Πεζογραφία

Δημοσθένη Γεωργοβασίλη:

Η KYΡIAKH TOY ΠAΡAΛYTIKOY

Με ιδιαίτερη και πολλή τιμή

Αφιερωμένο στην Κυρία Μαρία Τσούτσου

Εκείνες τις μέρες, έδιαβα της Λαμπρής, αρχές του Μάη, κάπου στο γύρισμα του 1900 η ζέστη δυνάμωνε και τα σπαρτά ψάνιζαν. Ένα βράδυ ο Κώκος ο Μπορπότσιαλος ζήτησε τη βοήθεια των δυο παραγιών του, να βγάλουν το κρεβάτι του αδελφού του, του τετραπληγικού, στην αυλή του σπιτιού. Εκεί θα ήταν δροσερός ο χώρος κι ο ύπνος του ανάπηρου ευκολότερος. Τους δύο παραγιούς του τους είχε φέρει στο χωριό από μακριά, για να τον υπηρετούν στις δουλειές του, να φρουρούν το νοικοκυριό του, αλλά και τον ίδιο από ληστές και κάθε κακό άνθρωπο. Ήταν μικρόσωμα, αλλά γεροδεμένα, χεροδύναμα παλικάρια κι αγριωπά στην όψη, τόσο που σε τρόμαζαν.

- «Εδώ όξω θα είσαι καλύτερα, αδερφέ μου. Κάτω από την κληματαριά, δίπλα από το αγιόκλημα, τη νύχτα θα σε δροσίζει το αεράκι το κατεβατό και θα μεθάς από τις λουλουδένιες μυρωδιές. Τη μέρα στον ίσκιο, συντροφιά με τις κότες, τις γάτες μας, τους σκύλους και τα ζαντραβέλια μας. Κι όσο ο καιρός θα είναι καλοσυνάτος, θα τα καλοπερνάς. Αλλιώς, μη νοιάζεσαι, μέσα είναι το κονάκι σου».

Ο Κώκος ο Μπορπότσιαλος ήταν ένας τριανταπεντάρης, κιόλας ευκατάστατος νοικοκύρης· πριν από οχτώ χρόνια είχε βάλει με το στανιό και στεφάνι. Η συντρόφισσά του, νεαρή, κοντακιανή, ομορφούλα, αλλά φτωχιά, σημαδεμένη από άτυχα αρρεβωνιάσματα και συνάμα πληγωμένη από αποτυχημένη απαγωγή. Και την πήρε ο Κώκος, που δεν ήταν βέβαια και κανένας μορφονιός, αλλά είχε γλυκιά φωνή, ήταν δεξιός ψάλτης στην εκκλησιά, κοινωνικός, είχε κάμποση περιουσία, και διατηρούσε στο χωριό και το μοναδικό παντοπωλείο. Ως εδώ βέβαια δεν ήταν και κάνας ντιπ παρακατιανός, ώστε να του έπρεπε να ξεπέσει σε τέτοια παντρειά. Έλα όμως, ποια νύφη θα είχε την αντοχή να μπει σε τέτοιο σόι, να γεννοβολάει σακάτικα παιδιά και να συγυρίζει ολοζωής παράλυτο κουνιάδο; Η ίδια θα είχε τόσα και τόσα να κάνει στο μαγειργειό, στη λάτρα του σπιτιού και στη φροντίδα για την σχεδόν καθημερινή αργατιά. Κι σαν αρχίσουν να καταφτάνουν και τα κουτσούβελα, το ένα κοντά στο άλλο χρονιά παρά χρονιά; και καλά σαν τύχει να είναι σάϊκα, ειδαλλιώς, τί ήθελες να σου κάμει η έρμη ψυχούλα; Ο Κώκος είχε βάλει στόχο να ξεπεράσει ακόμα και τον Ιακώβ σε τεκνογονία, και μάλιστα, άμα τύχει, από μια γυναίκα, τη Σανούλα του, κι όχι από τέσσερις όπως εκείνος. Ήθελε πολλά παιδιά, γερά και δυνατά, όχι βέβαια τόσο για τη δόξα του Θεού, ούτε το μεγαλείο της πατρίδας, αλλά γιατί είχε ανάγκη από εργατικά χέρια, για να πληθύνει την περιουσία του.

