ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΚΑΡΑΚΩΣΤΑ ΑΗΔΟΝΗ:

ΤΟ ΣΟΥΛΙ ΚΑΙ ΟΙ ΔΕΣΜΟΙ ΤΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΩΛ/ΝΙΑ

Όταν αρχίζεις να γράφεις για το Σούλι, αισθάνεσαι πως δεν έχεις τελειωμό. Και όταν σταματάς νοιώθεις ότι το αδικείς, γιατί δεν τα είπες όλα. Όμως εδώ δε γίνεται αλλιώς. Θα πούμε μόνο έτσι κομβικά και θα αναφερθούμε σε σταθμούς της ατέρμονης, θρυλικής, πονεμένης και ηρωικής ιστορίας του.

Πριν αναφερθώ στο γνωστό Σούλι – που όλοι μας έχουμε ακούσει – και με το άκουσμα της λέξης ξεπετάγονται μπροστά μας μπαρουτοκαπνισμένοι αγωνιστές, ήρωες, πολέμαρχοι, ισχνοί και λιπόσαρκοι από πείνες και κακουχίες, με άρματα καπνισμένα και στουρνάρια, με γυναικομαχίες και γυναικοθυσίες, θα σταθώ για λίγο στον ίδιο αυτό χώρο, της μυθολογίας, εκεί που μπερδεύεται η ιστορία με ονόματα μυθικών βασιλιάδων και ποταμών, με πύλες του Άδη, αλλά και με πρωτοχριστιανικές εκκλησίες και τοπικούς αγίους Την ιστορική, λοιπόν, εποχή υπήρχε στο χώρο αυτό η λεγόμενη πόλη Εύροια και στην περιφέρεια αυτής  της πόλης υπήρχε χωριό με το όνομα Σωρεία, που ιστορικοί υποστηρίζουν ότι είναι το σημερινό Σούλι. Εκεί εθαυματούργησε ο τοπικός Άγιος Δονάτος, επίσκοπος της Ευροίας που το 387 συμμετείχε στη Β' Οικουμενική Σύνοδο. Η ονομασία Εύροια προέκυψε, πιθανόν, από ομώνυμο φρούριο που έκτισε ο Ιουστινιανός (καταγόμενος από τον Ταυρίσιο Σκοπίων) σε νησίδα λίμνης, που με γέφυρα επικοινωνούσε με την ξηρά, και το ταυτίζουν με το φρούριο Ιωαννίνων. Από άλλους η Εύροια τοποθετείται στην περιφέρεια της σημερινής Παραμυθιάς και ήκμασε κατά τους χρόνους του Μ. Θεοδοσίου, ήτοι τον 4ο αιώνα μ.Χ. Σήμερα υπάρχει στο Σούλι παλαιοχριστιανική εκκλησία του Αγίου Δονάτου, είναι ο πολιούχος Άγιος όλης της Θεσπρωτίας, που γιορτάζει στις 30 Απριλίου.

Το όνομα Δονάτος σχετίζεται στον τόπο με τον μυθικό Βασιλιά των Μολοσσών (απ΄ όπου πιθανόν και το όνομα Σούλι) και ήρωα Αηδονέα, που σχέση έχει και με τις πύλες του Άδη στους τοπικούς ποταμούς Αχέροντα και Κωκυτό, και που βασίλευε στα χρόνια του Θησέα. Τούτο επιβεβαιώνουν και περιηγητές, μεταξύ των οποίων και ο Πουκεβίλ, οι οποίοι θεωρούν το βαπτιστικό όνομα Δονάτος, ως λείψανο παραποιημένου ονόματος του Αηδονέα. Στα δε "Δημοτικά Άσματα" του Αραβαντινού και στη σελ. 206 υπάρχουν οι φράσεις "Του Αηδονά το Κάστρο και στου Αηδονά τον κάμπο". Από προσωπική μου πείρα, γνωρίζω ότι σε όλη τη Θεσπρωτία και κυρίως στην περιοχή του Σουλίου συνηθίζεται το όνομα Δονάτος, που κατόπιν μετατρέπεται από τους οικείους σε Αηδόνης, που πολλές φορές καταλήγει και μένει ως επώνυμο. Συσχετισμός με τον Αηδονέα και υποσυνείδητη αταβιστική διάθεση; Κατά τη μυθολογία ο μυθικός εκείνος βασιλιάς θεωρείται και τοπικός ήρωας, αφού σκότωσε δράκοντα που εμπόδιζε το νερό και πλήρωνε το Σούλι φόρο αίματος (είναι πάντως γεγονός ότι το Σούλι είχε έλλειψη νερού στα ορεινά, γι' αυτό υπάρχουν και σήμερα δεκάδες πηγάδια). 

