Πεζογραφία

Δημοσθένη Γεωργοβασίλη:

ΧΑΡΟΠΟΙΟΝ ΠΕΝΘΟΣ

«Πένθος ἐστὶ πεποιωμένη ὀδύνη μετανοούσης ψυχῆς καθἡμέραν ὀδύνας ὀδύναις προστιθεῖσα, ὡς ἡ τίκτουσα καὶ ὠδίνουσα».                                                (Κλῖμαξ Ἰωάννου Ζ, ξ).


«Χαρίδημε, τρία ολόκληρα χρόνια δουλεύω και τρώω ψωμί στο σπίτι σας. Με γνωρίζετε καλά, δεν είναι έτσι»; ρώτησε κάπως ντροπαλά ο Θεμιστοκλής ο Φιδάκιας το Χαρίδημο, μεγαλύτερο γιο του νοικοκύρη Μόσχου Ταλαρά.

«Και βέβαια, Θεμιστοκλή, και σε αγαπήσαμε σα δικό μας άνθρωπο, σαν αδερφό, θα έλεγα. Είσαι πολύ προκομμένος και έχεις καλό μέλλον. Και μπορώ να σου πω ότι από τότε που μπήκες στο σπίτι μας, πάνε κιόλας τρία χρόνια, και το δικό μας βιος μεγάλωσε και οι έγνοιες μας λιγόστεψαν.

«Αφού είναι έτσι», πήρε θάρρος τώρα ο Θεμιστοκλής,«γιατί να μη γίνουμε και πραγματικά αδέρφια»;

«Μα πώς»; Απόρησε ξαφνιασμένος ο Χαρίδημος. «Δεν είμαστε αίμα»;

-«Αι, να γίνουμε αίμα. Τι θα έλεγες αίφνης αν με παίρνατε για γαμπρό σας στην αδερφή σας την Ερμιόνη»;

Ο Χαρίδημος συνοφρυώθηκε παράξενα. Όχι και για άνδρα της μονάκριβης αδερφής τους τον ξωμερίτη εργάτη, τον σχεδόν σπιτικό τους υπηρέτη! Αυτοί είναι νοικοκυραίοι, από τους πρώτους στο χωριό. Καλά το λένε: «Δώσε θάρρος στο χωριάτη, ν’ ανεβεί και στο κρεβάτι!» Είναι μεγάλη φάρα οι Ταλαραίοι. Οι νύφες και οι γαμπροί, που μπαίνουν στα σπίτια τους, κρατάνε από καλά και μεγάλα σόγια. Ο Θεμιστοκλής μπορεί να είναι καλός δουλευτής, τίμιος άνθρωπος, οικονόμος, κοινωνικός, αλλά είναι φτωχός, κοινωνικά ασήμαντος και κακοφτιαγμένος. Κ από πού κατέβηκε; Α‘π τα κράκουρα. Δεν βλέπεις πώς περπατάει; Πριν από τρία χρόνια κατέβηκε από τα Φιδάκια, ένα μικρό χωριό κοντά στο Καρπενήσι, και ρίχτηκε με τα μούτρα στη δουλειά. Έφαγε, ντύθηκε, φτιάχτηκε κάπως, δε λέω, αλλά κοίτα τον πώς περπατάει, λες και δρασκελάει κοτρόνια. Τον ταΐσαμε, τον αγκαλιάσαμε, τον εμπιστευθήκαμε, τον βάλαμε στο σπίτι μας, και να τώρα, κοίτα θράσος! Σοφά το είπαν κι εγώ το ξαναλέω: «Δώσε θάρρος στο χωριάτη ν’ ανεβεί και στο κρεβάτι!».

Βέβαια και η Ερμιόνη δεν είναι καμιά ομορφονιά: κοντούλα, λιπόσαρκη, σχεδόν σαρακοστιανή, σταφιδωμένη. Κι έχουν αρχίσει ν’ ασπρίζουν τα μαλλιά της κι ας μην έχει πατήσει ακόμα τα τριάντα.