Ο Κώκος από νέος διακρινόταν για την πολυπραγμοσύνη του. Όπως έλεγε ο γείτονάς του, ο γέρο Αρσένης, όποια πέτρα να σήκωνες θα τον εύρισκες, σαν τα καβούρια της ακροθαλασσιάς, από κάτω. Παντού έχωνε τη μύτη του, για όλα τα ζητήματα του χωριού είχε γνώμη και ενδιαφέροντα. Και δεν δείλιαζε μπροστά ούτε στους αστυνόμους, ούτε στο δεσπότη ούτε στο νομάρχη. Αν και ολιγογράμματος, όμως τρόχιζε τη γλώσσα του πάνω στα βιβλία της εκκλησίας και στόλιζε το λόγο του όμορφα και ευλαβικά με λέξεις και ρητά της εκκλησιαστικής γραμματείας. Και τον κάθε τυχόν αμφισβητούμενο ισχυρισμό του τον επισφράγιζε με διακριτικό σταυροκόπημα. Έτσι όλοι πίστευαν πως ο Κώκος ήταν πιο μορφωμένος και από το δάσκαλο και από τον παπά ακόμα και από γιατρό. Η γλώσσα του, ροδάνι και οι χειρονομίες του, πολιτικού ρήτορα. Σ’ όσους τον έβριζαν ή και τον καταριούνταν δεν κάκιωνε παρά χαμογελούσε με μακροθυμία. Ήταν μικροκαμωμένος, ντελικάτος και βαθιά μελαχροινός, σχεδόν μελαψός. Ποτέ δεν αρρώσταινε κι ούτε παραπονούνταν για ό,τι δυσάρεστο κι αν του συνέβαινε. Ήταν σαν κάποια έντομα, που δεν τα πιάνει συμφορά, δεν τα κολλάει φαρμάκι. Για τούτη την εικόνα του και οι συγχωριανοί του, από μικρό, του έβγαλαν το παρόνομα «μπορπότσιαλος», ένα έντομο ανθεκτικό και στα δραστικότερα εντομοκτόνα δηλητήρια, που στην τοπική τους διάλεκτο θα πει «κατσαρίδα».

Μεγάλη Εβδομάδα· πέρασαν από το κατάστημά του πολλοί ζητιάνοι και λογής αναγκεμένοι. Ανάμεσά τους και δυο κραβαρίτες με προσποιημένες κακώσεις του σκελετού τους. Ο Κώκος, σαν καλός χριστιανός, και μάλιστα τέτοιες μέρες, τους υποδέχθηκε με ευφορία ψυχής και τους περιποιήθηκε σαν παλιούς φίλους και καινούργιους συνεταίρους! Και καθώς κοντά το γιόμα τούς ξεπροβόδιζε, τούς ψιθύρισε εμπιστευτικά: «Να ξανάρθετε το βράδυ, μόλις δείτε και σβήσω τη λάμπα του μαγαζιού, και θα τα πούμε καλύτερα».

