΟΝΑΔΙΚΟΥ

Ι Η ανθρώπινη όψη
1. Τι μεγάλο αγαθό είναι η μνήμη! Μετουσιώνει το παρελθόν σε παρόν, το παλαιό σε νέο. Καταργεί τις χρονικές αποστάσεις και ως πολυτίμητη λειτουργία της ψυχής και του πνεύματος ακυρώνει και το χώρο! Έτσι, ενώ ως φυσικά όντα απέχουμε χιλιόμετρα μακριά από ένα αγαπημένο πρόσωπο, ωστόσο είμαστε διαρκώς κοντά του: Οι πεφιλημένες σκιές εκείνων, που έφυγαν "για πάντα", γίνονται η πιο γλυκειά, η πιο φωτεινή και παρήγορη συντροφιά. Μέσα σε απόλυτη σιωπή, τους σκέφτεσαι, επικοινωνείς μαζί τους, ανασύρεις από τον βυθό της μνήμης και της καρδιάς τις βουλιαγμένες εκεί εγχαράξεις και τις προβάλλεις στον πνευματικό σου ορίζοντα σαν ένα καινούργιο φεγγοβόλημα.....
2. Γυρίζω 60 χρόνια πίσω, στα πυκνά θρανία του εξατάξιου Δημοτικού σχολείου μου στο Πυργί (Βελάουστα) . Είναι η ώρα της πρωινής προσευχής. Όρθιοι οι μαθητές "συνοδεύουν" την Δασκάλα τους, γοητευμένοι από τη μελωδική φωνή της:" Συ που κόσμους κυβερνάς" ή "Σε Σένα πλάστη και Θεέ....". Αμέσως το μάθημα θα αρχίσει από μας, τους μαθητές της ΣΤ΄ τάξεως πρώτα. Σαν το μαέστρο, που με τη μπαγκέτα διευθύνει την ορχήστρα, η Δασκάλα μας- η αλησμόνητη Ευφροσύνη Τσακάλου-Παπαγαλάνη, από τα αγιασμένα χώματα της Ιεράς Πόλεως του Μεσολογγίου- κανοναρχούσε και δίδασκε κατά το Ωρολόγιο Πρόγραμμα. Έναυλες είναι ακόμη στην ακοή μου οι αναλύσεις της. Σαν να είναι αυτή η στιγμή, βλέπω το πρόσωπό της φωτιζόμενο από ένα τρυφερό , στοργικό, μητρικό χαμόγελο και στα καταγάλανα μάτια της να καθρεπτίζεται η απεραντοσύνη της θάλασσας με τους αέναους κυματισμούς της. Σ΄αυτήν, τη Δασκάλα του τη Φρόσω, αφιερώνει τις επόμενες σκέψεις ο μαθητής της, της ΣΤ΄ τότε Δημοτικού.
3. Η Δασκάλα μας ήταν Μία και Μοναδική. Όμως, για τον Ένα και Μοναδικό δεν υπάρχει" ήταν", αλλά "είναι"! Δεν υπάρχει "όχι πλέον"! Η εκδημία του καταργεί τις φυσικές αποστάσεις και δυναμώνει την επικοινωνία. Ψυχικές αποστάσεις με τον Ένα ή τον Μοναδικό δεν υφίστανται. Γιατί συνδέεσαι, επι-κοινωνείς μαζί του. Αντίθετα, στον ίδιο χώρο, στο ίδιο βαγόνι μαζί με πολλούς επιβάτες, νοιώθεις ξένος, τυλιγμένος στην ερημία, από έλλειψη επικοινωνίας. Η ψυχή του Μοναδικού σε έλκει, σε καλεί κοντά της! Αδιάκοπα. Η παρουσία του σε γεμίζει πνευματική ομορφιά και η θερμότητα της προσέγγισής του διαλύει τον παγετό της μόνωσης, της απόμακρης μοναξιάς σου.