Όμως από την πρώτη στιγμή η Ερμιόνη είχε δείξει μεγάλη συμπάθεια για τον άξιο και τίμιο εργάτη. Στενοχωρούνταν, αν κάποιο βραδάκι εκείνος δεν περνούσε από το σπίτι τους να τους ρωτήσει μήπως είχαν δουλειά για την άλλη μέρα ή όταν του απαντούσαν αρνητικά. Εκείνη τον ήθελε κάθε μέρα στη δούλεψή τους. Χαιρόταν να μαγειρεύει γι’ αυτόν, να του πλύνει τα ρούχα, να τα μπαλώνει, να τα σιδερώνει κι ας τη μάλωνε συχνά η μεγαλοπιασμένη μάνα της. Χώρια όλη τη λάτρα του σπιτιού με τρεις άνδρες και από 15 χρονών μέρα νύχτα κερί και λύχνος σαν παραδουλεύτρα.!

 

Η Ερμιόνη αγάπησε μέσα της το Θεμιστοκλή από την πρώτη μέρα, που τον είδε να πατάει στην αυλή τους: με το σακούλι στον ώμο, με μπαλωμένο σακάκι και παντελόνι, με τα γουρνοτσάρουχά του, ξερακιανός και λίγο σκυφτός, συστήθηκε στους νοικοκυραίους: «Θεμιστοκλής Πελεγρίνης από τα Φιδάκια του Καρπενησιού». Αλλά οι χωριανοί προτίμησαν να τον φωνάζουν «Φιδάκια». Ούτε Θεμιστοκλής ούτε Πελεγρίνης, απλώς «Φιδάκιας.

 

Την πρόταση του Θεμιστοκλή την άκουσε η γειτόνισσά τους, που συνήθιζε να στήνει αυτί, η Χαρίκλεια, μεσόκοπη προξενήτρα, τριγυρίστρα και σοκακιάρα. Το βραδάκι πέρασε από πόρτα σε πόρτα και κοινολόγησε το επεισόδιο σε πολλές γυναίκες. Την άλλη μέρα στην εκκλησία ο ψίθυρος ήταν πολύς. Αλλά σε λίγο το νέο έφτασε και στα καφενεία και στις ταβέρνες.

Το έμαθε ο γερο-Ταλαράς, πήρε μαζί του και τον πρώτο το γιο του, το Χαρίδημο, και μια και δυο στον καφενέ, όπου ο Θεμιστοκλής έπινε τον καφέ του. Εκεί άρχισαν το υβρεολόγιο και τις απειλές, ωσάν η πρόταση του υποψήφιου γαμπρού να ήταν ατίμωση όχι μόνο της Ερμιόνης, αλλά και ολόκληρης της φάρας. Ο πατέρας σήκωσε τη μαγκούρα του και ο Χαρίδημος κατακεφάλισε απανωτά τον μαρμαρωμένο Θεμιστοκλή.

 

Ο Θεμιστοκλής δεν μπόρεσε να αρθρώσει λέξη. Τόση ήταν η λύσσα πατέρα, γιου και κάποιων άλλων συγγενών. Υβρισμένος και δαρμένος έσκυψε το κεφάλι και πήρε το δρόμο για τη λίμνη. Βρύση τα δάκρυα θόλωναν τα μάτια, και δεν έβλεπε το δρόμο. Τον έπνιγε το παράπονο. Γιατί να ‘ναι τόσο κακοί οι άνθρωποι; Και το δικό του χωριουδάκι είχε τις ιδιορρυθμίες του, αλλά οι κάτοικοι είχαν αγάπη. Τούτοι εδώ οι καμπήσιοι γιατί είναι ούλοι τους τόσο κακοί; Πώς δε σηκώθηκε έστω κι ένας από τους πελάτες του καφενείου, για να τον προστατέψει; Τι κακό έκαμε και άξιζε τέτοια τιμωρία;

* * *

Ήταν Οκτώβριος του 1904. Τα κρασιά έβραζαν στα βαρέλια, οι ελιές ήταν φορτωμένες, τα πρόβατα χορτάτα και ετοιμόγεννα. Και ολόκληρη η χώρα θρηνούσε το χαμό του ηρωικού παλικαριού της Παύλου Μελά. Λίγοι στο χωριό, οι πιο μυαλωμένοι, κατηγόρησαν τους Ταλαραίους και τους έστρεψαν την πλάτη.