* * *

Σε λίγες μέρες ήταν η Κυριακή του Παραλυτικού. Η ενορία με πανηγυρικές κωδωνοκρουσίες γιόρταζε την επίσκεψη του Δεσπότη. Μεγάλο γεγονός για ολόκληρο το χωριό, αλλά και τους κοντινούς συνοικισμούς. Κόσμος πολύς, κόσμος που δεν χωρούσαν στο ναό. Ο Κώκος, σαν ήρθε η ώρα να ψάλει τον «ἀναστάσιμον αἶνον», που αναφέρεται στο θαύμα της θεραπείας του παραλυτικού, με πρόσωπο που έλαμπε λες από αγιοσύνη, έτοιμο να χαμογελάσει στον ασπασμό των αγγέλων, έβαλε όλη την τέχνη του. Άρχισε να ψάλλει πολύ κατανυκτικά και με πρωτοφανές πάθος σε ήχο πλάγιο τέταρτο: «Κύριε, τὸν παράλυτον οὐχ ἡ κολυμβήθρα ἐθεράπευσεν, ἀλλ’ ὁ σὸς λόγος ἀνεκαίνισε...». Οι πιστοί έβλεπαν να τρέχουν από τα μάτια του δάκρυα σαν κορόμηλα, λαμπερά σαν μαργαριτάρια. Εκείνος, ας τον θάμπωναν, δεν τα μάζευε ούτε με την ανάστροφη της παλάμης του· ήξερε το τροπάριο απέξω, και σχεδόν κλαίγοντας και βαθιά αναστενάζοντας βοούσε κι ανέβαζε τον τόνο με στεντόρεια φωνή: «... καἰ τὸ φορτίον τῆς κλίνης σου ἐβάστασεν εἰς μαρτύριον...».

Κήρυξε ο Δεσπότης· μίλησε για το θαύμα της θεραπείας του παραλυτικού· έκαμε και τις απαραίτητες αναγωγές του. Σε μια αποστροφή του λόγου του συνδύασε την περίπτωση του παραλυτικού, που όντας τριάντα οχτώ ετών, όχι μόνο δεν είχε βρει θεραπεία, αλλά ήταν παντέρημος, και δεν είχε άνθρωπο «ἵνα, ὅταν ταραχθῇ τὸ ύδωρ», τον ρίξει στην κολυμπήθρα.

«Οι ανάπηροι», είπε ο Δεσπότης, «είναι βέβαια βάρος στην κοινωνία, οι αθεράπευτα ασθενείς είναι αβάσταχτο φορτίο μέσα στις ίδιες οικογένειές τους. Κι όσο η ζωή καλυτερεύει, αντί να καλυτερεύει και η μοίρα τους, αυτοί γίνονται συντριπτικό βάρος. Γιατί; Γιατί γινόμαστε σκληροί κι απάνθρωποι για τους γονείς μας, ακόμα και για τα παιδιά μας και για τ’ αδέρφια μας; Πολλοί θέλουν να τούς ξεφορτωθούν, ακόμα και με ανθρωπιστικά προσχήματα, αλλά ντρέπονται την κοινωνία· κάποιοι άλλοι, λιγότεροι αυτοί, φοβούνται και το Θεό. Όμως τί ζωή κάνουν αυτοί οι δύστυχοι; Κάποιοι μάλιστα, τάχα φιλάνθρωποι, δείχνουν συγκινητική συμπόνια, αλλά μ’ αυτή θέλουν να κερδίσουν. Σ’ ένα μεγάλο μοναστήρι κάποτε είχαν φέρει έναν τυφλό, τον έστησαν στην εμπασιά του μοναστηριού και τον έβαλαν να ψάλλει και να κρατεί τη σκούφια του για να μαζεύει τα ελέη των προσκυνητών. Και λίγο πιο πίσω καθόταν τάχα αμέριμνος στο κοτρόνι και κάπνιζε την πίπα του ο αδερφός του. Να δίνετε την ελεημοσύνη σας, χριστιανοί μου, ας είναι κι έτσι! μη συνερίζεστε! Και οι ανάπηροι έχουν τα έξοδά τους, και κάποτε μεγαλωμένα,. Οι ανάπηροι είναι το αψευδέστερο κριτήριο του πολιτισμού μας. Δεν συγχωρούμαστε από τη μια να δείχνουμε υπερβολική τρυφερότητα και στοργή στα οικιακά μας ζώα και από την άλλη να περιφρονούμε τους ανθρώπους μας. Λίγη αγάπη ας μας περισσεύει και γι’ αυτούς! Γιατί και μόνο η αγάπη μπορεί να τους κρατεί στη ζωή και να γλυκαίνει τον αλάλητο πόνο τους».