4. Η προσέγγιση αυτή, η σύνδεση Δασκάλου-Μαθητή, δεν είναι επιπόλαιη και ιδιοτελής ούτε επιφανειακή και παροδική, αλλά αναβλύζει από μια βαθειά ψυχική ανάγκη και έχει μέσα της κάτι το σπαρακτικά συγκινητικό. Πηγάζει από την επίγνωση του Αναντικατάστατου ! Έχει και αυτή η σύνδεση, αυτός ο Διδασκαλικός δεσμός, την Μοναδικότητά του ! Είναι κάτι που δεν διατυπώνεται. Πώς, άλλωστε, να διατυπωθεί η συγκίνηση, η σεισμική, από την οποία συνέχεται κανείς, όταν μπροστά στο Μοναδικό "σχίζει το στήθος του, γυμνώνει την καρδιά του και ζητεί την κραυγή, την δυναμένη να εκφράσει τον κοπετό της ψυχής του ; "2. Το άρρητο αυτού του δεσμού σχολίασε ο βαθυνούστατος Πλάτων: "Ρητόν γαρ ουδαμώς εστίν" !3. Εκτός και αν κανείς "οικείος τε και άξιος του πράγματος, θείος ών"!4.
5. Πώς -τώρα - να κρύψεις τη Μοναδική Δασκάλα μέσα σε ένα σωρό από λέξεις ! Πώς να περιενδύσεις την αίσθηση της ανθρώπινης παρουσίας της με ένα λόγο, μεσάζοντα ανάμεσα στη Μνήμη και τη Ζωή, που, όσο περιεσκεμμένος κι αν είναι, απειλείται - λόγω συναισθηματικής φόρτισης - να διαλυθεί και να ξαστοχήσει ; Ούτε επίσης Απολογισμός μπορεί να γίνει ενός εκπαιδευτικού έργου, που - μέσω των μαθητών συνεχίζεται, ενός πνευματικού βηματισμού που ολοκάθαρα ακούεται. Ούτε τελευταίος Αποχαιρετισμός μπορεί να δοθεί, αφού η Μοναδική γεμίζει και την πιο αλαργινή απόσταση με την ανθρώπινη ακτινοβολία της και το ξεχείλισμα της ψυχικής και πνευματικής Ύπαρξης.
Αποχαιρετισμός για τη Δασκάλα μας θα ήταν το ΚΑΛΕΣΜΑ για υπευθυνότητα, ακαταγώνιστη προσπάθεια για ό,τι καλλίτερο, για ανθρωπιά - βαθειά και αληθινή, ενεργό και δημιουργική -, το ΚΑΛΕΣΜΑ για καλωσύνη και ευγένεια ψυχής, για πνεύμα θυσίας και στοργής πρός "την εύπλαστη και ευάγωγη, την νέα και απαλή ψυχή των μαθητών",5 το κάλεσμα για επανεισαγωγή στα σχολεία των ηθικών Αξιών και των χριστιανικών Αρχών, που φαίνεται να έχουν εξορισθεί από την Εκπαίδευση της Πατρίδας μας.
6. Με τέτοιες Αξίες και Αρχές η Μοναδική έχτιζε μεθοδικά και συστηματικά την προσωπικότητα των μαθητών της. Και πόσο αλύγιστη αντοχή έχουν οι "γέφυρες", οι καμωμένες με τέτοια υλικά"! Είναι αρράγιστες και αγκρέμιστες ! Στηρίζονται στις γνώσεις, που απλά και πλούσια μετέδιδε, και στα κραταιά μορφωτικά ιδεώδη που ενέπνεε ! Διακονούσε και την Εκπαίδευση και την Παιδεία ! Έτσι γίνεται η θεήλατη Παιδαγωγός και Πλαστουργός των παιδικών μας χρόνων. Στο δρόμο της ζωής μας σκόρπιζε αμάραντα ρόδα ουράνιας ομορφιάς με το ζεστό, διδακτικό και θελκτικό της λόγο, με την αγνή χάρη της ψυχικής της καλωσύνης και τη λάμψη του αδαμάντινου χαρακτήρα της και αναδεικνυόταν σεπτή Ιέρεια της Επιστήμης και της Αρετής στον άχραντο ναό της Παιδείας :Δασκάλα, μυσταγωγός και οδηγός και ιεροφάντης, αληθινός "Άτλαντας" της ζωής και της παιδικής ψυχής. Είναι σαν να γράφτηκαν για εκείνη οι στίχοι του μεγάλου Κωστή Παλαμά:
"....Σμίλεψε, Δάσκαλε, ψυχές
κι΄ό,τι σ΄απόμεινεν ακόμη στη ζωή σου,
μην τ΄ αρνηθείς, θυσίασ΄το
ως τη στερνή πνοή σου.