Ο Χαρίδημος για να δείξει την αρχοντιά του και για να κλείσει τα στόματα όσων τοὺς κατηγορούσαν για την αδικία, που έκαμαν στον πιστό εργάτη τους, έτσι το σκέφτηκε, το έριξε στα γλέντια. Τα κλαρίνα και τα τραπεζώματα σε φίλους και συγγενείς άρχισαν να κατατρώγουν το βίος τους. Η περιουσία εγκαταλείφθηκε απροστάτευτη. Σιγά-σιγά σώθηκε και η προίκα της Ερμιόνης. Ήρθαν τα χρωστιμιά για τα υποθηκευμένα υποστατικά τους. Η Τράπεζα τα έβγαλε σε πλειστηριασμό. Ο Χαρίδημος κατέληξε σε άσυλο ανιάτων. Από τον καημό τους για την απώλεια της περιουσίας και τον κοινωνικό τους αποκλεισμό πέθαναν ο ένας κοντά στον άλλον: μάνα, πατέρας και δύο ακόμα αδέρφια του, παραπληγικά. Ο δεύτερος γιος, ο αμίλητος και ακοινώνητος Σπύρος χάθηκε από το χωριό ποιος ξέρει πού. Η μικρή κοινωνία δεν το συγχώρησε: δεν έπρεπε να διαπομπέψουν τόσο απάνθρωπα έναν τίμιο άνθρωπο!

 

Η Ερμιόνη, μόνη και έρημη, θεληματικά ή μάλλον αθέλητα, έμεινε ανύπαντρη. Ένοιωθε αδικημένη. Γιατί δεν τη ρώτησαν για την πρόταση του Θεμιστοκλή; Γιατί τον ἐδιωξαν από το χωριό σαν κακούργο; Σ’ αυτόν χρωστούσαν τον καινούργιο πλούτο τους. Γιατί έφαγαν στις ασωτίες την προίκα της; Η ξεπεσμένη αρχοντοπούλα, μόνη κι έρημη τώρα, σαν αστραποβαρεμένη και παντάφτωχη, αποσύρθηκε στην άκρη του χωριού και κόνεψε σε μιαν παρατημένη αχυροκαλύβα. Λίγες κότες, δυο γίδες, κάποιες γάτες, ένας σκύλος και τα πουλιά του ουρανού ήταν η συντροφιά και η καθημερινή της μέριμνα. Έτσι περνούσαν τα χρόνια.

 

Ήρθαν οι πόλεμοι στα Βαλκάνια. Έγινε ο μεγάλος πόλεμος στην Ευρώπη. Η Ελλάδα στο πλάι των νικητών μεγάλωσε άλλο τόσο, αλλά έγινε και η καταστροφή στη Μικρασία. Άρχισαν να καταφθάνουν κοπαδιαστά οι πρόσφυγες. Μαθημένοι στην καλλιέργεια του καπνού και της ελιάς, ρίχτηκαν στη δουλειά για την επιβίωσή τους. Ξαφνικός πλούτος από τα φτηνά μεροκάματα των κατατρεγμένων, αλλά και μια αύρα προόδου και πολιτισμού στη ζωή το χωριού. Οι πρόσφυγες μαζί με τη θέληση για προκοπή έφερναν και καλές ιδέες. Αρχικά ξάφνιασαν το ναρκωμένο στις τοπικές παραδόσεις χωριό, αλλά σε λίγο έγιναν οι οδηγοί του.

* * *

Ήταν αρχές Ιανουαρίου του 1924. Στην Αθήνα ο στρατηγός Πάγκαλος με πραξικόπημα ανέτρεψε την κυβέρνηση, διέλυσε την Εθνοσυνέλευση και ανακήρυξε τον εαυτό του δικτάτορα. Στην αγορά απασχολημένοι όλοι με το μεγάλο αυτό γεγονός δεν παρατήρησαν ότι αποβραδίς είχε ξεπεζέψει από την πόλη ένας καλοθρεμμένος μεσόκοπος άνδρας. Σε δυο μέρες όμως τον είδαν και τον θαύμασαν στην εκκλησιά, στη λειτουργία των Θεοφανείων: ωραία φορεσιά, παραμάσχαλα ψηλό καπέλο χνουδάτο, χρυσό ρόλοι στο γιλέκο, χρυσά δόντια, σκαρπίνια λουστρίνια, τριζάτα. Όσο ντρέπονταν να τον πλησιάσουν τόσο κόρωνε η περιέργειά τους να μάθουν ποιος ήταν και τί γύρευε στο χωριό τους ένας τέτοιος πρωτόφαντος άρχοντας! Στη σειρά για τον αγιασμό, τον άκουσαν να αποκρίνεται στο ερώτημα του περίεργου παπά: «Μίστος Περιβολάρης!»

