Αναδρομές και μνήμες

 

Υστεροβυζαντινοί νομισματικοί θησαυροί περιοχής Αγρινίου

                                                                                                                                                         Νικολάου Καπώνη

Η Αιτωλοακαρνανία και η περιοχή του Αγρίνιου, κατά την υστεροβυζαντινή εποχή (13ος- 15οςαι.), υπαγόταν αρχικά στην επικράτεια του λεγομένου Δεσποτάτου της Ηπείρου, ενώ από τα τέλη του 13ου αιώνα, περιήλθε στην κατοχή του Ανδεγαυικού οίκου του Βασιλείου της Νεάπολης, μετά την παραχώρησή της, ως προίκα, στον Φίλιππο του Τάραντα. Στο τρίτο τέταρτο του 14ου αιώνα, περιήλθε στην εξουσία του αλβανικού οίκου των Σπάτα, με κέντρο το Αγγελόκαστρο, ενώ μετά το 1400 καταλήφθηκε από τον Κάρολο Τόκκο, κόμητα της Κεφαλλονιάς. Στα μέσα του 15ου αιώνα, η κατάκτηση των Οθωμανών, ήλθε να ολοκληρώσει τον κύκλο των ξένων κυριάρχων. Από την πολυκύμαντη αυτή ιστορική περίοδο, προέρχονται τέσσερις νομισματικοί θησαυροί, οι οποίοι βρέθηκαν στην ευρύτερη περιοχή του Αγρίνιου.

Ο παλαιότερος χρονικά θησαυρός, βρέθηκε το 1977 κατά την διάρκεια λαθρανασκαφών ή τυχαίας εκσκαφής χωμάτων, στην ευρύτερη περιοχή Αγρίνιου. Είναι ο μοναδικός θησαυρός της περιοχής που περιείχε βυζαντινά νομίσματα, αποτελούμενος από διακόσια ενενήντα πέντε χρυσά υπέρπυρα. Ο θησαυρός φυγαδεύτηκε παράνομα στο εξωτερικό, για να κα- ταλήξει τελικά στο Βρετανικό Μουσείο, στο Λονδίνο. Το 1980 δημοσιεύτηκε στο ειδικό νομισματολογικό περιοδικό «Numismatic Chronicle», από τον Μ. D. Methalf. Αποτελείται από πενηντατρία χρυσά υπέρπυρα νομίσματα των αυτοκρατόρων του 12ου αιώνα, Ιωάννη Β' Κομνηνού (1118-1143), από τα νομισματοκοπεία της Κωνσταντινούπολης και της Θεσσαλονίκης, του Μανουήλ Α' Κομνηνού (1143-1180), από το νομισματοκοπείο της Κωνσταντινούπολης, του Ανδρόνικου Κ Κομνηνού (1180-1185) από το νομισματοκοπείο της Κωνσταντινούπολης, του Ισαακίου Β' Αγγέλου (1185-1195), από το νομισματοκοπείο της Βασιλεύουσας επίσης και του Αλεξίου Γ Αγγέλου (1195-1203). Η νομισματοκοπία του 13ου αιώνα, εκπροσωπείται από διακόσια σαράντα δύο χρυσά υπέρπυρα, του αυτοκράτορα της Νίκαιας, Ιωάννη Γ' Βατάτζη (1246-1254), προερχόμενα από το νομισματοκοπείο της Μαγνησίας. Ο θησαυρός πρέπει να αποκρύφτηκε πιθανότατα, στο β' μισό του 13ου αιώνα.

Ο δεύτερος χρονικά, θησαυρός βρέθηκε στην περιοχή της Κοινότητας Ρουσέικων το 1966, κοντά στο Αγρίνιο, κατά το όργωμα ενός χωραφιού. Αποτελείται από δέκα χάλκινα νομίσματα του τύπου denier toumois του Ιωάννη Β' Ορσίνι, Δεσπότη της Ηπείρου και κόμητα της Κεφαλλονιάς, (1323-1335). Τα νομίσματα προέρχονται από το νομισματοκοπείο της Άρτας. Η απόκρυψη του θησαυρού μπορεί να τοποθετηθεί, στα μέσα του 14ου αι. Σήμερα τα νομίσματα βρίσκονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ιωαννίνων.