..."
Αυτό έκανε η Δασκάλα μας δια βίου, με ρωμαλέους Παλμούς Εθνικής και Χριστιανικής έγνοιας και με απόλυτη συνείδηση του κοινωνικού και ανθρωποποιού της χρέους.

ΙΙ Η μεταφυσική άπ-οψη
7. Τέτοιοι ΜΟΝΑΔΙΚΟΙ άνθρωποι γίνονται για τις παρούσες και τις μέλλουσες γενεές αιώνιοι συνοδοί και οδηγητές. Χρόνια και χρόνια, η Μνήμη ευγνωμονούσα, θα παροντοποιεί με ευλάβεια το περασμά τους, όχι μόνο από συγκίνηση και καθήκον, αλλά κυρίως για να μη λησμονηθούν τα ηθικά αποθέματα, οι κανόνες που κληροδότησαν στη μαθητιώσα νεολαία. Άν οι κοινωνίες ήταν πράγματι γεωργημένες πνευματικά και πολιτιστικά, θα προσέτρεχαν στο ΚΑΛΕΣΜΑ του ΜΟΝΑΔΙΚΟΥ, για τον οποίον οι πύλες της ψυχής δεν κλείνουν και οι λαμπάδες της μνήμης δεν σβήνουν: Η θύμιση θα τον εξυψώνει και θα τον δαφνοστεφανώνει. Δεν είναι και τούτο μια μορφή αθανασίας1; Η ‘απουσία” δεν είναι μια φωτεινή παρουσία ;
8. Υπ΄αυτήν την ένοια δεν υπάρχει ”απουσία”, εκδημία, τελευταίος ασπασμός, αμετάκλητος και οριστικός αποχαιρετισμός, χωρισμός <για πάντα>! Τον “για πάντα” χωρισμό τον υπερβαίνουν τα συναισθήματα της αγάπης, της λατρείας, της νοσταλγίας και της πίστεως. Αυτά είναι οι γέφυρες, για να βρεθούμε από τον φυσικό στον μετα-φυσικό κόσμο, εκείνον τον κόσμο, όπου εισήλθε η αγαπημένη Δασκάλα μας, σε έναν κόσμο που δεν τον ξέρουμε, δεν τον βλέπουμε και που δεν θα έπρεπε καν να τον ονομάζουμε στη γλώσσα μας “κόσμον”. Στο δρόμο του πάντως, καθ΄ οδόν προς αυτόν, είμεθα όλοι και μπροστά στο τελειωτικό του όριο, τον θάνατο, δεν υπάρχει “αργά” ή “γρήγορα”. Έτσι, τώρα, συνειδητοποιούμε ότι είμεθα όλοι μαζί σε έναν κοινό τόπο :Ένδημοι και απόδημοι, ως σύντροφοι κοινού πεπρωμένου ! Και άποροι ! Άποροι εδώ θα πεί “απορούντες”, “ερωτώντες”:
- Τί είναι εκείνο ή Ποιος είναι εκείνος, που μας καλεί στο θάνατο; Ή μήπως είναι ο ίδιος Εκείνος, που μας καλεί στη ζωή όλους;6 Ο Θεός βέβαια !
