Πρόσωπα & Πράγματα


ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΓΕΩΡΓΟΒΑΣΙΛΗ :

Αρέσταινα, η Κυρα-Πηνιώ Δαγκλή

Στη μνήμη Γιώργου Αθ. Τασούλη

Πριν από λίγο καιρό στην Πάτρα τρεις παλιοί Αγρινιώτες, ο γηραιός θρυλικός ποδοσφαιριστής του Παναιτωλικού και σήμερα σημαντικός επιχειρηματίας, ο Σπύρος Καρακίτσιος, ο καθηγητής του πανεπιστημίου και δεινός Μαθηματικός εγκέφαλος, ο Λάμπρος Ντόκας, και ο πρώην διευθυντής του υδροηλεκτρικού έργου της Πάτρας «Γλαύκος», ηλεκτρολόγος-μηχανολόγος, ο Βασίλης Μαμασούλας, συναντήθηκαν, όπως το κάνουν που και που και τα λένε. Ο Λάμπρος ως μαθητής Γυμνασίου Αγρινίου κατοικούσε κάπου ανάμεσα στην Πλατεία Καραπαναίων και τη συνοικία Τριανταφυλλιά. Γνώριζε ότι ο Βασίλης στα πρώτα χρόνια της μαθητικής του ζωής κατοικούσε εκεί κοντά του, στο ιστορικό σπίτι του Δαγκλή, οδός Καρπενησίου 6. Είχε διαβάσει το προηγούμενο βράδυ της τωρινής συνάντησής τους στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ κάτι για τον Παναγιώτη Δαγκλή. Και τον ρώτησε. Ο Βασίλης ανακαλώντας τις αναμνήσεις του άρχισε κάπως έτσι την αφήγηση:

- Κυρα-Πηνιώ, ποιοι είναι οι στρατηγοί στις φωτογραφίες και ποια σχέση έχουν με σας; ρώτησα τη γριούλα σπιτονοικοκυρά μου. Να σας πω όμως πρώτα λίγα για κείνη την εποχή;

-Στο παλαιικό σπίτι, λοιπόν, της οδού Καρπενησίου αριθμ 6 η σπιτονοικοκυρά μου, η Κυρα-Πηνιώ Δαγκλή, γνωστή στη γειτονιά ως Αρέσταινα, είχε κρεμασμένες πλάι-πλάι στο ύψος του αναστήματός της, γύρω στο 1.50 εκατοστά, στην πάντα κλειστή ξύλινη και βαμμένη με ζαφειρένιο ελαιόχρωμα μεσόπορτα, δύο κορνιζαρισμένες φωτογραφίες με διαστάσεις περίπου 20-30 εκατοστά. Η μία, ασπρόμαυρη, έδειχνε ένα στρατηγό γύρω στα 70 του ντυμένο με την ηρωική φορεσιά των αγωνιστών του Μεγάλου Ξεσηκωμού. Φαινόταν απλοϊκό το πρόσωπό του, όμως η στάση του κορμιού του έδειχνε ικανοποίηση από τις πολλαπλές θυσίες των επαναστατημένων, αλλά και βαθιά περίσκεψη για το μέλλον αυτής της μικρής χώρας. Από κάτω με κεφαλαία γράμματα το όνομα: ΑΛΕΞΑΚΗΣ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΣ.

Στην άλλη φωτογραφία, έγχρωμη, ο άλλος στρατηγός, γύρω στα 60 του, φορούσε την επίσημη μεγάλη στρατιωτική στολή. Το πηλήκιό του με τη βασιλική κορώνα στη μέση της κορυφής, οι επωμίδες χρυσές με τα ασημένια αστέρια του βαθμού του και κάμποσα παράσημα κρεμασμένα αριστερά στο στήθος. Ο στρατηγός φορούσε ωοειδή ματογυάλια, που φαίνεται οι βραχίονές τους ήταν δεμένοι με σχοινί, για να μην του πέφτουν. Το βλέμμα του με συνεσταλμένα τα βλέφαρα ατένιζε ίσια και ελαφρώς πλάγια με έκφραση του προσώπου του ωσάν να ανέμενε σοβαρή αναφορά από κάποιον υφιστάμενό του. Από κάτω επίσης η κεφαλαιογράμματη επιγραφή: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Γ. ΔΑΓΚΛΗΣ.