Ο επόμενος χρονολογικά θησαυρός, βρέθηκε στην περιοχή Αγρίνιου, το 1967. Αποτελείται από τριακόσια ενενήντα δύο νομίσματα, από τα οποία τα διακόσια δέκα τρία ανήκουν στον νομισματικό τύπο των χάλκινων denier tournois, που προέρχονται από τα νομισματοκοπεία των λατινικών ηγεμονιών της Αχαΐας, των Θηβών, και το ανδεγαυικό νομισματοκοπείο της Ναυπάκτου (1294-1313). Επίσης περιέχει εκατόν εβδομήντα εννιά αργυρά βενετσιάνικα soldini της περιόδου 1329-1354. Η τελευταία κοπή του θησαυρού, είναι ένα denier tournois του Robert d' Anjou, από το Νομισματοκοπείο της Αχαΐας (1346- 1364). Η απόκρυψη του θησαυρού μπορεί να τοποθετηθεί στο β' μισό του 14ου αιώνα. Σήμερα ο θησαυρός βρίσκεται στο Νομισματικό Μουσείο Αθηνών.

Το 1985, κατά την διάρκεια σωστικής ανασκαφής στην θέση Ταξιάρχης, από την κ. Φ. Κεφαλωνίτου, κοντά στον ποταμό Ερμίτσα, ΝΑ του Αγρίνιου, βρέθηκαν μέσα στα αναμοχλευμένα χώματα του εκεί ευρισκομένου υστεροβυζαντινού νεκροταφείου, ο τελευταίος χρονολογικά θησαυρός, αποτελούμενος από τριακόσια εξήντα τρία νομίσματα. Από αυτά τα τριακόσια πενήντα επτά, ανήκουν στον τύπο των denier tournois, προερχόμενα από τα νομισματοκοπεία της Αχαΐας, των Θηβών, της Άρτας και της Ναυπάκτου, δεκαπέντε προέρχονται από δυτικά νομισματοκοπεία, από τα οποία δεκατρία λόγω φθοράς είναι αδιάγνωστα, ενώ τα άλλα δύο προέρχονται από το γαλλικό νομισματοκοπείο του Potier. Βρέθηκαν επίσης έξι αργυρά βενετικά soldini, από τα οποία το νεώτερο είναι του δόγη Marco Komer (1365-1368) που χρονολογεί τον θησαυρό στο β' μισό του 14ου αιώνα. Σήμερα τα νομίσματα βρίσκονται στο Βυζαντινό Μουσείο Ιωαννίνων.

Συνολικά το περιεχόμενο των θησαυρών αυτών, αποτελείται από χίλια εβδομήντα νομίσματα, από τα οποία τα διακόσια ενενήντα πέντε, είναι χρυσά βυζαντινά υπέρπυρα, η βασική δηλαδή βυζαντινή νομισματική μονάδα, τα εκατόν ογδόντα πέντε ασημένια βενετσιάνικα soldini και τα πεντακόσια ογδόντα χάλκινες κοπές, στον γνωστό τύπο των denier tournois, ενός δυτικού νομισματικού τύπου του εισήχθηκε στις βυζαντινές χώρες μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204, και αποτέλεσε το κύριο τύπο νομισμάτων των τοπικών νομισματοκοπείων που ιδρύθηκαν στις τοπικές λατινικές ηγεμονίες, σε όλη την διάρκεια της Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα.

