Παραδόσεις & έθιμα

Παιδικά παιχνίδια μιας άλλης εποχής

Ο πετροπόλεμος, τα χαλκούνια, ο τρύγος, η γουρούνα,  το πιάσιμο των πουλιών (με αξόβεργες), οι σουμάδες και άλλα, όπως τα διηγείται ο Ευάγγελος Παπαστράτος στο βιβλίο του "Η δουλειά και ο κόπος της"

Την εποχή εκείνη, όσο κι αν στην Ελλάδα και μάλιστα στίς μικρές επαρχιακές πόλεις τα σπορ δεν ήταν ακόμα γνωστά, ωστόσο τα παιχνίδια πού παίζαμε δεν ήταν άσχετα με την εξάσκηση - καί την κούραση μάλιστα- του σώματος, σε βαθμό 'ίσως μεγαλύτερο από ό,τι έπρεπε. Ήταν το τρέξιμο, το άλμα σέ μήκος καί ύψος, το λιθάρι, η «άμπάρτσα», πού ήταν ένα τόπι πέτσινο καλογεμισμένο με τραγόμαλλο πού το χτυπούσαμε με το χέρι. οι «σουμάδες» -πέτρες πλακουτσές, πού ρίχναμε σε μιαν άλλη πέτρα μικρότερη, για να τη βάλουμε σπρώχνοντας μέσα σε μια τρύπα - και η «γουρούνα» - ένα μικρό στρογγυλό ξύλο, πού το βάζαμε μέσα σε μια γούρνα και το φύλαγε ό «γουρνιάρης» μ' ένα ξύλο στο χέρι, ενώ οι άλλοι παίχτες, πού κρατούσαν κι αυτοί από ένα ξύλο, προσπαθούσαν να βγάλουν τη γουρούνα από τη γούρνα και να την απομακρύνουν. Ήταν ακόμα ό πετροπόλεμος, ό χαλκουνοπόλεμος, το πιάσιμο των πουλιών με τις άξόβεργες, οι ρετσιναριές τίς Απόκριες κι ό τρύγος των αμπελιών.

***

Ό πετροπόλεμος εκείνη την εποχή, ήταν πιο πολύ για τα μεγάλα παιδιά, πού ήταν χωρισμένα σε δύο Ομάδες: τα «Βραχωρτάκια», πού κατοικούσαν προς το ανατολικό μέ­ρος της πόλης, καί τα «Σουλιωτάκια» προς το δυτικό. Λέγονταν Σουλιωτάκια από μια συνοικία, «τα Σουλιώτικα», όπου είχαν εγκατασταθεί πολλές οικογένειες, πού είχαν φύγει από το Σούλι στον καιρό του Άλη-Πασά.

Το μέρος όπου γινόταν ό πετροπόλεμος ήταν ορισμένο: στη συνοικία Τριανταφυλλιά, κοντά στο χτήμα του Δημητράκη Στάϊκου· καί πολλά κεφάλια μάτωναν σε εκείνο το πεδίο της μάχης. Εγώ κι ή παρέα μου, σαν πολύ μικροί πού ήμασταν, δε μπορούσαμε να λάβουμε μέρος στην πρώ­τη γραμμή του πυρός, αλλά αποτελούσαμε την εφοδιοπομπή καί μεταφέραμε τα πολεμοφόδια, πέτρες κατάλληλες για τίς σφεντόνες. Εμείς ανήκαμε - στο στρατόπεδο των Βραχωρτακιών.

Εννοείται πώς είχαμε κι εμείς τίς σφεντόνες μας, αλλά μόνο για να παίζουμε στη γειτονιά μας καί πολλές φορές, χωρίς να το θέλουμε, σπάζαμε τζάμια των σπιτιών της συνοικίας ή καί κανένα κεφάλι, δικό μας ή ξένο. Με τίς ανάλογες συνέπειες.

 ***

Ό τρύγος των αμπελιών ήταν για μας, τα παιδιά πού είχαμε αμπέλια, ή πιο αγαπημένη μας διασκέδαση. Πριν μερικές εβδομάδες άρχιζαν οί προετοιμασίες για το καθάρισμα καί το μούσκεμα των «βαγενών», όπως τα λέγαμε, το μούσκεμα της μεγάλης κάδης, οπού βάζαμε όλο το μούστο με τα τσίπουρα για να βράσει. Κι όταν άρχιζε ό τρύγος πηγαινοερχόμασταν με τα κάρρα, πού κουβαλούσαν από το αμπέλι το μούστο μέσα σε μεγάλα ασκιά.

Στο αμπέλι έβλεπε κανείς ένα μεγάλο σωρό σταφύλια άπ' όλες τις ποικιλίες, άσπρα, κοκκινέλια καί μαύρα πού τα έριχναν κατόπι με τα καλάθια στο ποδόχι, όπου ο πατητής τα πατούσε με τα πόδια του. Κατόπι βάζανε το μούστο στα ασκιά.