Απόλυσε η εκκλησία. Στον καφενέ ο πρόεδρος καλωσόρισε τον Μίστο και θέλοντας να τον γνωρίσει προσφέρθηκε να τον κεράσει. Ξεθάρρεψαν κι άλλοι και σιγά-σιγά τον άκουγαν να τους διηγείται πώς πλούτισε στην Αμερική και πώς έφερε τα πλούτη του, για να βοηθήσει τους φτωχούς και ξεριζωμένους ανθρώπους της πατρίδας του.

Ο Μίστος σε λίγες μέρες ανασκουμπώθηκε για το καλό του χωριού. Έφερε μηχανήματα κι άνοιξε δημοσιά για την πόλη. Έχτισε σχολείο με πολλές αίθουσες και μεγάλη αυλή. Άνοιξε τρία πηγάδια στις γειτονιές του χωριού, έχτισε τρεις νερόμυλους στην ακροποταμιά. Ίδρυσε ελαιοτριβείο, τυροκομείο και αρτοποιείο. Ήθελε να χτίσει και φράγμα στο λαγκάδι, για να γίνει τεχνητή λίμνη, ώστε οι γεωργοί να έχουν φτηνό νερό για πότισμα, αλλά δεν τον άφησε ο δασάρχης. Σ’ όλες τις επιχειρήσεις του χρησιμοποιούσε αδιάκριτα ανθρώπους ντόπιους και πρόσφυγες, όσο έβλεπε την προκοπή και εκτιμούσε τον τίμιο ιδρώτα τους. Οι κάτοικοι τον αγάπησαν σαν σωτήρα τους κι από τότε και για είκοσι και πάνω χρόνια τον έκαναν συνέχεια πρόεδρο της κοινότητας.

Είχε όμως ο Μίστος και πολλές παραξενιές. Πρώτα πρώτα, αφού έχτισε ένα όμορφο, ευρύχωρο, αλλ’ απέριττο σπίτι πάνω στο λόφο, μάζεψε την έρημη Ερμιόνη για παραδουλεύτρα και νοικοκυρά του σπιτιού του, όπου ο ίδιος γύριζε το βράδυ μόνο για ύπνο. Μαζί της δεν έβγαινε ποτέ, αλλά όλοι τον έβλεπαν να κάθεται πλάι της στη βεράντα του πολλές ώρες, κυρίως τις μέρες που από ατύχημα είχε το πόδι του στο γύψο. Πολλοί υποπτεύονταν το δεσμό του, αλλά από σεβασμό δεν το συζητούσαν.

 

Έπειτα έβαλε ανθρώπους του να προσκαλούν στο σπίτι του το βράδυ όσους ξενομερίτες δουλευτές έρχονταν ή ζητιάνους που ξέμεναν στο χωριό. Δειπνούσε μαζί τους, τους παραχωρούσε το λουτρό του να καθαριστούν, τους έντυνε με καθαρά και καινούργια ρούχα, τους πρόσφερε κατάλυμα και το πρωί, μετά το πρόγευμα, αφού τους χάριζε καινούργια φορεσιά, τους ρωτούσε αν θα ήθελαν να παραμείνουν έτσι ως φιλοξενούμενοί του για μια βδομάδα. Αλλά υπό έναν και μοναδικό όρο: να είναι ντυμένοι και καθαροί και να μη ζητιανεύουν. Κι αν έτσι τους άρεσε, τότε θα μπορούσε να τους πάρει στις επιχειρήσεις του κι ανάλογα με τη δουλειά τους θα τους αντάμειβε πλουσιοπάροχα. Από το μεροκάματό τους δεν θα είχαν να ξοδεύουν για τη συντήρησή τους, γιατί όλα τα έξοδά τους θα τα αναλάβαινε ο ίδιος. Και δεν κουραζόταν να επαναλαμβάνει: Η δουλειά είναι η μάνα της περιουσίας και η οικονομία είναι η δίδυμη αδερφή του πλούτου. Μόνο με την τίμια δουλειά και την οικονομία μπορεί ο καθένας να γίνει νοικοκύρης.

