ΠΟΙΗΣΗ ΑΛΕΚΟΥ ΜΑΓΚΛΑΡΑ:

   

ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΟ

Φέτος ήρθε γρήγορα ο χειμώνας

Δε προφτάσαμε ν' ανασάνουμε το καλοκαίρι,

Μαζί του κι’ οι σκέψεις ανάερα σβήσαν

Τα βράδια γυρίζουμε στον εαυτό μας

Όταν το βλέμμα μας ανταμώνει τα μεσόφρυδα των κοριτσιών

τότες εμείς αποξεχνιούμαστε στα κομμένα μας όνειρα

που δε προφτάσαμε ν' αντικρύσουμε σ' απόσταση μιας σπιθαμής

Μέσα στην αίθουσα ο κόσμος

και 'μεις αλλόφρονα

κολυμπάμε μες τα πέλαα της ζεστής ανασαιμιάς

Θε μου ο κόσμος Σου πώς μίκρυνε!

Αύριο θα γίνουμε όπως και πριν

Αλήθεια!

Τόσο μικροί για την απεραντοσύνη του χάου μας

τόσο μεγάλοι για ν' αγαπηθούμε,

Στις στέγες βρέχει συνεχώς

Η θλίψη μας μετριέται στους χτύπους του νερού

Μια θύμηση του χώρου π' αναπνέουμε

(είναι και τούτο κάτι)

Στην έξοδο μπορούμε να μουσκέψουμε τα όνειρα μας

Που βρίσκεται αλήθεια η ανατολή;

Το γαζωμένο φεγγάρι σφυρίζει τη φτώχεια μας

Πόσοι θα μιλήσουν στο νοτιά να σωπάσει

(ν' ακουστεί ο ασημένιος καλπασμός του;)

Αργά το βράδυ ξεμουδιάζουμε

Αιώνια φωνή της πατρίδας

που βρέθηκε που δε χάθηκε ακόμα

Μες σε χαλάσματα ονειροπαρμένοι

ποιητές κάποιου μακρινού, χρυσού ονείρου (είμαστε),

Και θυμούμαστε

Πάνω απ' όλα τον άνθρωπο

τη γης που καλωσορίζει την άνοιξη

Έτσι να γίνουμε ένα, να σμίξουμε πάλι,

Κι’ ας είναι ο χώρος ο ίδιος

-Όλα δεν άλλαξαν

ο χώρος μένει ο ίδιος, απέραντος

Στη βαρυχειμωνιά που πέρασε στην άνοιξη που θα 'ρθει.

 Οχτώβρης 1951

 

ΚΑΛΠΑΣΜΟΣ

Η Άνοιξη εφόρεσε τον ήλιο

με ήσυχο χαμόγελο παιδιού

η Άνοιξη κάλπασε τον άνεμο

με γκέμια της χλόης και της χαράς.

                                                         

 Θάλασσες δαντελωτές δεχτείτε

 τον γήλιο της ύπαρξης

 και σεις δάση, κάμποι, νησάκια, βουνά

 θρέφετε, μεγαλώστε τον σπόρο τούτο.

 

 Μες τ΄ανθρώπινο μελισσολόι η Άνοιξη γλεντά

 με γεύση κοριτσόπουλου

 Ανήλιαγου απ’ αλήθειες και κλάματα

 μέσα στη φύση η Άνοιξη πρώτη

 το δρόμο πήρε απ’ όλους.

                                     Απριλης 1948

 

 

 

ΤΗ ΔΙΟΤΙΜΑ

Απόψε συμφωνία θα συνθέσει

στης Νύχτας τ’ απέραντο στερέωμα,

Η ψυχή μου το φως θα τραγουδήσει,

τη ζωή

Που μ’ άφησες να ξοδεύω τόσα χρόνια,

Θυμάσαι τους δρόμους π’ ανέβαιναν στα ύψη

Τις λικνιστικές περπατησιές τ’ άπειρου

στις βαριές βελούδινες νύχτες

π’ αναγάλλιαζε η άπραγη ψυχή μας;

Οι ώρες ήταν χρόνια που κάποτε τα ζήσαμε

στ’ απέραντα συμπαντικά ακρόγιαλα…

Είπα πως είμαι ο αγαπημένος μιας ύπαρξης

Θαμπωμένος ανάπνεα τον αέρα της απόστασής μας

Ήσυχα γλυκά μ’ ηδονή θανατερή

Έφευγε η χαραυγή φοβισμένη στο θρίαμβό μου τον αήττητο

Δρασκελώντας τ’ άφτιαχτα κανάλια της γης

Φτιάχνοντας τα πέτρινα σχήματα της σωτηρίας μας

Κρούοντας τ’ αστέρια με τη σκέψη

Σε πρόσμενα ψυχή που με παιδιάτικη πίστη μου δόθηκες, 

Τις άπραγες ενέργειές μου χαλκεύοντας προχωρούσες

στις ιερές θύρες του στεριώματός μου…

Κι’ έπειτα οι φωνές των παιδιών

κάποια κελαηδήματα που σβήναν  με παράπονο,

Έπειτα ο άνεμος π’ έφερνε σκουλήκια του μίσους

σε λίγο ο αέρας γιόμισε σκουλήκια,

Ήταν η αδυναμία μας και πίστεψα

στη τάξη των πραγμάτων νικημένος…

Θα ’θελα να γυρίσω στα περασμένα

Δε ξέρω πώς θα σε ξαναδώ.

Τη Διοτίμα συλλογιούμαι

Και πιο πολύ τ’ ονείρου της το τραγικό χαμό.

Ματώνοντας τη μεγάλη μου πληγή, πίστεψες

χρώμα άυλο, παρθένο

στο βάθος των δακρύων μου. Τίποτ’ άλλο..

Στα ύψη της θάλασσας του κόσμου

έπνιξες το στερνό κι’ ακριβό δώρο μας

Κι’ ένα πένθιμο εμβατήριο μένει να σε καλεί για χρόνους.

                                                                                                  

                                                                         15.2.51 Αγρίνιο

 

ΘΕΛΩ ΝΑ ΦΥΓΩ

Θέλω να φύγω. Πέρα απ’ τις κόκκινες μέρες.

Μακριά απ’ τον ήλιο.

Τα μεσημέρια σώπασαν. Ο τόπος έβρεξε πολύ.

Έπεσε βαριά ξεραΐλα στο σπίτι μας.

Είμαι ένα πουλί που ’νείρεται τα χελιδόνια της επιστροφής,

Το κόκκινο φόρεμα της άνοιξης. Την ερημιά.

Οι νύχτες με λυπήθηκαν. Δε μιλάνε. Πίνουν πολύ νερό.

Ήρθες κι’ έφυγα. Έλειπες κι’ έτρεχα γυρεύοντας τη γωνιά της

καρδιά σου.

Όμως ο θεός μας σκέφτεται. Την άνοιξη με τις παπαρούνες.

Τα πράσινα χώματα της γης. Το Μάη. Τις Πηγές.

Τα ποτάμια με το γκρίζο φόρεμα.

 

                                                     Φλεβάρης 1951