Στην ερώτησή μου ξαφνιάστηκε η Κυρα-Πηνιώ:

-Τι, δεν σας λένε στο σχολειό σας ποιοι είναι αυτοί οι μεγάλοι ανθρώποι! Σάμπως έχει το Βραχώρι και τρανύτερους στη δόξα και στο καμάρι;

-Όχι, είπα, μέχρι τώρα δεν ακούσαμε τίποτε. Αλλά ο Παναγιώτης Δαγκλής σίγουρα είχε κάποια σχέση με το μακαρίτη τον άντρα σου. Αφού έχετε το ίδιο επώνυμο.

-Και βέβαια είχε. Ήταν παιδί του ο Αρέστης μου. Πέθανε ο καλός μου με τη μεγάλη γρίππη, που ξεπάτωσε το φτωχό κοσμάκη. Τότενες ο Βαγγέλης μου ήταν δεν ήταν τριών χρονών.

Ήταν κι ο Αρέστης σου στρατιωτικός; ρώτησα.

-Οχι, όχι. Ο πατέρας του γύριζε πολεμώντας στη Ελλάδα και ταξιδεύοντας σε εθνικές αποστολές στην Ευρώπη σπάνια ερχόταν στη φαμελιά του. Ο στρατηγός έγινε και μεγάλος πολιτικός αντάμα με το Βενιζέλο. Πού καιρός να νοιαστεί για τη μόρφωση και την προκοπή των παιδιών του; Ο Αρέστης μου είχε ανοίξει ένα μαγαζάκι εδώ δίπλα, που γλέπεις τους μισογκρεμισμένους τοίχους, και πουλούσε κάρβουνα για τα μαγκάλια, σιτάρι, βρώμη, καλαμπόκι. Το σπίτι εδώ δίπλα μας είναι των κληρονόμων των άλλων αδερφών του Αρέστη. Εκείνοι ζουν στην Αθήνα και παίρνουν το ενοίκιο του σπιτιού.

-Και εσείς πώς ζείτε; Είπα. Σύνταξη δεν παίρνεις, ο Βαγγέλης δεν είναι πουθενά διορισμένος κι ας τελείωσε το σχολαρχείο.

-Έλα δα! Γιατί παρακαλάω τους γονέους σας, φόντας τους γλέπω εδώ; Εσείς στο χωριό σας έχετε έναν βουλευτή και καλόν άνθρωπο. Το Σταμάτη. Να του πούνε να το διορίσει το παιδί μου στα δικαστήρια. Απλήρωτο λημεριάζει στα δικαστήρια, νηστικό και διψασμένο, όπου κόβει τα διπλότυπα των δικηγόρων, όταν πηγαίνουν ως συνήγοροι. Κάποιοι του δίνουν και δικόγραφα να τα αντιγράψει. Κι απ’ αυτά κι απ’ αυτά κάτι τον φιλεύουν. Όσο για μένα! Γλέπεις, πλέκω τσουράπια, κασκόλ, πουλόβερ, ζακέτες, ακόμα και ταμτέλες για τις καλές νοικοκυρές. Είμαι άξια ακόμα και δυναμοχέρα, αλλά η σειριά μου δεν μου το συχωράει να κάμω την πλύστρα ή την καθαρίστρια σε καλά σπίτια. Είμαι, η Πηνιώ, η γυναίκα του Αρέστη, η νύφη του Παναγιώτη Δαγκλή! Ο μεγάλος στρατηγός, ο πεθερός μου, πέθανε στο 25. Ο Βαγγέλης τον θυμάται καλά, ήτανε τότενες γύρα στο δέκα. Τότενες να ζούσες και νά γλεπες τί προσκύνημα έκαμαν οι ανθρώποι εδώ σε τούτο το σπίτι! Νόμιζες πως εδώ είχαν φέρει τη κάσα με τον πεθαμένο! Βέβαια δεν τον έθαψαν στο Βραχώρι. Αλλά ήρθαν εδώ σαν για προσκύνημα όλοι οι Ζαπαντιώτες και κάθε Βραχωρίτης, που είχε προγόνους Σουλιώτες. Γιατί οι Δαγκλαίοι κατάγονταν από το Σούλι, όπως και οι περισσότεροι σημερινοί Βραχωρίτες. Κλάματα και αναφιλητά έγλεπες και άκουγες από τους Μικρασιάτες πρόσφυγες του Συνοικισμού μας. Θρηνούσαν σα να είχαν χάσει το σωτήρα τους. Θα ράγιζε η καρδιά σου.