Όπως βλέπουμε τα νομίσματα καλύπτουν ένα ευρύ χρονολογικό φάσμα, από το τέλος του 12ου αιώνα έως το β' μισό του 14ου αιώνα. Επίσης παρατηρείται μια διαφοροποίηση στην παρουσία κάθε τύπου στην διάρκεια του χρόνου. Τα χρυσά βυζαντινά υπέρπυρα εντοπίζονται στο α' μισό του 13ου αιώνα, τα ασημένια βενετσιάνικα soldini στο σύντομο διάστημα πενήντα χρόνων από το 1329-1368, στα μέσα του 14ου αιώνα, ενώ οι πολυάριθμες χάλκινες κοπές των denier tournois, από το 1250 περίπου, ως το τρίτο τέταρτο του 14ου αιώνα. Μετά από αυτή την περίοδο, δεν εντοπίζονται άλλα νομίσματα. Από αριθμητικής πλευράς παρατηρούμε την συντριπτική υπεροχή των «μη- βυζαντινών νομισμάτων», που φτάνουν το ποσοστό του 72,5%, του συνόλου των νομισμάτων.

Η παρουσία των χρυσών βυζαντινών νομισμάτων του «θησαυρού του Αγρίνιου», που χρονολογούνται από τα μέσα του 12ου ως τα μέσα του 13ου αιώνα, ανέρχεται στο 27.5% του συνόλου. Αξιοσημείωτη είναι πάντως, η απουσία κοπών του Δεσποτάτου της Ηπείρου αλλά και μικρότερων υποδιαιρέσεων του βυζαντινού νομίσματος.

Η σύνθεση του «θησαυρού του Αγρίνιου» και η μεγάλη νομισματική αξία των χρυσών βυζαντινών υπερπύρων, υποδηλώνουν ότι η συγκέντρωση του θησαυρού, είχε περισσότερο την μορφή της αποταμίευσης του πολύτιμου μετάλλου, γνωστή τακτική σε δύσκολους καιρούς παρά την συγκέντρωσή του από εμπορικές συναλλαγές, πράγμα που αποκλείει η προέλευσή τους από τα νομισματοκοπεία της Κωνσταντινούπολης όσο και της Μαγνησίας, όσο και η απουσία μικρότερων και πιο χρηστικών στην οικονομία και το εμπόριο, υποδιαιρέσεων του βυζαντινού νομίσματος. Φαίνεται λοιπόν ότι ο ιδιοκτήτης του θησαυρού, προερχόμενος πιθανότατα από την Μ. Ασία, συγκέντρωσε ένα ικανό αριθμό χρυσών νομισμάτων, ικανού βάρους (4.10 λίτρες χρυσού ήτοι 1416 γραμμάρια) και για κάποιο λόγο βρέθηκε στην περιοχή του Αγρίνιου, ίσως ως πρόσφυγας, μετά τα μέσα του 13ου αιώνα.

Αντίθετα από την μελέτη των λατινικών νομισμάτων μπορούμε να αντλήσουμε πιο χρήσιμα συμπεράσματα. Τα εκατόν ογδόντα πέντε ασημένια βενετσιάνικα soldini, που μάλιστα χρονολογούνται στο σύντομο διάστημα πενήντα χρόνων, από το 1329- 1368, στα μέσα του 14ου αιώνα, αντίθετα, ως πιο βολική νομισματική μονάδα, φαίνεται ότι προέρχονται από εμπορικές ή άλλου είδους συναλλαγές. Η παρουσία τους υποδηλώνει την ενεργοποίηση του βενετικού εμπορίου, στην περιοχή μετά την κατάρρευση του Δεσποτάτου της Ηπείρου και την ένταξη της περιοχής της Αιτωλοακαρνανίας, στην δυτική κυριαρχία μετά την παραχώρησή της στον οίκο των Ανζού της Σικελίας, το 1294. Παρ' όλο το μικρό τους ποσοστό, επί του συνόλου των νομισμάτων, που ανέρχεται στο 17%, η σχετικά μεγάλη νομισματική τους αξία λόγω και του πολύτιμου υλικού τους, υποδεικνύει την ανάπτυξη άμεσων ή έμμεσων οικονομικών σχέσεων της περιοχής του Αγρίνιου με το αναπτυσσόμενο ραγδαία στην ανατολική Μεσόγειο, βενετικό εμπόριο.