Με το τελευταίο ερώτημα μπορεί να μας συμβεί το σπάνιο: Δηλαδή να κατανοήσουμε ότι είμαστε, ότι περιεχόμαστε, σε έναν κοινό κόσμο και ότι είμαστε μαζί με τους εκδημούντες κατά τρόπον βαθύ και πιο εγκάρδιο από όσο στον προηγούμενο κοινό βίο, σε εκείνον το συνέχεια από τη σελίδα 11
βίο, που τόσο συχνά με τους σκοπούς του και τις καθημερινές του μέριμνες μας αποτρέπει από τον κρίσιμον αυτόν προβληματισμό ! Με τον οποίον, όμως, αίρονται οι αποστάσεις και κερδίζεται η μεγίστη εγγύτητα προς κάθε εκδημήσαντα..... Καθήκον μέγιστο !
9. Αλλά υπολείπεται και ένα δεύτερο καθήκον, που καταλύει τον χωρισμό : Να “εισαγάγουμε” την αγαπημένη μας Δασκάλα στη ζωή μας, να εγκολπωθούμε το παράδειγμά της, να ακούμε την κρυστάλλινη φωνή της και να μην αφήνουμε να χαμηλώνει - πόσο μάλλον να σβήνει - το διδασκαλικό της φώς : Να το κρατάμε ανέσπερο ! Έτσι φέρνουμε αναμεσά μας την Δασκάλα μας σε έναν τρίτο, κοινόν τόπο, όπου εκμηδενίζουμε τον δήθεν χωρισμό, σκουπίζουμε την οδύνη και τα δάκρυα και εκτοπίζουμε κάθε θρηνώδη απόγνωση ! Το επισημαίνει ο Έγελος7: Όχι, η ζωή εκείνη δειλιάζει μπροστά στο θάνατο και που με τα πρώτα ρίγη ή στο πρώτο συναίσθημα “το βάζει στα πόδια”. Όχι, αυτή δεν είναι η αληθινή χριστιανική και πνευματική ζωή, αλλά μόνον εκείνη η ζωή, που “βαστάει το θάνατο”, που τον αντέχει, που τον αναδέχεται και ζει εν αυτώ. Είναι η αληθινή !
10. Σε επίρρωση των ανωτέρω θεωρήσεων, ο μέγας Γκαίτε, λίγα χρόνια αργότερα, στις “Συνομιλίες με τον Έκκερμαν”(την 2α Μαϊου 1824) θα υπογραμμίσει:”Η ιδέα τού θανάτου με αφήνει εντελώς ήρεμο, γιατί έχω την απόλυτη βεβαιότητα, πως το πνεύμα μας είναι από ουσία άφθαρτη, που προχωρεί από αιωνιότητα σε αιωνιότητα....8” Βέβαια στις φλέβες του Εγέλου και του Γκαίτε τρέχει το φιλοσοφικό αίμα του Σωκράτους, του Πλάτωνος, του Αριστοτέλους και των Τραγικών, μαζί ασφαλώς με την εκτυφλωτική και σωτήρια λάμψη του Χριστιανισμού, που “επάτησε τον θάνατον, που εισέδυσε έως τα καταχθόνια των ψυχών και των πνευμάτων και επλήρωσε τις ανθρώπινες καρδιές με Φως εξ Ουρανών και Ζωή και μεταφυσική Ελπίδα !