Είπε κι άλλα πολλά ο Σεβασμιότατος: μίλησε για τους πλούσιους και τις μεγάλες δυνάμεις, που με πολέμους και διάφορα θανατηφόρα μέσα σκοτώνουν πληθυσμούς και αποχαυνώνοντας μερίδες του πληθυσμού, τους μετατρέπουν σαν τον παραλυτικό του Ευαγγελίου. Κι αυτές οι άμοιρες μάζες των ομαδικώς παραλυτικών πληθυσμών χρησιμεύουν ως εύκολο κεφάλαιο για πολύπλευρη και στυγνή εμπορική και άλλου είδους εκμετάλλευση. Ακόμα και κράτη ολόκληρα, κυβερνήσεις με σοφούς κυβερνήτες, που θεατρινίστικα δείχνουν συγκινητική θεοσέβεια, δεν διστάζουν να συνεργάζονται με εμπόρους της αρρώστιας και του θανάτου, για να βελτιώσουν την οικονομία της χώρας τους. Και όλα αυτά φαίνεται να δείχνουν ότι οι άρρωστοι, οι σακατεμένοι και οι λογής ανάπηροι αποτελούν σημαντική επιχείρηση για κέρδη και έσοδα. «Ο Κύριός μας τότε θεράπευσε έναν παραλυτικό. Ποιος θαυματουργός όμως σήμερα θα γιατρέψει όλους εκείνους τους πολυπληθείς νέους, που η οικονομία μετατρέπει σε παραλυτικούς; Ο Θεός φαίνεται έχει αποστρέψει το πρόσωπό του από μας εδώ στη Γη. Ας γονατίσουμε και με το κρυφό δάκρυ της καρδιάς μας ας τον παρακαλέσουμε σαν άσωτοι γιοι του, να μας κοιτάξει ξανά. Αυτός, και μόνο αυτός, μπορεί να μας σώσει, αν βέβαια το αξίζουμε εδώ που έχουμε φτάσει».

Έκαμε την προσευχή του ο Δεσπότης, ευλόγησε τα πλήθη και κατέβηκε από το δεσποτικό. Τη στιγμή εκείνη ο πρωτοσύγκελλός του, που τον συνόδευε, βγαίνοντας από το άγιο βήμα, του ένευσε πως όλα πήγαν καλά και του έδειξε το χαρτοφύλακα· λογαριασμό θα κάμουν εκεί που πρέπει. Η λειτουργία είχε τελειώσει, η εκκλησία σχόλασε κι ο δεσπότης ανέβηκε στην άμαξα. Οι καμπάνες ηχούσαν θριαμβικά, όσο εκείνος ευλογώντας τους πιστούς λίγο πριν από το μεσημέρι έφευγε από το χωριό.

* * *

Οι πιο ηλικιωμένοι χωρικοί κάθισαν στον ίσκιο του πλάτανου και παράγγειλαν τον καφέ τους, για να κάμουν τα σχόλιά τους με άνεση· οι νεότεροι μπήκαν στο κρασοπουλιό και άλλοι στο διπλανό μαγέρικο της μικρής πλατείας. Εκεί τούς βρήκε τρομαγμένος και αναμαλλιασμένος ο Κώκος ο Μπορπότσιαλος. Έκλαιγε, θρηνούσε, στηθοχτυπιόταν και ζητούσε από όλους βοήθεια: Κάποιοι του έκλεψαν τον ανάπηρο αδερφό! Σήμερα, ανήμερα της μνήμης του θαύματος με την θεραπεία του παράλυτου! Κάλεσαν αμέσως τον αστυνόμο κι εκείνος έβαλε λυτούς και δεμένους να γυρίζουν στη περιοχή, να τη χτενίσουν και μέχρι το σούρουπο να μην επιστρέψουν, αν δεν βρουν τον καημένο τον παράλυτο και να τού φέρουν δεμένους τους κλέφτες!