 

Αλλά την πιο αξιοπερίεργη και σκανδαλώδη ιδιορρυθμία την έδειχνε στον πολλαπλασιασμό της περιουσίας του. Ως πρόεδρος μπόρεσε να αξιοποιήσει μεγάλες εκτάσεις στα κοινοτικά κτήματα. Ισοπέδωσε περιοχές και τις μετέβαλε σε καλλιεργήσιμες. Αναδάσωσε χέρσες και δύσβατες περιοχές. Φύτεψε παραγωγικά δένδρα. Στη ακτή της λίμνης ίδρυσε ιχθυοτροφείο. Και πιο πάνω ένα μεγάλο ορνιθοτροφείο. Πυρετός δουλειάς και φτήνια στα αγαθά. Τα περιβόλια και τα δένδρα δεν ήταν φραγμένα και ο καθένας συγχωριανός, μόνο για τις ανάγκες του, μπορούσε να μαζεύει ελεύθερα. Και τούτο το χωριό έγινε σε λίγο μαγνήτης για όσους παραχωριανούς αναζητούσαν προκοπή. Στα χρόνια αυτά το μικρό χωριό από μαχαλάς με σαράντα οικογένειες μεγάλωσε κι έγινε μια όμορφη κωμόπολη με τέσσερις και πάνω χιλιάδες κατοίκους. Μια έκταση πάνω από έξι τετραγωνικά χιλιόμετρα, αληθινό περιβόλι, έμοιαζε σαν το καλύτερο κομμάτι του παραδείσου, όπως τον φαντάζονται οι ζωγράφοι.

* * *

Τελείωσε ο εμφύλιος πόλεμος των Ελλήνων κάπου στα μέσα του αιώνα. Ο Μίστος, πάντα πρόεδρος, είχε ξεπεράσει τα ογδόντα του. Στον ύπνο του άρχισε να λαβαίνει πρωτόγνωρα μηνύματα, που του έστελνε όλο και συχνότερα ο αδελφός του ύπνου, ο θάνατος. Έτσι κάλεσε το δάσκαλο και του υπαγόρευσε τη διαθήκη του. Μάρτυρες είχε τον παπα-Περικλή και τον γείτονά του, το γιατρό Άνθιμο Μαντζαβίνο. Τη διαθήκη την εμπιστεύθηκε στον παπά.

 

Εφτά χρόνια αργότερα ήταν το Μεγάλο Σαββάτο. Τέσσερις έμπιστοι αρχιεργάτες και προϊστάμενοι σε επιχειρήσεις του ήρθαν το δειλινό να φροντίσουν για την ψησταριά. Κάθε χρόνο ανήμερα της Λαμπρής ο Μίστος μάζευε στην αυλή του πάνω από είκοσι φτωχές και πολύτεκνες οικογένειες και έψηνε μαζί τους αρνιά. Εργάτες τώρα έσκαβαν το μεγάλο λάκκο. Η Ερμιόνη φώναξε επάνω το Γιάννη, τον πιο καλοσυνάτο από τους τέσσερις, και τον πέρασε στο δωμάτιο, όπου ήταν κρεβατωμένος ο Μίστος. Έκλεισε την πόρτα και η ίδια πέρασε στο διπλανό δωμάτιο. Σε λίγο ο Γιάννης κατέβαινε σφουγγίζοντας τα δάκρυά του. Μπήκε στην αποθήκη, φορτώθηκε τα σύνεργα του μαραγκού και πήρε το δρόμο για το μεγάλο στάβλο.

