ΜΟΛΛΗ Δ. ΒΟΤΣΗ:

Η Μόλλη Δ. Βότση, γεννήθηκε στο Αγρίνιο,  σπούδασε νομικά στην Αθήνα, όπου και άσκησε δικηγορία. Κόρη του δικηγόρου και Δημάρχου Αγρινίου Δημητρίου Βότση και της Τασίας Βότση, αξιόλογης ποιήτριας, ασχολήθηκε με την ποίηση και εξέδωσε δύο ποιητικές συλλογές, «Το βάθος της ψυχής μου» και «Ταξίδι στ‘όνειρο». Η γραφή της σε παραδοσιακό στίχο διακρίνεται από μια έντονη νοσταλγία για τον τόπο που γεννήθηκε και τους ανθρώπους που σημάδεψαν τη ζωή της.

 


ΣΤΙΧΟΙ:

 

Ο δικός μας ουρανός

Θυμάσαι;

Το μαγεμένο δάσος, τις πηγές, το καλοκαίρι,

το μυστικό ρυάκι μας, που τρέχαμε παιδιά,

να το περάσουμε μαζί πιασμένοι χέρι - χέρι,

εγώ με φόρεμα κοντό και συ με αθλητικά...

 

Τι κρίμα!

Εμείς τα χθεσινά παιδιά, που "γράψαμε ιστορία",

να γίνουμε δυο ξένοι, που μιλάνε τυπικά,

εσύ επιστήμων σοβαρός και εγώ σωστή κυρία,

να ζούμε τώρα ανόρεχτα, ρηχά, συμβατικά.

 

Μα ακόμη

κι αν η ζωή σε δρόμους αδιέξοδους μας πάει

κι αν βασιλεύει μέσα μας το απόλυτο κενό,

πάντα η καρδιά μας θα 'ναι "εκεί" και πάντα θα φυλάει

ένα μικρό κομμάτι απ' το δικό μας ουρανό...


 

Στην οδό Παπαστράτου

Μίλα μου για ήλιο,

γι' αστέρια και χλωμά φεγγάρια

στα γυαλιστερά νερά της Τριχωνίδας!

Πες μου παραμύθια για την Κυρα-Βγένα,

νοσταλγικά τραγούδια της γλυκιάς πατρίδας,

για χαμηλά μπαλκόνια με γεράνια

κι αυλόπορτες στα όνειρα ανοιχτές...

 

Αχ, θύμισε μου πάλι αυτά που έχασα, όλα τα

μακρινά πού' χουν περάσει

κι έναν κρυφό εφηβικό μου έρωτα

που σήμερα τον έχω πια ξεχάσει.

 

Μίλα μου για Αγρίνιο,

για Πασχαλιές και πρωτοβρόχια,

για παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες

από σχολικές γιορτές και παρελάσεις,

για παιδικούς χορούς κι ελληνικές ταινίες

στα «Διονύσια» και στο «Τιτάνια»!

Δώσ' μου το χθες και ζήτα μου ότι θες...

 

... Και τι δε θά' δινα για να ξανάκανα βόλτες

ατέλειωτες στην «Παπαστράτου»

και τι δε θά' δινα για να ξανάβλεπα...

αυτόν που δεν θυμάμαι τ' όνομα του.


 

Όνειρο καλοκαιρινό

Νά' ναι πρωί κι  ανατολή,

στον ουρανό να λάμπει της αυγής το αστέρι...

ο ήλιος, βασιλιάς, το πρώτο του χαμόγελο να στέλνει

σε κάμπους, αρχιπέλαγα, βουνά

κι από ψηλά χρυσάφι ατόφιο να κατρακυλά

στ' ακίνητα νερά που μόλις ανασαίνουν...

Νά' χει η ψυχή μας με άγιο μύρο πλημμυρίσει

και να πετά σε σύννεφα γαλάζια φωτεινά...

 

Νά' ναι μια σχόλη, μια γιορτή,

νά' ρχεται αργά, να φεύγει αργά το μεσημέρι,

τ' αγέρι λόγια ερωτικά, μάγια κι αρώματα να σέρνει

κι όνειρο η πλάση, καλοκαιρινό!

Στα μάτια σου το πιο όμορφο να φέγγει δειλινό

και θάλασσες γαλήνιες να μας ταξιδεύουν,

την ώρα που το μακρινό ερημοκκλήσι

στην κορυφή του βράχου θα σημαίνει εσπερινό...