-Αλλά η δική σου καταγωγή, Κυρα-Πηνιώ; είπα. Πώς έγινες νύφη του Δαγκλή;

Σκούπισε το στόμα της με την άκρη του μανικιού της η Κυρα-Πηνιώ, άφησε παράμερα το πλέξιμό της και κοιτάζοντας με ευλάβεια τη φωτογραφία του Βλαχόπουλου είπε με κατάνυξη:

-Οι ρίζες μου βρίσκονται στην οικογένεια εκείνου. Οι πρόγονοί του ήταν από την Πρέβεζα, αλλά ο Αλεξάκης, οπλαρχηγός του Βλοχού, ήταν αυτός που ξεσήκωσε τους Βραχωρίτες το Μάη του 21, επαναστάτησαν και λευτέρωσαν από τους Τούρκους το Βραχώρι. Έδωσε μεγάλες μάχες στο Βραχώρι, στο Ζαπάντι και ολούθε στη Δυτική Στερεά μέχρι το Λιδορίκι και την Άμφισσα. Πού είναι εκείνα τα μέρη, δεν ξέρω, εγώ ακουστά τα έχω. Γλέπεις είμαι αγράμματη. Οι γονέοι μου δεν με έστειλαν στο σχολειό. Ήμουνα όμορφη, ξανθιά και λυγερή. Τρόμαζαν στη σκέψη πως θα μου έστελνε ραβασάκι κάποιος να με ξεμυαλίσει, να του γράφω κι εγώ. Ήθελαν γαμπρό από σόι και προκομμένο. Ο Αρέστης μου ήταν κοντυλογραμμένος, δυνατός και καλός άνθρωπος.

-Δηλαδή η ομορφιά του ή το όνομα Δαγκλής πλιότερο σε κατάφεραν; ρώτησα. Ή μήπως και τα δύο;

Όχι! Οι θυγατέρες εκείνο τον καιρό δεν είχαν λόγο. Όποιον γαμπρό διάλεγαν οι γονέοι τους, αυτόν θα έπαιρναν. Εμένα όμως μου άρεσε πολύ εκειός. Συχωρεμένοι νάναι οι γονέοι μου, που μου έδωκαν τέτοιο νοικοκύρη! Αν δεν το θέριζε η γρίππη του 19, κι εγώ κι ο γιος μου δεν θα βρισκόμασταν σήμερα σ’ αυτή την κατάσταση. Και άλλα παιδιά θα κάναμε και τούτο το χλιμένο, που δε βήκε σάικο, θα είχε αποκούμπι. Σαν πεθάνω εγώ, πες μου, τι θα απογένει τούτος ο καψαρός, ο Βαγγέλης; Ούτε δουλειά, ούτε γυναίκα, -ποια γυναίκα να τον πάρει όπως είναι κακοσιότροπος και σιαπαταλός; ούτε συγγενείς, κι ακόμα ούτε σπίτι.

-Γιατί, τούτο το σπίτι δεν είναι δικό σου; ρώτησα.