ΙΙΙ Ακροτελεύτιο νεύμα

11. Ο Σωκράτης, η πλέον ηρωϊκή και τραγική μορφή της παγκόσμιας φιλοσοφίας αλλά και ο πιό γνήσιος ερμηνευτής της βαθύτερης ουσίας της, όχι μόνον περιφρονεί αλλά καλεί τον θάνατο 9. Διότι είναι πεπεισμένος ότι το πνεύμα είναι αθάνατο, “είναι ο ήλιος που μόνο το θνητό μας μάτι τον θαρρεί πως χάνεται. Πράγματι όμως, ποτέ δεν εξαφανίζεται. Πηγαίνοντας αδιάκοπα, φωτίζει 10” ακόμη, διότι πιστεύει ότι “.... τα τε γάρ άλλα ευδαιμονέστεροί εισιν οι εκεί των ενθάδε, και ήδη τον λοιπόν χρόνον αθάνατοι εισίν 11” συμβουλεύει τους δικαστές “αρετής επιμελείσθαι 12¨ και με μία δραματική ρήση, που θα προβληματίζει τους αιώνες, τους νεύει :”... ώρα απιέναι, εμοί μεν αποθανουμένω, υμίν δε βιωσομένοις. Οπότεροι δε ημών έρχονται επί άμεινον πράγμα, άδηλον παντί πλην ή τω θεώ : Ώρα να φεύγουμε, εγώ μεν για να πεθάνω, σεις δε για να ζήσετε. Ποιός όμως από τους δυο μας πηγαίνει προς το καλλίτερο, είναι άδηλο σε όλους. Το ξέρει μόνον ο Θεός”13 !
12. Η θεωρία του θεϊκού Πλάτωνος για την αθανασία της ψυχής και η παραίνεσή του “οι ορθώς φιλοσοφούντες αποθνήσκειν μελετώσιν : Να μελετούν τον θάνατο”14 κορυφώνεται στο διαιώνιο ερώτημα του αρχαίου τραγικού ποιητή Ευριπίδη: ”τις δ΄οίδεν, ειχήν τουθ΄ό κέκληται θανείν, το ζήν δε θνήσκειν εστί : Ποιός τάχα ξέρει, αν αυτό, το οποίον ονομάζουμε θάνατο, είναι ζωή και η ζωή θάνατος;15 ” ! Παρόμοιοι μεταφυσικοί προβληματισμοί γίνονται πηγή θείας έμπνευσης και ποιητικής δημιουργίας και γεφυρώνουν, επάνω από τον ποταμό του χρόνου, τον παληό με τον σύγχρονο στοχασμό. Ένα δείγμα αποτελεί το ποίημα:”Τι λοιπόν;”του Γεωργίου Δροσίνη, από την συλλογή του με τον χαρακτηριστικό τίτλο “Φωτεινά Σκοτάδια”, όπου ο ποιητής με βάθος και φιλοσοφική ευγένεια δείχνει ότι δύναμη της ψυχής είναι το φτερούγισμά της “πρός τα άνω”και ουράνια η ουσία της και αγγέλλει την χαραυγή της πανάχραντης ημέρας:
13. “Μήπως ό,τι θαρρούμε βασίλεμα
γλυκοχάραμα αυγής είναι πέρα,
κι αντί να΄ρθη μιά νύχτ΄αξημέρωτη
ξημερώνει μιά αβράδυαστη ημέρα;
Μήπως είναι η αλήθεια στο θάνατο
κι η ζωή μήπως κρύβει την πλάνη,
ό,τι λέμε πώς ζεί μήπως πέθανε
κι είναι αθάνατο ό,τι έχει πεθάνει;”
16
Είναι - χωρίς ερωτηματικό - αθάνατο, ό,τι έχει πεθάνει ! Αυτό είναι το ακροτελεύτιο νεύμα - απάντηση στο ΚΑΛΕΣΜΑ του ΜΟΝΑΔΙΚΟΥ, ένα μειδίαμα του προσώπου, από την όχθη της συγκίνησης, αισιόδοξο ! Και μία παρακλητική προτροπή:
Μη με καλωσορίζεις...., όταν έρχομαι, και μη με αποχαιρετίζεις, όταν φεύγω,
διότι ουδέποτε έρχομαι όταν έρχομαι, και ουδέποτε φεύγω, όταν φεύγω
”! 1
7
14. Μιά τέτοια μεταφυσική βεβαιότητα εξαγνίζει τις ψυχές και τις ησυχάζει. Και φέρνει τις καρδιές σε μιαν απ΄ ευθείας κοινωνία με την υπέρτατη αλήθεια της ζωής

__________________________________

*Σημείωση: Το παραπάνω άρθρο του παλαιού συνεργάτη της εφημερίδας μας Γρηγορίου Κωσταρά, καθηγητή Πανεπιστημίου, πρωτοδημοσιεύτηκε στο "Ψαλτήρι".