Μετά τη μυθολογία, τους Μολοσσούς, την Εύροια, την Σωρεία επί Θεοδοσίου, ερχόμαστε στα νεότερα χρόνια, που καθώς λέγεται, κατοικήθηκε το Σούλι τον 16ο – 17ο αιώνα από βοσκούς ή και φυγάδες από την καταδυνάστευση του Οθωμανού κατακτητή στα πεδινά.

Εδημιούργησαν με το πέρασμα του χρόνου τις δικές τους φάρες με ονόματα που διατηρήθηκαν και δοξάστηκαν σ' όλους τους αγώνες και κατοίκησαν αρχικά στα τέσσερα χωριά, το λεγόμενο τετραχώρι (Σούλι, Σαμονίβα, Κιάφα, Αβαρίκο) και κατόπιν επεκτάθηκαν και σε άλλα εφτά χωριά, το λεγόμενο εφταχώρι. Έγινε τότε δύναμη το Σούλι κι έφτασε 6.000 ψυχές και οι μάχιμοι 1800 και έτσι εδημιούργησαν μια χριστιανική ελεύθερη δημοκρατική κοινότητα. Την κοινοπολιτεία εκείνη των ηρώων, που ζούσαν με δικούς τους νόμους κι έπαιρναν τις δικές τους αποφάσεις. Και οι αρχηγοί απ' όλες τις φάρες, Τζαβελαίοι, Μποτσαραίοι, Ζερβαίοι, Κουτσονικαίοι και όλη η Δημογεροντία, κάθονταν στους βράχους, σαν Θεοί, και σκεφτικοί έπαιρναν αποφάσεις, για Πόλεμο και Ειρήνη, για ζωή και για θάνατο. Αυτή την ελεύθερη χριστιανική φωλιά που χωρίς ψωμί ζούσαν οι Σουλιώτες χωρίς παπά για τις ψυχικές τους ανάγκες δε ζούσαν, δεν την έβλεπαν με καλό μάτι οι αγάδες και πασάδες. Αλλά εκείνος που ορκίστηκε να καταστρέψει το Σούλι και δεν ανέχονταν μια γωνιά ελεύθερη και αυτόνομη, σαν έγινε εξουσιαστής όλης της Ηπείρου και όχι μόνο, ήταν ο Αλήπασας.

Προσπάθησε να καταλάβει το Σούλι το 1792 ανεπιτυχώς. Ο Αλήπασας δεν παραιτείται, το 1800 εκστρατεύει και το Σούλι αντιστέκεται με την απόφαση να πέσουν μέχρις ενός. Ο Αλής με πανουργίες και πουγγιά χρυσάφι προσπαθεί να σπείρει τη διχόνοια στους Σουλιώτες κι εκείνοι απάντησαν: "…οι βράχοι του Σουλίου είναι πλέον γλυκύτεροι εις εμάς από το χρυσάφι σου, κι απ' όλους τους καλούς τόπους του κόσμου. Μάθε ότι μάταια κοπιάζεις, γιατί η ελευθερία μας ούτε πουλιέται ούτε αγοράζεται, μ' όλους τους θησαυρούς της γης, παρά μόνο με αίμα και με θάνατο του τελευταίου Σουλιώτη. Θέλεις το Σούλι, έλα να το πάρεις".