-Όχι δα! Το ορίζουν άλλοι Δαγκλαίοι, σου είπα. Εμάς μάς αφήνουν να καθόμαστε, ώσπου να το πουλήσουν ή να το δώκουν να χτιστεί καινούργιο και μεγάλο σπίτι. Γλέπεις γύρω τον τοίχο; Έτσι ήταν τα σπίτια τον καιρό των Τουρκώνε. Φραγμένα ολοτρόγυρα και τα παραθύρια φραγμένα με σιδερένια κάγκελα.

Με τούτα τα λόγια της αγρίεψα:-Δηλαδή, είπα, ξέρουν εδώ οι δημοτικοί άρχοντες ότι σε τούτο το σπίτι γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Παναγιώτης Δαγκλής, ένας από τους τρεις της περίφημης Τριανδρίας, που έκαμε τη επανάσταση στη Θεσσαλονίκη το 1917 και πήραν τον Βενιζέλο για Κυβερνήτη; Ξέρουν ότι ήταν εφευρέτης ενός σπουδαίου κανονιού; Αν το ξέρουν, θα έπρεπε να το έχουν χαρακτηρίσει ως ιστορικώς διατηρητέο και να το επισκευάσουν, να το κάμουν μουσείο της οικογένειας Δαγκλή!

-Ν’ αγιάσει το στοματάκι σου, παιδάκι μου. Να σε χαρούν οι γονέοι σου, όπως σου αξίζει. Κρίμας! Δεν νοιάστηκε κανένας! Μόνο η Κούλα η Καλυβιώτισσα έρχεται συχνά τελευταία και χώνεται στο καλύβι της Κατερίνης. Λένε πως τη γουγουλεύει να της πάρει στο μπορντέλο της τη μεγάλη κόρη της, την Αφροδίτη. Φέρνει γλυκά, λουλούδια, φορέματα, αρώματα, αγκαλιάζει σαν να είναι η ίδια ο αγαπητικός και χαϊδεύει την Αφροδίτη. Η Κατερίνη, η μανούλα της, σαν αστραποκαμένη, αφού οι αντάρτες σκότωσαν απάνω στο Δερμάτι τον άντρα της, ανταριάζεται. Γι’ αυτό τη γλέπεις να έχει παλαβώσει. Μόλις μπαίνει η Κούλα στο καλύβι της, εκείνη σα λαβωμένο αγρίμι βγαίνει στο δρόμο και ουρλιάζει σαν τη σκύλα, που της πήραν τα κουτάβια.

-Ελάτε κόσμε, μου παίρνουν από την αγκαλιά μου τα κορίτσια μου!

Και μαζεύοντας πέτρες από γύρω τις ρίχνει με μάνητα απάνω στο καλύβι. Σπάζει κεραμίδια. Και είναι χειμώνας. Όταν βρέχει, μουσκεύουν τα σκεπάσματα και γιομίζει το χώμα της καλύβας με νερά.

-Αλήθεια, Κυρα-Πηνιώ, δίκιο έχεις, είπα. Πραγματικά, η Κατερίνη σα να έχει παλαβώσει. Τα λιανόπαιδα της γειτονιάς, όταν τη βλέπουν έτσι, την πετροβολούν και της φωνάζουν: Παλαβοκατερίνη, Παλαβοκατερίνη! Προχθές το απόγευμα περνούσε ο Παπαποστόλης ανεβαίνοντας τη τράτα προς το σπίτι της αδερφής του, εδώ παραπάνω. Η Κατερίνη κρατώντας ένα παλούκι και έχοντας σηκωμένα τα φουστάνια της μέχρι τις μασχάλες ακολουθούσε τον παπά φωνάζοντας «Πάπαρος, πάπαρος, πάπαρος!» Και με το παλούκι τεντωμένο ψηλά σα σπάθα έδειχνε πως ήθελε να καρφώσει τον παπά. Και είπε η γυναίκα του γείτονα μπακάλη, του Αναστασόπουλου, πως ο σατανάς κυρίεψε τη φτωχιά την ανταρτόπληκτη.

