Παρασκευή, 02. Σεπτεμβρίου 2011
 

 

Χρυσούλας Σπυρέλη δρ. νεοελληνικής φιλολογίας:

Κώστας Δημητρίου

ή

Άνθης Βέργης φιλοσοφών και αυτοσαρκαζόμενος٭


Ο συγγραφέας Άνθης Βέργης (Κώστας Δημητρίου)

       Ο ψευδωνυμιούχος συγγραφέας Άνθης Βέργης (1919 Πετροχώρι Αιτωλίας – 2005 Αθήνα) που επέλεξε δίπλα στο βιογραφικό του σημείωμα να ταξιδεύει το πορτραίτο του αποσαρωμένο, γεμάτο γραμμές μολυβιού, διαγράφοντας μ’ αυτό τον τρόπο την ανεπιστρεπτί αποχώρηση της νεότητας, με ώθησε (ίσως για τους παραπάνω λόγους) να διαβάσω από περιέργεια, τουλάχιστον, τα διηγήματα του τελευταίου βιβλίου του Καθώς Γέρνει ο Ήλιος (εκδόσεις  Μαυρίδης 2001).

 

       Αποποιούμενος ο ίδιος την συμβατική επωνυμία (το κανονικό του όνομα είναι Κώστας Δημητρίου) στέκεται χλευαστικά απέναντι στη  ματαιοδοξία και ματαιοπονία των ανθρωπίνων και μέσα από τη σάτιρα, τη λεπτή ειρωνεία και τον αυτοσαρκασμό αναπτύσσει μια βαθειά φιλοσοφία ζωής και θανάτου. Δυο ελκυστικά χαρακτηριστικά της γραφής του και συνάμα της αφηγηματικής τεχνικής του, καθιστούν τα παραπάνω διηγήματά του πολύ ενδιαφέροντα.

Πρώτον: Ο αφηγητής, πρωτοπρόσωπος κατά κανόνα, στέκεται στο τέρμα της διανυμένης ανθρώπινης διαδρομής και αφηγείται την προσωπική του ιστορία ή εμπλέκει, σπανιότερα, και αντίστοιχες ιστορίες άλλων οι οποίοι τερματίζουν την επίγεια δραστηριότητά τους χωρίς να έχουν επίγνωση ότι πλέον γέρνει ο ήλιος τους. Εκεί ακριβώς συντελείται η αυτοσυνειδησία του αυτόπτη μάρτυρα-αφηγητή ο οποίος γίνεται και ενδοδιηγητικός.

Στόχος του προφανώς είναι η αποκάλυψη μιας βαθύτερης αλήθειας. Ο καθένας νομίζει ότι έχει τη δική του, μοναδική, δραματοποιημένη ιστορία, αλλά όσο πλησιάζουν τη διαχωριστική γραμμή φωτός και σκότους, ο θεατής /αναγνώστης τους απομυθοποιεί. Εκεί απεκδύονται οι πάντες τα πάντα χωρίς, όμως, τη δυνατότητα να το αντιληφθούν έγκαιρα. Οι ήρωες, δηλαδή, του Άνθη Βέργη έχουν την αρχική τους ταυτότητα αλλά στην πορεία εξισώνονται. Χωρικοί και αστοί, φιλόδοξοι λόγιοι και απλοί καφετζήδες, φτωχοί καπνοπαραγωγοί και πλούσιοι καπνέμποροι ή πανούργοι καπνομεσίτες, άνδρες και γυναίκες, διαδραματίζουν το ρόλο τους και καταγράφονται από το φακό του αφηγητή που παρακολουθεί τα τελευταία συναπαντήματά τους με τη ζωή.

Σταδιακά περνούν και στο περιθώριο της ανυπόφορης λήξης. Τη σωματική αδυναμία, την αντιαισθητική όψη του φθαρμένου, την αδιαφορία και απόρριψη από τη μεριά των νεότερων αποδίδουν αριστοτεχνικά φωνές που έρχονται απέξω:  "Ο γερο ξεκούτης, ο αχαμνός και κιτρινιάρης, ο γερο-ξούρας" κλπ. Η τελευταία ψευδαίσθηση του κοινωνικού και οικονομικού κύρους διατυπωμένη τη στιγμή μιας έκτακτης ασθένειας στο θάλαμο ενός νοσοκομείου, αποδίδεται έσωθεν, ως ύστατος παροξυσμός: "Ξεχάσατε πως κατάγομαι από ιστορική αρχοντική οικογένεια […] Ψάξτε και στην απομέσα τσέπη του σακακιού. Θα βρείτε το πορτοφόλι με την ταυτότητα και το καρνέ των επιταγών μου. Σαρίκης Αλέξανδρος λέγομαι. Αλήθεια δε σας θυμίζει τίποτα τα όνομά μου";

Κάποιοι άλλοι ήρωές του γίνονται συμπαθείς και αστείοι, παγιδευμένοι στον πανικό της υστεροφημίας. Συζητούν και παρηγορούνται εάν θα γραφεί το όνομά τους στην εικόνα της εκκλησίας ως δωρητών, στη μαρμάρινη πλάκα του Ιδρύματος, στην Αγγελία των Μνημόσυνων, εν πάσει περιπτώσει κάπου.