Και η Μόσχω Τζαβέλα, γυναίκα του Λάμπρου, φώναξε από τα βράχια του Σουλίου: "Τι καθέμαστε ωρέ γυναίκες; Οι άνδρες μας σφάζονται. Αδράξτε όλες τ' άρματα και τα στουρνάρια". Και η ίδια η Μόσχω μια άλλη φορά μάνα του Φώτου που κρατείται στα Γιάννενα όμηρος για να παραδοθεί το Σούλι, φώναξε: "Το παιδί μου είναι παιδί του Σουλίου. Και σαν γλιτώσει το Σούλι, γλιτώνει και το παιδί μου, αν χαθεί το Σούλι ας χαθεί και το παιδί μου και γω μαζί… Είναι δε γνωστή και η απάντηση του πατέρα του, Λάμπρου". Αλλά η διχόνοια άρχισε να κατατρώει το Σούλι. Οι διαφορές στις φάρες, η φωτιά του πολέμου, η πείνα, οι κακουχίες επί τρία χρόνια, γεννά την προδοσία μεταξύ τους. Για να μας πει μετά ο Πουκεβίλ: "Όσο το Σούλι ήταν φτωχό, ήταν φοβερό στους οχτρούς του. Μα όταν παρουσιάστηκε μια τεράστια διαφορά ανάμεσα στις ατομικές περιουσίες του τόπου, όπου τα αγαθά θα έπρεπε να σχηματίζουνε κοινό εισόδημα, οι πιο πλούσιοι σχημάτισαν κλίκα και, σαν χάλασε η ισορροπία, άνοιξε η πόρτα στη διαφθορά και στα εγκλήματα μεταξύ τους, που 'ναι αχώριστα απ' αυτήν…".

Κι ακολούθησε η τρίτη επίθεση του Αλή το 1803 με διαταγή, τώρα, της υψηλής πύλης με 18.000 στρατό και οι Σουλιώτες με 1.800 και με τις γυναίκες βοηθούς. Άλλο πια δεν άντεξαν, ζήτησαν ειρήνη με τον όρο της εξόδου των Σουλιωτών, των οικογενειών και της κινητής περιουσίας. Η έξοδος έγινε με συνοδούς, αλλά ο Βελής, γιος του Αλήπασα, δεν ετήρησε τη συμφωνία κι εξόντωσε τους Σουλιώτες που κατευθύνονταν προς το Ζάλογγο με τη γνωστή θυσία των γυναικών με τα παιδιά τους στο Φαράγγι του Ζαλόγγου. Το άλλο κλιμάκιο κατευθύνθηκε στο Βουλγαρέλι για να καταλήξει μετά από μύριες περιπέτειες πολεμώντας, στα βουνά των Αγράφων ελπίζοντας να σμίξουν με τους αρματολάρχες, (εκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το χάρο), όμως κοντά στον Αχελώο, στο Μοναστήρι της Παναγίας του Σέλτσου, έγραψαν τη δική τους ιστορία πέφτοντας στο Φαράγγι κυνηγημένοι, περίπου 250 άτομα πολεμιστές και άμαχοι Σουλιώτες, το 1804. Στην τρίτη κατεύθυνση προς Πάργα, 2.000 Σουλιώτες έφθασαν με τη βοήθεια των Παργινών στην πόλη για να κατευθυνθούν  κατόπιν με καράβια στην Κέρκυρα, για το φόβο αντίποινων εναντίον της Πάργας από τον Αλήπασα για τη φιλοξενία των Σουλιωτών.

Τότε που στο αποκλεισμένο Σούλι ακολούθησε το ολοκαύτωμα του μοναχού Σαμουήλ με τη γνωστή ανατίναξη της Αγία-Παρασκευής στο Κούγκι. Ο δε Αλήπασας βρίσκει τώρα την ευκαιρία και οχυρώνει το Σούλι κτίζοντας τεράστιο και μεγαλοπρεπές κάστρο στην Κιάφα, για τυχόν άλλες αναμετρήσεις με τους Σουλιώτες, τους οποίους πάντα φοβόταν και το υπολόγιζε    ως   μια   Τεράστια    δύναμη  λεοντόκαρδων και το Σούλι άπαρτο φυσικό κάστρο.