- Και ο Βαγγέλης γιατί δεν κάνει κάτι; ρώτησα.

-Τι λες παιδάκι μου; Ο Βαγγέλης είναι ψυχοπονιάρης. Έφερε εδώ άλλες δύο φαμελιές ανταρτόπληκτων. Είχα στο κατώι τη χήρα, την Καλλιρρόη, με τα τρία ορφανά της. Έφερε και δυο ακόμα φαμελιές και γέμισαν και οι τρεις καλύβες.

-Αι, τότε θα μαζεύεις και ενοίκια. Κάτι θα είναι και αυτό, παρατήρησα.

-Ενοίκια είπες; Από ποιόν; Οι ανθρώποι ξεριζωμένοι πεθαίνουν από τη γύμνια και την πείνα. Εμείς οι φτωχοί πρέπει να βαστάμε ο ένας τον άλλον. Αν έχουμε ένα καρβέλι, να το κόβουμε και να το μοιραζόμαστε και με τους άλλους. Μα και το ενοίκιο, που μου δίνουν μονάχα οι γονέοι σας, είναι τόσο λίγο, που, αν δεν σας έστελναν κάθε απόγιομα από το χωριό φαΐ, δεν θα έφτανε να φάτε στο μαγέρικο του Θεοδόση ούτε πέντε πιάτα φασολάδα.

-Και ο Βαγγέλης εκεί στα δικαστήρια δεν κερδίζει τίποτα, δηλαδή ας πούμε, σα μηνιάτικο; απόρησα.

-Με ρωτάς πάλε τα ίδια. . . . . . .

Ο Βαγγέλης με το φως της λάμπας, που συχνά το λαμπόγυαλο μαύριζε από το ακάθαρτο πετρέλαιο και το φυτίλι καρβούνιαζε, σκυμμένος με τα χοντρά γυαλιά μυωπίας μέχρι αργά τη νύχτα πάνω σε κάτι κίτρινες ριγωμένες κόλλες έγραφε, έγραφε, έγραφε. Έτσι καμπουριασμένος και με κάπως ασταθές βήμα ανέβαινε και κατέβαινε την αυγή στην ξύλινη σκάλα του σπιτιού κρατώντας συνέχεια τα κάγκελα. Και δεν ήταν ο δύστυχος πάνω από τα 35 του.

-Ο Βαγγέλης! Τι να κερδίζει; Σε θιαμαίνομαι, παιδάκι μου!

Φίλοι μου, θέλετε να σάς πω ακόμα και κάτι πολύ ανθρώπινο; Ήταν κοντά στα Χριστούγεννα του 1948. Έβρεξε στη γειτονιά μας μια νύχτα με κεραυνούς και δυνατά δρολάπια. Από τις βροντές και τις αστραπές νομίζαμε πως μπαίνουν οι αντάρτες στην πόλη μας. Πλημμύρισαν οι δρόμοι και οι αυλές. Οι στέγες και στις δύο καλύβες της Κυρα-Πηνιώς καταπλάκωσαν τις φαμελιές των ανταρτόπληκτων. Αίματα, ουρλιαχτά, βογγητά ανακατεμένα με τις βροντές και το βουερό ανεμοβρόχι ξεσήκωσαν την Κυρα-Πηνιώ, το Βαγγέλη και μας, τους τρεις μαθητές. Χωρίς φως, γιατί από τις αστραπές το ηλεκτρικό έπαθε βραχυκύκλωμα, πασχίζαμε όλοι να δώσουμε κάποια βοήθεια στους καταπλακωμένους. Δώδεκα νοματαίους ανέβασε η Κυρα-Πηνιώ στο στενό σπιτάκι της. Έσκισε σεντόνια να δέσει τις πληγές τους ή να φασκιώσει τα πληγωμένα κεφάλια, και τα σπασμένα χέρια και πόδια τους.