    Καυστικό όμως χιούμορ, διαρρέει απ’ την αρχαία ελληνική γραμματεία, στο διήγημά του "Εξημερωμένος θάνατος", όπου ένας συγγραφέας που αποδήμησε στον Κάτω Κόσμο, ενημερώνει τον ομότεχνό του στον Απάνω Κόσμο ως εξής: "Εδώ κάτω […] κάθε τόσο οι αρμόδιοι οργανώνουν διάφορες εκδηλώσεις "Τα Κατωκόσμια". Προκηρύσσουν και διαγωνισμούς. Σκέφθηκα λοιπόν να λάβω μέρος. Ξέχασα να σου πω, πως υπηρετώ σαν προϊστάμενος στο Κεντρικό Ληξιαρχείο της ορεινής Αιτωλικής περιοχής, ρουσφετάκι από να μπάρμπα μου που πολιτεύεται εδώ κάτω. Τώρα είναι υπουργός Πολιτισμού και μου υποσχέθηκε, να μου δώσει το πρώτο βραβείο, μετ’ αναμνηστικής πλακέτας στον πεζό Λόγο"..

Δεύτερον: Το μοτίβο του πανταχού παρόντος Θανάτου στο έργο του Άνθη Βέργη, δημιουργεί μια σειρά από κινούμενα σκηνικά σε ρεαλιστικά τοπία που θυμίζουν την αναπόφευκτη μυθική συνάντηση του Καβαλλάρη με το Θάνατο στο μακρινό Ισπαχάν…Ο Θάνατος, λοιπόν, συναντάει το γέροντα, καλοκαίρι στην Αθήνα που βράζει απέραντο καμίνι, και τον κουτσοκεφαλίζει."Πρώτος και καλύτερος μπαίνει ο Θάνατος [μέσα στα εκδρομικά λεωφορεία των Κ.Α.Π.Η.], κάνει επιθεώρηση σα να ‘ναι επιλοχίας σε προσκλητήριο και σκέφτεται ποιον θα χτυπήσει"...

 Γελαστός κι ωραίος ο Θάνατος συνοδεύει στο Νοσοκομείο την ερωτότροπη πλούσια χήρα και δεν την σώζει πια ούτε ο αγαπητικός, ούτε οι τραπεζικές επιταγές της. Ο Θάνατος στέλνει, επίσης, επισκεπτήριο "στον αξιότιμο κύριο Κωνσταντίνο Λάζο, καπνέμπορα εν ενεργεία, στην ταλαίπωρη γη της Αιτωλίας που την λεηλατούσε χρόνια".

 Τα σκηνικά αυτά  κορυφώνουν την αυτοσαρκαστική διάθεση του συγγραφέα και διευρύνουν το στόχο του να εκθέσει τα κυριότερα στοιχεία της βιοθεωρίας του, αφενός τη στάση του Υποκειμένου/ ανθρώπου απέναντι στο γεγονός του θανάτου και αφετέρου, φιλιώνοντας με το θάνατο, να σατιρίσει την ματαιοδοξία των αποτυφλωμένων από την πρόσκαιρη ευδαιμονία. Άλλωστε γι’ αυτό, ο αφηγητής, γερασμένος και ο ίδιος, έχει τη "δωρεά" να βλέπει τις επισκέψεις του Θανάτου, να μιλάει μαζί του όπως οι Αλαφροΐσκιωτοι και οι Σαββατογεννημένοι και να παρακολουθεί ακόμη και τις μεταμορφώσεις του. ("Μετά έγινε μικρό συννεφάκι, τρύπωσε στην καπνοδόχο και πέταξε προς τα βορεινά. Δεν ήθελε να τον δούνε οι άνθρωποι γιατί τον φοβότανε").

Εξοικειωμένος με το θάνατο από τα πρώτα του νιάτα ο Άνθης Βέργης (πολέμησε στη μάχη της Κρήτης, συνελήφθη αιχμάλωτος από τους Ναζί, κλείστηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και βασανίστηκε, πήρε μέρος στην Αντίσταση κλπ.), και μπολιασμένος με τη λόγια, λαϊκή και θρησκευτική παράδοση, αλλά κυρίως ευαισθητοποιημένος σε ζητήματα κοινωνικής αδικίας, εστιάζει την αφήγησή του στη Δικαιοσύνη του Θανάτου.