 Αργότερα οι Σουλιώτες επιχείρησαν επανάκαμψη στο Σούλι και απέτυχαν. Αλλά το 1820 όταν ο Αλήπασας επιχείρησε αυτονομία από την πύλη, οι Σουλιώτες βρέθηκαν κοντά και επέστρεψαν στο κατεστραμένο Σούλι και πολεμούσαν τώρα εναντίον της πύλης, της τεράστιας Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Νικήθηκε ο Αλήπασας και δολοφονήθηκε, ως γνωστό, από τα στρατεύματα του Χουρσίτ στο νησάκι των Ιωαννίνων το 1822. Οι Σουλιώτες μετά το θάνατό του, αντιστάθηκαν γενναία κλεισμένοι τώρα στο κάστρο της Κιάφας μαζί με τις γυναίκες και τελικά παρέδωσαν το Σούλι με τον όρο όλοι οι Σουλιώτες να περάσουν στα Εφτάνησα. Από εκεί σκορπίστηκαν στην επαναστατημένη Ελλάδα και οι πολεμιστές, όπου είχε ανάγκη το επαναστατημένο Έθνος πολεμούσαν με αυταπάρνηση και γενναιότητα. Στο Καρπενήσι (όπου σκοτώθηκε ο Μάρκος Μπότσαρης), στην Αράχωβα, στην Άρτα και κυρίως στο Μεσολόγγι. Οι Σουλιώτες στον τόπο μας με σώματα δικά τους και αυτοδιοικούμενα και ανεξάρτητα με δικούς τους καπεταναίους αγωνίζονταν πλάι στα άλλα Ελληνικά όπλα. Ο Μάρκος Μπότσαρης με Σουλιώτες παλικάρια του επιτέθηκε στους στρατοπεδευμένους Τουρκαλβανούς υπό τον Σκόνδρα-πασά στα Πλατάνια του Κεφαλόβρυσου κοντά στο Καρπενήσι στις 9 Αυγούστου 1823, τον βρήκε το βόλι στο κεφάλι και σκοτώθηκε. Οδηγήθηκε για την ταφή του στο Μεσολόγγι που μεγάλος θρήνος έγινε από το λαό και ο θάνατός του χαρακτηρίστηκε «Απώλεια για την πατρίδα και το έθνος». Κι ο λαός τραγούδησε το θάνατό του, ενώ 33 κανονιοβολισμοί αντήχησαν, όσα τα χρόνια του παλικαριού. «Το Μάρκο παν στην εκκλησία, το Μάρκο παν στον τάφο. Ξήντα παπάδες παν μπροστά και δέκα δεσποτάδες και πίσω οι Σουλιώτισσες μοιρολογούν και κλαίνε». Μαζί του σκοτώθηκαν 35 Σουλιώτες όπως μας λέει ο Ν.Κ. Πολίτης. Και ο Σουλιώτης Νότης Μπότσαρης, στο πολιορκημένο Μεσολόγγι: Τι κάνουν οι Βεζυράδες ρωτάει τον αρβανίτη Μαχμούτ Μπέη, που τον έστειλε ο Κιουταχής για διαπραγματεύσεις.-               

-Καλά, κι ο Βεζύρης (Κιουταχής) δέχεται να βγούνε οι Μεσολογγίτες και να τους χαρίσει τ' άρματα.