Την αυγή έφτασε ο Παπαποστόλης, εκείνος ο άγιος παπάς, -ποιος δεν τον θυμάται;- με λίγους βοηθούς του. Πήραν τους ανήμπορους σε καλά σπίτια της γειτονιάς, για να τους γιατροκομήσουν και να τους ταΐσουν. Την Κατερίνη με τα δύο κορίτσια της ο παπάς τις μετέφερε στο σπίτι της αδερφής του. Προσκάλεσε τον μοναδικό άντρα της αυλής μας και μάς τους τρεις μαθητές στον παλιό Άγιο Χριστόφορο. Έβαλε τον ανταρτόπληκτο και εκείνος με το τσεκούρι έκοψε λίγα κυπαρίσσια. Ο παπάς έκλαιγε καθώς ο ανταρτόπληκτος χτυπούσε τον κορμό με το τσεκούρι του. Τα είχε φυτέψει ο ίδιος, και τα πονούσε σαν παιδιά του. Ήθελε να τα έχουν -κι ο Άγιος γύρω του και οι ψυχές των θαμμένων εκεί Βραχωριτών- σα χαλκοπράσινες αιώνιες λαμπάδες, που με το πένθιμο άρωμά τους να ευωδιάζουν παρηγορητικά το νεκροταφείο. Τα ξεφλουδίσαμε και τα μεταφέραμε με ευλάβεια στην αυλή της Αρέσταινας. Σε δύο μέρες οι καλύβες είχαν καινούργιες και στέρεες στέγες και οι ένοικοι λάβαιναν φαΐ και ρούχα από αρκετές γυναίκες της ενορίας του Παπαποστόλη.

-Βασίλη, τι έγινε ο Κυρα-Πηνιώ με το γιο της; Ρώτησε ο Λάμπρος, που γνώριζε καλά σα γείτονά του το Βαγγέλη.

-Φίλοι μου, αλήθεια, δεν ξέρω. Εγώ εκείνη τη χρονιά βγήκα πρώτος στην τάξη μου (και από τότε σε κάθε τάξη ήμουνα παραστάτης στη σημαία του σχολείου -με θυμάσαι Λάμπρο;- και στην τελευταία ήμουν ο σημαιοφόρος του). Ο πατέρας του Αντώνη, του συμμαθητή μου, συνεννοήθηκε με το πατέρα μου –ήμασταν άλλωστε και γερμανόπληκτοι με καμένο το σπίτι- και νοίκιασαν για μάς καλό δωμάτιο με φως και λουτρό. Και να σκεφτείτε: έτρωγα και καθόμουνα δωρεάν! Φυσικά βοηθούσα τον Αντώνη, καθώς και άλλους μαθητές, στο διάβασμα. Αλλά η Κυρα-Πηνιώ μάς διηγιόταν τα βάσανα της ζωής της τόσο πειστικά, που νόμιζες πως όλα τα βλέπεις μπροστά σου. Ποια από εκείνα ήταν αλήθεια, ποια παραμύθια, δεν ξέρω. Άλλωστε από τότε, που τελείωσα το Γυμνάσιο, εγκαταστάθηκα εδώ στην Πάτρα, όπως και σεις, και αποκόπηκα κάπως από το Βραχώρι. Να ξέρετε όμως: Συνηθίζουν οι άνθρωποι της ηλικίας μας να αρμαθιάζουν φανταστικές ιστορίες. Ωστόσο ξέρουμε πως πάντα υπάρχουν και άνθρωποι, που, είτε από καλοσύνη είτε από συμφέρον, είναι έτοιμοι να βοηθήσουν στις ανάγκες τους και τους άλλους. Συμφωνείς, Σπύρο;

-Σπύρο, είπε ο Λάμπρος, από όσα μάς διηγήθηκε ο Βασίλης, κάμποσα τα διάβασα και ψες το βράδυ στη οθόνη του υπολογιστή μου. Τα γράφουν και στην εφημερίδα και σε ειδικά βιβλία οι ερευνητές της ιστορίας του τόπου μας. Αλλά για την Κυρα-Πηνιώ πρώτη φορά τα ακούω.

Δημοσθένης Γ. Γεωργοβασίλης