 

Μεσάνυχτα χτυπούσε η καμπάνα για την Ανάσταση. Ο Μίστος φώναξε την Ερμιόνη, που ήταν ξαπλωμένη στο διπλανό δωμάτιο. Έβγαλε από μια κρυψώνα, που είχε στο στρώμα του, μια όμορφη βέρα, και την πέρασε στο δάχτυλό της. Εκείνη ξαφνιασμένη την έβγαλε και την περιεργάσθηκε στο φως της λάμπας. Από μέσα έγραφε καλλιγραφικά: «Ερμιόνη 4-1-1904». Δακρυσμένη έσκυψε να του φιλήσει το χέρι. Ο Μίστος της έγνεψε δείχνοντας τα χείλη του. Και τραυλίζοντας της είπε: «Από τότε είσαι η δική μου γυναίκα». Και καθώς η Ερμιόνη έσκυψε να τον φιλήσει, ο Μίστος γαληνεμένος και με ένα ουράνιο χαμόγελο άφηνε στο μάγουλό της την τελευταία του πνοή.

 

Καθώς χάραζε η αυγή και η αναλαμπή του Αυγερινού χανόταν από τις χρυσαχτίδες της ανατολής, ήρθαν ακροπατώντας οι τέσσερις μπιστικοί. Έβαλαν το άψυχο σαρκίο μέσα στη σανιδένια κάσα. Η Ερμιόνη απέθεσε στα σταυρωμένα χέρια του ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα, που έσταζαν οι δροσοσταλίδες σαν βουβό κλάμα. Κι απάνω τους στήριξε ένα εικονισματάκι με τον Αι-Γιώργη, καβαλάρη και δρακοντοκτόνο. Σήκωσαν την κάσα και σιωπηλά οι πέντε ανηφόρισαν για το παλιόκαστρο και τον έθαψαν στο κοιμητήρι.

 

Γύρισαν, ενώ σε λίγο άρχιζαν στην αυλή, δίπλα στην ψησταριά, οι χαρές, τα τραγούδια και ο χορός. Οι οικογένειες είχαν καταφτάσει να χαρούν τούτη τη μέρα μαζί με τον ευεργέτη τους. Κοντά στο μεσημέρι έφτασε κι ο παπάς κρατώντας το άγιο δισκοπότηρο. Αι, τέτοια μέρα, που ο Χριστός συγχώρησε ακόμα και τους σταυρωτές του, είναι αμαρτία να μη μεταλάβει ένα γέροντα ετοιμοθάνατο, κι ας μην είχε εκείνος ζητήσει ποτέ του μεταλαβιά από το χέρι του παπά. Ναι, ο Μίστος είναι αμαρτωλός, αφού συζεί αστεφάνωτος. Αλλά εκείνη η διαθήκη, όταν ανοιχθεί, θα κάμει όλους να τον θεωρήσουν άγιο.

Σαν άκουσε τον παπά στην αυλή, κατέβηκε η Ερμιόνη μαυροντυμένη. Ο παπάς κι όλοι γύρω βουβάθηκαν: «Ώστε ο Μίστος πέθανε!», είπε ο παπάς, «και κηδεύτηκε χωρίς παπά, ψάλτη και φίλους! Αι, αυτό είναι ανάκουστο! Γιατί μας το ‘καμε αυτό ο Μίστος! Δεν ήξερε πόσο τον αγαπούσαμε, πόσο θέλαμε να ράνουμε το φέρετρό του με τα δάκρυα της ευγνωμοσύνης μας!»

Και γυρίζοντας στους έκθαμβους γύρω του: «Αυτό, αδελφοί μου, η εκκλησία μας το λέει ‘χαροποιόν πένθος’. Χαρείτε λοιπόν, τραγουδήστε και χορέψτε. Όχι, δεν πρέπουν δάκρυα πόνου για έναν τέτοιον άνθρωπο, αλλά δάκρυα χαράς! Σήμερα ευδόκησε ο Μεγαλοδύναμος και μας έδωκε να καταλάβουμε τι σημαίνει ‘χαροποιόν πένθος’»!