- Για στάσου, βρυχιέται ο Νότης. Μπορεί να μας τα χαρίσει, άμα μας τα πάρει. Ειδεμή, όσο τα 'χουμε στο ζουνάρι μας, τα ορίζουμε εμείς, και δεν είναι στην εξουσία του να τα χαρίσει, παρά να φυλάξει τα δικά του…

 Αργότερα όταν η κατάσταση ησύχασε, πολλοί Σουλιώτες έφεραν απ' τα Επτάνησα τις οικογένειες και εγκαταστάθηκαν στο Νομό μας, το 1834-37. Στον Αβαρίκο ξαναέστησαν ολόκληρο χωριό με το ίδιο όνομα, στη Μαμάκο με το ίδιο Σουλιώτικο τοπωνύμιο (τώρα Μακύνεια), στο Μεσολόγγι, στο Αιτω-λικό και στο Αγρίνιο, ολόκληρο οικισμό, τα Σουλιώτικα κοντά και Ν.Δ. της σημερινής Παναγίας (Μητρόπολη) περίπου 160 οικογέ-νειες αλλά και στη Ναύπακτο. Ο δε ιστοριοδίφης Γιάννης Βλαχογιάννης Επαχτίτης έγραψε πολλά έργα για το Σούλι και τους Σουλιώτες (είναι δε εντυπωσιακό ένα έργο που χαρακτηρίζει το Σουλιώτη παπά).

Και ο δικός μας πάλι Επαχτίτης ποιητής Γ. Αθάνας γράφει αργότερα ποίημα για τους Σουλιώτες:

"…Τη σκάλα της Τζαβέλαινας ακολουθεί ο νους

κι ανέβαινε λαχανιαστά στης Λευτεριάς τα κάστρα.

-               Σπάσαν τα γιαταγάνια σας; Αδράχτε κεραυνούς!

Σωθήκαν τα κοτρόνια σας, πυροβολήστε μ' άστρα.

 

Ο γέρο Νότης κάθεται στου Επάχτου το μιντέρι

και βάνει βίγλα στο βορά, στη δύση καραούλι.

Μαλώνει με την Κλόκοβα που δεν χαμοκονταίνει

να ιδεί της Κιάφας τα βουνά να ιδεί το Κακοσούλι

φιλεί το καριοφίλι του, φιλεί το γιαταγάνι

πολλά κάστρα λευτέρωσαν, την Κιάφα του όχι ακόμα".

 Κατόπιν το 1912 με τα δικά τους όπλα και της αγωνιζόμενης ακόμα Ελλάδας για Λευτεριά της Ηπείρου, κατέλαβαν και το χώρο που άλλοτε κατείχε η Ομοσπονδία του Σουλίου. Μέρος των διασκορπισμένων Σουλιωτών επανήλθε στο ερειπωμένο Σούλι.

 Σημ.: Στη δεκαετία του 1970, οι απόγονοι αυτών των Ηπειρωτών του Σουλίου οι εγκατασταθέντες στο Αγρίνιο και σ' όλο το Νομό και πλήθος άλλων εποίκων Ηπειρωτών, που για διάφορους λόγους (κυρίως οικονομικούς, για καλύτ ερη μοίρα) άφησαν την Ήπειρο και κατοίκησαν μόνιμα στον τόπο μας, συγκρότησαν (επανίδρυσαν) σύλλογο, πανηπειρωτικόν όλης της Αιτωλ/νίας, που λειτουργεί από τότε με πλήθος πολιτιστικές, πατριωτικές, θρησκευτικές εκδηλώσεις, στην έδρα του, το Αγρίνιο και αλλού. Κάθε χρόνο ο Πανηπειρωτικός Σύλλογος συμμετέχει στις τοπικές γιορτές του Σουλίου που γίνεται και αναπαράσταση της ανατίναξης της Αγίας Παρασκευής στο Κούγκι από τον Καλόγερο Σαμουήλ το 1803 και καθιέρωσε αυτές τις γιορτές η τοπική αυτοδιοίκηση της Νομαρχίας Θεσπρωτίας εδώ και χρόνια, την τελευταία Κυριακή του Μαΐου. Παρευρίσκονται πάντα όλες οι στρατιωτικές, πολιτικές, εκκλησιαστικές αρχές και εξουσίες της Ηπείρου και κλιμάκια, αντιπροσωπείες της Βουλής καθώς και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και πλήθος κόσμου.