Στα διηγήματά του όλα τα ανθρώπινα θηρία και οι φαντασμένοι της επίγειας  διαδρομής, κάποτε επιτέλους, με την επερχόμενη φυσική φθορά καταντούν γεροκούσελα και στη συνέχεια υποχρεωτικά  συγκατοικούν με τους παρακατιανούς και περιφρονημένους, Αναρωτιούνται λοιπόν οι ταπεινοί ήρωες του Άνθη Βέργη, επίγονοι του Κυνικού φιλοσόφου Μένιππου (από τους Νεκρικούς Διαλόγους του Λουκιανού):

 "Πώς θα φανεί στον καπνέμπορο για παράδειγμα , που θα συγκατοικεί αύριο μ΄ ένα γεωργό η πολύ περισσότερο αν αισθανθεί ότι ο γυρολόγος, εκείνο το αχαμνό γεροντάκι, κατουράει τον μαρμάρινο τάφο του τραγουδώντας με την παρέα του (τύφλα στο μεθύσι όλοι):

 Τούτη Γη που την πατούμε, όλοι μέσα θε να μπούμε;

Γνωστό, βεβαίως, το θέμα αυτό από την αρχαιότητα και γονιμοποιεί ποικιλοτρόπως τη μεταγενέστερη γραμματεία. Ανάγκη όμως να ταξιδεύει διαρκώς στη λογοτεχνία των μειζόνων και των ησσόνων δημιουργών…

 Η ουσία είναι η ίδια.


                        

*Το κείμενο της Χρυσούλας Σπυρέλη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΑΙΤΩΛΙΚΑ, Αφιέρωμα για τον Άνθη Βέργη, τεύχος15(2010), εκδότης η Αιτωλική Πολιτιστική Εταιρεία. Άλλα κείμενα στο αφιέρωμα  είναι επίσης των: Ευ. Μιλλεούνη, Άνθης Βέργης ένα ψευδώνυμο με σημασία. Γιάννη  Καρύτσα , Ο πεζογράφος με τη σπάνια ευαισθησία ,το λαγαρό λόγο και τον πικρό σαρκασμό. Πάνου Λαζαρόπουλου, Τι μένει και τι κρατώ από τον Άνθη Βέργη. Βασίλη Λαμνάτου, Ο πεζογράφος, ο εύστοχος κριτικός, ο άνθρωπος. 


Πρόσωπα & Πράγματα

Index....

Κ. Στεργιόπουλου:  "Η Κινέζικη ποίηση και η περίπτωση του Π. Δήμα"

Κ. Τριανταφυλλίδη: "Ο Κ. Χατζόπουλος και το πνεύμα της μουσικής"

Κωνσταντίνα Μπάδα: "Οι καπνεργάτριες του Αγρινίου"

Γεωρ. Μεταλληνού: "Κοσμάς ο Αιτωλός"

Γιάννη Βλασόπουλου: "Κ. Χατζόπουλος,  ως δικηγόρος Αγρινίου"

Μάρκου Γκιόλια: "Κωνσταντίνος Χατζόπουλος"

Γιάννη Βλασόπουλου: "Πέτρου Δήμα: Ολίγο φως και μακρινό..."

Γιάννη Βλασόπουλου: "Η ελευθερία του λόγου..."

Ντίνου Χριστιανόπουλου: "Ένα περιστατικό με τον Θανάση Κυριαζή"

Έρη Σταυροπούλου: Όψεις του γενεθλίου τόπου στη λογοτεχνία του Κ. Χατζόπουλου

Χρυσούλας Σπυρέλη: ΑΘ. Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ, Ένας Ρουμελιώτης ποιητής του Μεσοπολέμου

Γιάννη Βλασόπουλου: Η θεατρική performance και η Κάτια Γέρου

Κώστα Τριανταφυλλίδη: "Η Ποίηση της πέτρας"

Γερ. Παπατρέχα: Ο βελανιδώνας Ξηρομέρου

Μεταξούλας Μανικάρου: Τα "Αιτωλικά Γράμματα" και ο Μάρκος Γκιόλιας

Χρυσούλα Σπυρέλη: Θ. Παπαθανασόπουλος Αγρίνιο 1948

 Χρυσούλας Σπυρέλη: Ο Χρήστος Τζούλης και το περιοδικό Διαλεκτική στο Αγρίνιο (πρώτη περίοδος)

 Χρυσούλας Σπυρέλη: Ο Ποιητής Γιάννης Νικάνθης (Γιάννης Κουφός) 


 

 

Νέα Εποχή 2006 

Πρώτη σελίδα | Μνήμες | Εικόνες | Αξιοθέατα | Γειτονιές