 

Γύρισε τα μάτια του ολόγυρα ο παπάς, είδε όλους σιωπηλούς και θλιμμένους, αγνάντεψε ψηλά τις πλαγιές των λόφων κατάφυτες και τα δένδρα ολάνθιστα κι αναστενάζοντας συνέχισε:

«Αν όμως είναι να κλάψουμε και να θρηνήσουμε, τότε ας θυμηθούμε οι παλιότεροι τι κάμαμε για να διώξουμε από το χωριό μας καλούς και αναγκεμένους ανθρώπους. Κι ας μετανοήσουμε! Μετάνοια δεν είναι να γονατίζουμε μπροστά στο Άγιο Βήμα και να εξομολογούμαστε στον παπά. Μετάνοια είναι να αλλάξουμε μυαλά. Και να σκεπτόμαστε κάθε στιγμή ότι όλοι οι άνθρωποι είμαστε αδέρφια. Να μη ξεχωρίζουμε τον άλλον ανάλογα με το έχει του, την ομορφιά του ή τη σειριά του. Να τον ξεχωρίζουμε, να τον τιμάμε και να τον σεβόμαστε ανάλογα με την καλοσύνη και την αξιοσύνη του. Ο Μίστος ήταν ένας άγιος άνθρωπος. Η αγιοσύνη δεν δείχνεται με τα λόγια και τους μεγάλους σταυρούς. Δείχνεται με τα έργα. Χαρείτε για τον τέλειο άνθρωπο, που ήταν τόσα χρόνια ανάμεσά μας αληθινός αδερφός και μεγάλος ευεργέτης μας και τώρα βουλήθηκε ο Πανάγαθος να τον καλέσει κοντά Του. Μας έκαμε τη ζωή αξιοβίωτη, αφήνοντάς μας τόσα πολλά αγαθά και πάνω από όλα την αξιομίμητη καλοσύνη του. Και να λυπηθούμε και να πενθήσουμε ο καθένας μας για όσα κακά κάμαμε ο ένας στον άλλον ή και στον εαυτό μας».

* * *

Άνοιξε η διαθήκη: Όλα τα ακίνητα να πάνε στην κοινότητα. Τα κινητά και οι επιχειρήσεις να δοθούν σε ομάδες οικογενειών των ανθρώπων, που απασχολούνται σ’ αυτά. Το σπίτι του, μετά το θάνατο της Ερμιόνης, να γίνει γηροκομείο. Και το σανιδένιο φέρετρό του να φυλαχτεί στην αποθήκη της ενορίας για όποιον άλλον τυχόν θα χρειασθεί. Υπογραφή: «Θεμιστοκλής Πελεγρίνης».

 

Ώστε λοιπόν ο Μίστος ο Περιβολάρης –ήταν εκείνος ο ταλαίπωρος ο «Φιδάκιας»! Πολλοί ένοιωσαν ντροπή. Οι φτωχότεροι άρχισαν προσευχές και δεήσεις στο Θεό να τον κατατάξει στο παράδεισο ανάμεσα στους αγίους.

 

Αλλά υπήρξαν και οι κακόβουλοι, όσοι λογάριαζαν κέρδος από την μεγάλη περιουσία: Ψίθυροι διέδιδαν ότι ο Μίστος στη Αμερική ήταν ληστής και γκάνγκστερ. Έτσι έφτιασε την αρχική περιουσία, που έφερε στο χωριό. Την Ερμιόνη τη συμμάζεψε όχι ως σύντροφό του ή από καλοσύνη, αλλά ως υπηρέτριά και μορόζα του, για να εκδικηθεί τους Ταλαραίους, που τον έδιωξαν απάνθρωπα. Την περιουσία του τη μοίρασε έτσι, γιατί στο βάθος ήταν κρυφοκομμουνιστής. Οι επιχειρήσεις του ήταν κολεκτίβες. Ήταν άθεος, γι’ αυτό περιφρόνησε θρησκεία και εκκλησία κι όχι μόνο δεν στεφανώθηκε την Ερμιόνη, αλλά κηδεύτηκε σαν ψόφιο βόδι. Και επειδή σε λίγο κι άλλοι ευκατάστατοι στο χωριό καθώς και ολόγυρα άρχισαν να αποφεύγουν τις πολυτελείς, πολυέξοδες και πομπώδεις κηδείες, όσοι έχαναν από το σχετικό εμπόριο, λυσσασμένοι ονόμαζαν αυτές τις κηδείες «βοϊδοπτώματα».

 

 

Δημοσθένης Γ. Γεωργοβασίλης