Η παρουσία του βενετικού παράγοντα, κινουμένου πρωτίστως για λόγους εμπορικού συμφέροντος, είναι στα πράγματα της περιοχής έντονη, ήδη από τα τέλη του 12ου αιώνα, και σε όλη την διάρκεια της υστεροβυζαντινής και μεταβυζαντινής εποχής. Η έντονη αυτή παρουσία, εκφράζεται τόσο με την κατοχή των ζωτικών για το εμπόριο της κατοχή παραθαλασσίων κάστρων, ναυτικών και εμπορικών βάσεων ουσιαστικά, όπως της Ναυπάκτου και της Βόνιτσας, αλλά και με την οικονομική και εμπορική ενεργοποίηση των υπηκόων της στην ευρύτερη περιοχή, γνωστή από αρχειακές πηγές. Από την άλλη πλευρά, η παρουσία τους, μαζί με χάλκινα denier toumois, υποδεικνύει ίσως ότι το αργυρό βε- νετσιάνικο νόμισμα αποτελούσε μια μονάδα συγκέντρωσης πλούτου και αποταμίεσης, μικρής και μεσαίας κλίμακας. Περισσότερα συμπεράσματα μπορούμε να αντλήσουμε από την μελέτη των πιο μικρής αξίας, πολυάριμων όμως, πεντακοσίων ογδόντα χάλκινων denier toumois, που αποτελούν το 53% του συνόλου των νομισμάτων. Η παρουσία τους, από το 1250 περίπου, με τις κοπές του Βιλλαρδουίνου από το νομισματοκοπείο της Αχαΐας στην Γλαρέντζα, ως το τρίτο τέταρτο του αιώνα, υποδηλώνουν την ανάπτυξη άμεσων ή έμμεσων οικονομικών σχέσεων της περιοχής του Αγρίνιου, με την υπόλοιπη λατινοκρατούμενη Ελλάδα.

Από την ανάλυση των κοπών των denier toumois ανά νομισματοκοπείο, φαίνεται η ανάπτυξη οικονομικών σχέσεων με τις γειτονικές πόλεις της Ναυπάκτου και της Άρτας, αλλά και τις λατινικές ηγεμονίες της Αχαΐας στην Β. Δ. Πελοπόννησο και των Θηβών στην Ανατολική Στερεά. Ανά νομισματοκοπείο, κατά φθίνουσα σειρά, επικρατούν οι κοπές της Αχαΐας (63%), των Θηβών (19%), της Ναυπάκτου (8,7%) και της Άρτας (6%), υποδεικνύοντας ίσως έμμεσα και τον όγκο των επαφών με τις περιοχές αυτές. Βέβαια ο μικρός όγκος των νομισμάτων της Άρτας και της Ναυπάκτου, ίσως οφείλεται τόσο στο σύντομο χρόνο λειτουργίας των νομισματοκοπείων τους όσο και στην πιθανή ανταλλακτική μορφή του εμπορίου με τις γειτονικές αυτές περιοχές. Η κυριαρχία των κοπών του αχαϊκού νομισματοκοπείου και λιγότερο αυτού των Θηβών, ίσως οφείλεται στον εκχρηματισμό των σχέσεων αλλά και στην μεγάλη διάρκεια της κοπής νομισμάτων από αυτά. Τα νομίσματα αυτά των εργαστηρίων χρησιμοποιούταν ευρύτατα, στην λατινοκρατούμενη Ελλάδα. Η μικρή παρουσία δεκαπέντε δυτικών νομισμάτων στο θησαυρό της Ερμίτσας, επιβεβαιώνει την ανάπτυξη των σχέσεων της περιοχής με το δυτικό εμπόριο.