Την ΐδια εποχή κόβαμε τίς «κρεμαντζάλες», κλωνάρια από τα κλήματα με δυό-τρία τσαμπιά το καθένα, πού τα κρεμούσαμε στο υπόγειο καί μ' αυτά περνούσαμε πολλές φορές ως τα Χριστούγεννα.

Το ίδιο κάναμε καί με τα αχλάδια τα χειμωνιάτικα καί τα ρόδια, τα όποια είχαμε στο αμπέλι μας.

***

Το πιάσιμο των πουλιών με τίς άξόβεργες ήταν ένα από τα αγαπητά μας παιχνίδια. Κάθε χειμώνα, όταν ήταν γιορτή ή τίς Κυριακές, μετά την εκκλησιά πηγαίναμε στα χωράφια γύρω στύ Αγρίνιο καί στήναμε «άγκουρτσές», ένα είδος γαϊδουράγκαθου σε σχήμα μικρού ξεροϋ θάμνου με κανονικά κοντά κλωνάρια, πού κατέληγαν στην άκρη, όπου ήταν ό καρπός καί γύρω είχαν όλο αγκάθια. Πάνω στ' αγκάθια αυτά, όπου πήγαιναν να κάτσουν οί καρδερίνες -τα γαρδέλια- για να φάνε τον καρπό, στήναμε τίς άξόβεργες, μικρά ξυλάκια αλειμμένα με λυωμένο άξό, πού τον μα­ζεύαμε από τους ίδιους θάμνους. Όταν τα πουλιά κάθονταν, κολλούσαν τα φτερά τους και δέν μπορούσαν πια να πετάξουν.

Για να ξεγελιούνται οι καρδερίνες δέναμε τίς άγκουρτσές σε καλάμια για να γίνουν πιο ψηλές κι από κάτω βά­ζαμε ένα κλουβί, οπού ήταν μια καρδερίνα πού κελαηδούσε, σκεπασμένη με χόρτα· και στην κορυφή του θάμνου δέναμε μιαν άλλη καρδερίνα, όχι ζωντανή, βαλσαμωμένη. Αυτή ήταν ό «πλάνος».

Επειδή τον ϊδιο καιρό υπήρχαν κι άλλες άγκουρτσές, πού τίς έβαζαν άλλα παιδιά, όταν ακούαμε να περνούν τα γαρδέλια μας έπιανε μεγάλη αγωνία σε τίνος άγκουρτσά θα πάνε να καθήσουν. Την ώρα πού κάθονταν πάνω στις άξόβεργες δεν παίρναμε ούτε αναπνοή ώσπου να δούμε το αποτέλεσμα καί, μόλις βλέπαμε πώς έπεφτε κανένα, τρέχαμε να το μαζέψουμε γρήγορα, γιατί όταν τ' άλλα γαρδέλια, πού έρχονταν, έβλεπαν κίνηση, έφευγαν αμέσως.

Ή συγκίνηση ήταν ακόμα πιο μεγάλη ώσπου να δούμε αν ή καρδερίνα πού πιάσαμε ήταν νέα ή γέρικη «καγιάρω», Όπως λέγαμε τίς γέρικες. Αυτό το διακρίναμε από το κόκκινο χρώμα πού είχαν στο κεφάλι. Όταν ήταν ξεθωριασμένο καί με μικρά σταχτιά σημάδια, ή καρδερίνα ήταν καγιά­ρω καί δε λαλούσε. γι' αυτό καί την αφήναμε να φύγει, εκτός αν είχαμε ανάγκη από «πλάνο», οπόταν τη χρησιμο­ποιούσαμε γι' αυτόν τον σκοπό. Όταν πάλι το χρώμα ήταν ζωηρό κόκκινο, αυτό σήμαινε πώς το γαρδέλι ήταν νέο, κι αν είχε καί μικρά μαύρα κουκιδάκια πάνω στο κόκκινο, τότε πια ήταν από τα «σημαδιακά» γαρδέλια, πού κελαηδούσαν καλύτερα κι από καναρίνια, γιατί το κελάηδημα τους ή, όπως το λέγαμε, το «φριτζέρισμά» τους είχε μεγαλύτερη ποικιλία. Έτσι κρατούσε ό καθένας μας από ένα-δυό πουλάκια για το κλουβί ως τον άλλο χρόνο' ή και περισσότερα όταν κελαηδούσανε καλά· καί τα περιποιόμασταν μόνοι μας με κανναβούρι, πού ήταν ή τροφή τους. Όσα περίσσευαν τα χαρίζαμε

Αυτά ήταν τα παιχνίδια μας τότε, αυτά πού έπαιζα κι εγώ σε ηλικία δώδεκα ετών περίπου, πού πήγα στη δουλειά. Ύστερα άρχισε ή βιοπάλη, πού δε μου άφηνε πια την Εταιρία να παίξω, παρά μόνο στις σπάνιες μεγάλες γιορτές. Γιατί τότε τα μαγαζιά ήταν ανοιχτά τις Κυριακές και μάλιστα τη μέρα κείνη γινόταν το πιο πολύ «νταραβέρι» και έρχονταν στο Αγρίνιο οι χωριάτες να ψωνίσουν.