Παραπομπές του κειμένου:

1. Salber Linde: Lou Andreaw-Salome, Rowohlt b.Flamburg, 1990,
στ.12 κ. έξ.
2.
Κανελλοπούλου, Παν:Das Individuum alw Grenze dew Sosialem und ber Erken-ntnis, στο Archiv f ang. Sosiologie, τ ΙΙΙ, τεύχος 2, σ.79-92. βλ. και Καπετανάκη, Δημ.:Από το αγώνα του ψυχικώς Μόνου, ΑΦΘΕ, έτος Ε΄,τ-2, στ.171-212. Του αυτού:Μυθολογία του Ωραίου( εκδ. Χάρβεϋ, Αθήνα-Λίμνη 1988, στ.9 κ. έξ.
3. Πλατ. Ζ΄ Επιστ.,341c.
4. Ο.π., 340c όλο Κωσταρά Γρηγ. Φιλ. :M. Heidegger, ο φιλόσοφος της Μερίμνης12/1999.
5. Πλατ. Πολιτεία, Β 377α11-377b1-3?...άλλως τε και νεώ και απαλώ ο τω ουν κάλλιστα γαρ δή τότε πλάττεται, και ενδύεατι τύπος, όν άν τις βούληται...”
6. Gedenkschrift f:u Jphsnnes Hoffmeister, Hamburg 1955.
7. Hegen G.W.F. : Jenenser Realphilosophie, Leipzig,
σ. 280.
8. Eckermann T.P.: Συνομιλίεςμε τον Γκαίτε(μετ. Ν. Καζατζάκη, εκ. οίκος Φέξη) εν Αθήναις 1913, σ.40.
9. Guardini Romano: Der Tod des Sokrates,εκδ. 1987, σ. 60 Βλ. Hegen (Vorlesungen :uder der Geschichte der Rhilosorhie,I) Suhrkamp 1999,σ.446.
10. Eckrmann T.P.,
όπ.παρ. , Κωσταρά Γρηγ.Φιλ. : Φιλοσοφική Προπαιδεία, Αθήνα 2003, ογδόη έκδοση, σ.σ. 379κ. έξ.
11.
Πλάτ. Απολογία Σωκράτους, 41c
12. Όπ. Παρ., 41e.
13. Όπ. Παρ.,42. βλ. Κωσταρά Γρηγ.Φιλ. :Η πολιτιστική πορεία, τ.Ι, Αθήναι α965,σ. 81κ. εκ Του ιδίου: Γνωριμία με τον Ορτέγκα υ Γκασσσέτ, Αθήνα 2005, σ.σ. 212 κ. έξ.
14. Πλάτ. Φαίδ., 67e” όσοι σωστά φιλοσοφούν πρέπει να μελετούν τον θάνατο” !
15. Ευριπίδου, Απόσπασμα 833(fragmente).
16. Δροσίνη Γεωργίου “ Φωτεινά Σκοτάδια” ( Τι λοιπόν; ).
17 Το χωρίον είναι ειλημμένο από τον ΙΙ τόμο του τριτόμου, πολυσέλιδου έργου του μεγάλου σύγχρονου υπαρξιακού φιλοσόφου Karl Jaspers.Ο τίτλος αυτού του έργου είναι “philosophie” (Φιλοσοφία). Ο Ι τόμος φέρει τον ειδικό τίτλο: Weltorientierung (: Προσανατολισμός στον κόσμο), ο ΙΙ, ογκώδης επίσης, τόμος :Existenzerhellung (Υπαρξιακός φωτισμός ) κα ο ΙΙΙ τόμος: Metaphysik (Μεταφυσική). Το χωρίον που παραθέτω, είναι από τον ΙΙ τόμον, σ.71 (σ.51κ. έξ. βλ. Το έξοχο Κεφ. Kommunikation-Επικοινωνία), Berlin 1931-1933.