Όπως προαναφέρθηκε μετά το τρίτο τέταρτο του 14ου αιώνα, η κυκλοφορία νομισμάτων στην περιοχή παύει να υφίσταται, τουλάχιστον με βάση τα δεδομένα μας. Ίσως το γεγονός δεν είναι τυχαίο γιατί την εποχή αυτή αρχίζει η κυριαρχία των Αλβανών, που ακολουθείται από την κυριαρχία των Τόκκων της Κεφαλλονιάς, στο α' μισό του 15ου αιώνα και την συνακόλουθη τούρκικη κατάκτηση στα μέσα του αιώνα. Δεν είναι τυχαίο ότι την ίδια περίοδο αρχίζει η εγκατάλειψη των πεδινών περιοχών, πολλοί σπασμοί εγκαταλείπονται και οι κάτοικοι καταφεύγουν στα ορεινά και στην προκειμένη περίπτωση, μάλλον προς τις κοντινές πλαγιές του Παναιτωλικού όπως δείχνει και η συγκέντρωση πολλών μνημείων της εποχής, στην ευρύτερη περιοχή. Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι στην περιοχή του Αγρίνιου αλλά και γενικότερα στην Δυτική Στερεά, η μικρή και περιορισμένη κυκλοφορία βυζαντινών νομισμάτων παρατηρείται μόνο στον 13ο αιώνα. Έντονες είναι οι τάσεις αποταμίευσης κυρίως με την μορφή του αποθησαυρισμού χρυσών νομισμάτων. Αξιοσημείωτη είναι η απουσία νομισμάτων του Δεσποτάτου της Ηπείρου, που ίσως οφείλεται τόσο στην μικρή νομισματική δραστηριότητα του, όσο και στο γνωστό από τις άλλες πηγές φαινόμενο της οικονομικής δυσπραγίας στον 13ο αιώνα, όπως πληροφορούμαστε από την επιστολογραφία του Μητροπολίτη Ναυπάκτου, Ιωάννη Αποκαύκου και την σύγκρουσή του με τον Κωνσταντίνο Δούκα, στις αρχές του αιώνα. Με βάση τα παραπάνω φαίνεται η συνέχιση της ένταξης της περιοχής στον ευρύτερο βυζαντινό «οικονομικό χώρο» τον 13ο αι. και μάλιστα στα στενότερα πλαίσια του Δεσποτάτου της Ηπείρου, παρόλη την οικονομική δυστοκία που επικρατούσε στην περιοχή. Αντίθετα παρατηρείται η αύξηση της νομισματικής κυκλοφορίας και η απόλυτη κυριαρχία των λατινικών νομισμάτων, βενετικών και φραγκικών, μετά τον 13ο αιώνα, κατάσταση που συνεχίζεται σε όλο τον 14ο αιώνα. Πιθανότατη αιτία για αυτή την έντονη νομισματική και οικονομική κίνηση ήταν η προϊούσα πολιτική και «οικονομική διείσδυση» των δυτικών οικονομικών δυνάμεων (Φράγκων, Βενετών, Ανδεγαυών, Τόκκων κ.λπ.), φαινόμενο γνωστό σε όλο τον υστεροβυζαντινό κόσμο. Σκοπός αυτής της διείσδυσης, σαφώς δεν ήταν η καλώς εννοούμενη ανάπτυξη των οικονομικών σχέσεων, αλλά η εκμετάλλευση και η καταλήστευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της περιοχής. Αποτέλεσμα της διείσδυσης αυτής, ήταν η διάλυση της τοπικής οικονομίας και η απίσχνανση των τοπικών παραγωγικών δυνάμεων. Η διάλυση του τοπικού πολιτικού και οικονομικού ιστού και η οικονομική απομύζηση οδήγησε σε συσχετισμό με την πολιτική καταπίεση των αλλοφύλων και αλλόδοξων κυριάρχων, στην απόσυρση των κατοίκων στα ορεινά.