Ο αστυνόμος προσκάλεσε από την πόλη και τον εισαγγελέα. Εκείνος ζήτησε και πήρε κατάθεση του Κώκου και των δύο βοηθών του. Ποιος ξέρει; Μπορεί κι εκείνοι, για να τον ξεφορτωθούν, να τον χάρισαν ή και να τον πούλησαν σε τίποτα ζητιάνους. Αλλά πάνε μέρες τώρα, που δεν ξαναφάνηκε ζητιάνος στο χωριό τους. Εξόν από τους ζητιάνους, τί να τον έκανε ο τυχόντας έναν παράλυτο! Οι έρευνες δεν απέδωσαν. Το έγραψε και η εφημερίδα. Κάποιοι δημοσιογράφοι έφαγαν και ήπιαν καλά στην αυλή του Κώκου και τού υποσχέθηκαν πως θα εργαστούν κι αυτοί, μήπως βρεθεί ο αδερφός του. Άλλωστε το θέμα ενδιαφέρει πολύ και τη δημοσιότητα. Οι ανάπηροι είναι πολλοί στην περιοχή. Κάποιοι κλέβουν κότες, πρόβατα, γίδες, οι γύφτοι κάποτε και μικρά παιδιά, αλλά μεγάλους ανθρώπους και μάλιστα ανάπηρους! Αν έβαλαν χέρι και σ’ αυτούς, αλίμονο!

Ολημερίς το παντοπωλείο παρέμεινε κλειστό σε ένδειξη πένθους. Ο Κώκος αποβραδίς κλείστηκε στο γραφείο του και γονάτισε να προσευχηθεί: «Κύριε, μακρόθυμε και πολυέλεε, μη πάρεις το χέρι σου από πάνω από τον έρμο αδερφό μου! Ίσως εκεί που τώρα πάει να είναι καλύτερα και για κείνον και για μάς. Θα ιδεί καινούργιους τόπους, θα γνωρίσει άλλους ανθρώπους, θα βρει καλύτερη περιποίηση και ίσως να ζήσει περσότερο από όσο εδώ. Ήξερες, Κύριε, πως πολλές φορές ο πειρασμός έφερε το θάνατο κοντά στο κρεβάτι του. Εγώ θυσίασα τα νιάτα μου και παντρεύτηκα με κλειστά τα μάτια μια γυναίκα, που κανένας άλλος δεν θα την έπαιρνε. Γιατί ποια σωστή θα ερχόταν στο σπίτι της δυστυχίας; Αλλά και τούτη την κακομοίρα, που δεν έκλεισε ακόμα τα εικοσιπέντε, την τραβάνε από το φουστάνι πέντε κιόλας κορούλες! Και ποιος να τις πάρει κι αυτές σαν έρθει η ώρα τους; οι γαμπροί θα βλέπουν ποιο είναι το ριζικό μας! Θα τούς λένε οι δικοί τους: ΄Μακριά! Μπορεί να τό 'χει το σόι τους. Θέλεις αύριο να βγει ένα παιδί σου παράλυτο;΄ Γιατί ο αδερφός μου, Κύριε, δεν έγινε έτσι, ήταν από γεννησιμιού του. Κατηγόρησαν τη μαμή, πως τάχα τον τράβηξε ζόρικα από το κορμί της μάνας μας και του έσπασε τη ραχοκοκαλιά. Μπορεί να ‘ταν κι έτσι. Συχώρα με Κύριε, εσύ που συχώρεσες ακόμα και τους σταυρωτήδες σου. Για το καλό του αδερφού μου, για το καλό όλων μας έγινε ό,τι έγινε. Και μην φωτίσεις τις αρχές να τον βρουν. Βόηθα να περάσουν αμολόητοι οι σωτήρες του πέρα απ’ τ’ αυλάκι!».

* * *

Σταυροκοπήθηκε ο Κώκος ο Μπορπότσιαλος κι ανακουφισμένος κάθισε στην καρέκλα του. Ολόκληρη η μέρα, βαριά κι ασήκωτη, τον είχε εξαντλήσει. Έπιασε λοιπὸν χαρτί και μολύβι να κάμει τον απολογισμό.