Έτσι μετά τον 15ο αιώνα, έχουμε την δραματική πτώση της κυκλοφορίας που καταλήγει στην παντελή έλλειψη νομισμάτων στα μέσα του αιώνα, απόδειξη της οικονομικής κατάρρευσης της περιοχής. Η έλευση των Οθωμανών στα μέσα του 15ου αιώνα, βρήκε στην περιοχή καθημαγμένη πολιτικά, οικονομικά και δημογραφικά δίχως υπερασπιστές. Η κατάχτηση ήταν πλέον ζήτημα χρόνου.

Πέρα όμως, από την οικονομική και ιστορική σημασία τους η εύρεση των παραπάνω νομισματικών θησαυρών, αποτελεί μια ακόμα «αρχαιολογική» επιβεβαίωση, πέρα από τα βυζαντινά μνημεία (Βασιλική Κοίμησης Μ. Χώρας, Αγ. Τριάδα Μαύρικα, Ταξιάρχες Ερμίτσας) και τα βυζαντινά πιθανότατα τοπωνύμια (Μαύρικας, Αγία Βλαχέρνα) της ευρύτερης περιοχής του Αγρίνιου, της ύπαρξης κάποιου βυζαντινού, σημαντικού ίσως οικισμού, προδρόμου του μεταβυζαντινού Βραχωριού. Οι παλιές υποθέσεις τοπικών λογιών για τις πιθανές υστεροβυζαντινές ρίζες του Βραχωριού, του σημερινού Αγρίνιου, φαίνεται να είναι πλέον, από αρχαιολογική άποψη, μια βεβαιότητα. Ας ελπίσουμε στο εγγύς μέλλον, η αρχαιολογική επιφανειακή έρευνα και η σκαπάνη, να επισημάνει την ακριβή θέση του βυζαντινού «Αγρίνιου», και να αποκαταστήσει και αρχαιολογικά την οικιστική συνέχεια αρχαίο Αγρίνιο-μεσαιωνικός οικισμός (Βραχώρι) - μεταβυζαντινό Βραχώρι - σημερινό Αγρίνιο.

Βιβλιογραφία

W. Miller, The Latins in the Levant, a history of Frankish Greece, London 1908. (ελλ. μετ.- εισαγωγή-σημειώσεις A. Φουριώτη) Αθήνα 1997. D. Nicol, TheDespotate of Epirus, Oxford 1957. M.D. Methalf, The Agrinion hoard. Gold hyperpyra of John ΠΙ Vatatzes, «The Numiasmatic Chronicle» (7nth series XX), CXL, London (1980), σ. 113-131. mv. 15-20. D. Nico, The Despotate of Epirus (1264-1479), Cambddge 1984. A Παλιούρα, Βυζαντινή Αιτωλοακαρνανία, Συμβολή στην βυζαντινή και μεταβυζαντινή τέχνη, Αθήνα 1985. Ε. Ζαχαριάδου, Παραγωγή και εμπόριο στο δεσποτάτο της Ηπείρου, Πρακτικά Α'Αιεθνοΰς Συμποσίου για το Δεσποτάτο της Ηπείρου, Άρτα 1990 σ. 87-94. Μ. Οικονομίδου - Γ. Τσουράτσογλου - Η. Τσουρτη, Συμβολή στην έρευνα της κυκλοφορίας των βυζαντινών νομισμάτων στην Ήπειρο (1204-1332), στο ίδιο, σ. 101-124. Μίνα Γαλάνη - Κρίκου, Συμβολή στην έρευνα της κυκλοφορίας μεσαιωνικών νομισμάτων στο δεσποτάτο της Ηπείρου (1204- 1449), στο ίδιο, σ. 125-162. Γ. Παπατρέχα, Ιστορία του Αγρίνιου, έκδοση Δήμου Αγρίνιου, Αγρίνιο 1991.

N. Καπώνης