«Αι, αφεντικό!», στήθηκε ξαφνικά πίσω του ο μεγαλύτερος από τους παραγιούς του. «Θέλουμε κι εμείς το μεράδι μας. Όλα όσα μας έταξες! Αλλιώς το σκάμε και ο μπόγιας θα σου περάσει τις σιδεριές για να λιώσεις στα μπουντρούμια της φυλακής!».

Ο Κώκος μαρμάρωσε! . . . Σε λίγες μέρες ο Κώκος πήγε στο συμβολαιογράφο κι έγραψε και τα δύο αδέρφια δύο καρπερά και μεγάλα χωράφια. Και όπως γύρισε, τούς φίλεψε με γλυκίσματα και ακόμα τούς έταξε να τούς καλοπαντρέψει.

* * *

Πέρασαν χρόνια. Στη μεγάλη πολιτεία σπούδαζε για δασκάλα μια θυγατέρα του μεγαλύτερου, άλλοτε παραγιού και τώρα καλού και φτασμένου νοικοκύρη. Πήγε κι εκείνος μια φορά στην πόλη να ιδεί πώς τα βολεύει η θυγατέρα του, μην ηύρε κι αγάπησε, αλλά και να μάθει κάτι και για την προκοπή της. Το μεσημέρι καθισμένος στο καφενείο απέναντι από το παρθεναγωγείο, όπου την περίμενε, ξαφνιάστηκε, που περνούσε μπροστά του μουλάρι! και κουβαλούσε πανωσάμαρα σε ξυλοκρέβατο κάποιον παράλυτο! Βλέποντάς τον ο άνθρωπός μας ο χωρικός συγκινήθηκε βαθιά. «Κοίτα, μωρέ, τι ζωή έχουν οι χλιμμένοι!. . . Οι αλήτες, οι κακούργοι, οι παλιάνθρωποι, χωρίς καμιά λύπηση τούς σέρνουν εδώ κι εκεί, για να κερδίζουν από τη δυστυχία! . . ». Η σκέψη του ταραγμένη πήγαινε στο χωριό του. Σαν αστραπές σε καταιγίδα άρχισαν να βουρλίζουν και να θολώνουν το μυαλό του όλα εκείνα, που πριν από είκοσι, και βάλε, χρόνια τελέστηκαν εκείνη την Κυριακή του Παραλυτικού. Τον συνέφερε όμως σαν τρομακτικός εφιάλτης η φωνή του αγωγιάτη: «Δώστε τη βοήθεια σας, να συνοδέψω τον δύστυχο τον αδερφό μου στην Ευρώπη, μη λάχει και γιατρευτεί;».  

 Ο ανάπηρος θα ήταν τώρα κοντά ή λίγο πάνω από τα εξήντα, λογάριασε ο χωρικός. Ήταν σίγουρος πως έβλεπε και άκουγε έναν από εκείνους τους δύο κραβαρίτες της Μεγάλης Εβδομάδας. Δάκρυσε. Ένιωσε δυνατές σουβλιές στην καρδιά του. Είχε βοηθήσει κι αυτός το αφεντικό του. Αλλά πώς αλλιώς! αφού από κείνη τη δουλειά και με το καλό της διάφορο έγινε κι αυτός νοικοκύρης, και να τώρα, δεν είναι υπηρέτης, έχει προκομμένη συντρόφισσα και καλά παιδιά, που θα σπουδάσουν και θα γίνουν καλοί ανθρώποι, όπως ήταν κι ο μακαρίτης ο Κώκος ο Μπορπότσιαλος! Ο Θεός θα τον συχωρέσει. Δίκαιος άνθρωπος!

Σηκώθηκε, φόρεσε τη σκούφια του. Με σκυμμένο το κεφάλι και κρύβοντας το πρόσωπό του, μην λάχει και τον αναγνωρίσει ο κραβαρίτης – λες κι εκείνος θα τον είχε στην έγνοια του - χώθηκε στο πλήθος.

Δημοσθένης Γ. Γεωργοβασίλης