Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας - 3
Οδυσσέας Ελύτης  

Γι' αυτούς η νύχτα ήταν μια μέρα πιο πικρή,
λυώναν το σίδερο, μασούσανε τη γης
-ο θεός τους μύριζε μπαρούτι και μουλαροτόμαρο!

Kάθε βροντή ένας θάνατος καβάλλα στον αέρα,
καθε βροντή ένας άντρας χαμογελώντας άντικρυ
στο θάνατο - κ' η μοίρα ό τι θέλει ας πεί.

Ξάφνου η στιγμή ξαστόχησε κ' ηύρε το θάρρος,
καταμέτωπο πέταξε θρύψαλα μες στον ήλιο,
-κιάλια, τηλέμετρα, όλμοι κέρωσαν!

Εύκολα σαν χασές που σκίστηκεν ο αγέρας!
Εύκολα σαν πλεμόνια που άνοιξαν οι πέτρες!
(Το κράνος κύλησε από την αριστερή μεριά...)

Στο χώμα μόνο μια στιγμή κουνήθηκαν οι ρίζες,
ύστερα σκόρπισε ο καπνός κ' η μέρα πήε δειλά
να ξεγελάσει την αντάρα από τα καταχθόνια.

Mα η νύχτα ανασηκώθηκε σαν πατημένη οχιά
-μολις σταμάτησε για λίγο μες στα δόντια ο θάνατος,
κ' ύστερα χύθηκε μεμιάς ως τα χλομά του νύχια!


http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=2675.0#ixzz0vLMab1q5
 
Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας - 3
Οδυσσέας Ελύτης  

Γι' αυτούς η νύχτα ήταν μια μέρα πιο πικρή,
λυώναν το σίδερο, μασούσανε τη γης
-ο θεός τους μύριζε μπαρούτι και μουλαροτόμαρο!

Kάθε βροντή ένας θάνατος καβάλλα στον αέρα,
καθε βροντή ένας άντρας χαμογελώντας άντικρυ
στο θάνατο - κ' η μοίρα ό τι θέλει ας πεί.

Ξάφνου η στιγμή ξαστόχησε κ' ηύρε το θάρρος,
καταμέτωπο πέταξε θρύψαλα μες στον ήλιο,
-κιάλια, τηλέμετρα, όλμοι κέρωσαν!

Εύκολα σαν χασές που σκίστηκεν ο αγέρας!
Εύκολα σαν πλεμόνια που άνοιξαν οι πέτρες!
(Το κράνος κύλησε από την αριστερή μεριά...)

Στο χώμα μόνο μια στιγμή κουνήθηκαν οι ρίζες,
ύστερα σκόρπισε ο καπνός κ' η μέρα πήε δειλά
να ξεγελάσει την αντάρα από τα καταχθόνια.

Mα η νύχτα ανασηκώθηκε σαν πατημένη οχιά
-μολις σταμάτησε για λίγο μες στα δόντια ο θάνατος,
κ' ύστερα χύθηκε μεμιάς ως τα χλομά του νύχια!


http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=2675.0#ixzz0vLMab1q5
 

Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος,
Που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός,
Καθώς εχιόνιζε απ' το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας,
Κι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες,

Εκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλάτανου λεβέντικου
Και μια σημαία πλατάγιζε ψηλά γη και νερό,
Που όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε
Μα όλος ο κόπος τ' ουρανού,
Όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα
Πρωί στα πόδια του βουνού,

Τώρα, σαν από στεναγμό Θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει,

Τώρα, η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκκαλιάρικα,
Πιάνει και σβήνει ένα-ένα τα λουλούδια επάνω της,
Μες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν
Από λιμό χαράς κοίτουνται τα τραγούδια
Βράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά
Κόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο.

Χειμώνας μπαίνει ως το μυαλό. Κάτι κακό
Θ' ανάψει. Αγριεύει η τρίχα του αλογόβουνου,
Τα όρνια μοιράζονται ψηλά τις ψίχες τ' ουρανού.

Απόσπασμα από το "Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας" (1945)

Μνήμες και αναδρομές:

Ο Οδυσσέας Ελύτης στο Αγρίνιο

 

Σε άρθρο του Δημήτρη Πιστικού Το Αγρίνιο, ο Καπράλος και ο Ελύτης στο τεύχος του Μαϊου του 2007 του περιοδικού Οδός Πανός που έχει αφιέρωμα στον νομπελίστα ποιητή Οδυσσέα Ελύτη αποκαλύπτεται, όπως δημοσιεύτηκε και στην εφημερίδα Έθνος, μια άγνωστη πτυχή της ζωής του. Όχι όμως και τόσο πολύ άγνωστη, αφού σχετική δημοσίευση είχε κάνει και ο Θ. Μ. Πολίτης. Ο Οδυσσέας Ελύτης, λοιπόν,  γνώρισε το Αγρίνιο (πιθανόν για πρώτη φορά) τον Απρίλιο του 1941 με την κατάρρευση του Αλβανικού Μετώπου. Είχαν προηγηθεί, η επιστράτευσή του ως εφέδρου ανθυπολοχαγού, η προσβολή του από τύφο, η ταλαιπωρία και η διακομιδή του στο Νοσοκομείο των Ιωαννίνων, το σφιχταγκάλιασμά του με το θάνατο, η άρνησή του να εξομολογηθεί και να κοινωνήσει, οι βομβαρδισμοί, η μοναξιά και οι πληγές από την απόλυτη ακινησία. Και όταν, επιτέλους, φάνηκε ότι ο ποιητής νίκησε τον τύφο και άρχισε να υποχωρεί ο πυρετός, διατάχθηκε να εκκενωθεί το Νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν. Ο ίδιος, σε συνέντευξή του που δημοσιεύτηκε στην Πανσπουδαστική (τεύχος 41 Οκτώβρης 1962) μαζί με το πρώτο μέρος από το μετέπειτα αποκηρυγμένο ποίημά του Αλβανιάδα, αφηγείται χαρακτηριστικά: Με βάλανε όπως-όπως σ’ ένα φορείο, που το χώσανε σ’ ένα φορτηγό αυτοκίνητο. Η φάλαγγα από τα Γιάννενα ως το Αγρίνιο πολυβολήθηκε οκτώ φορές από τα στούκας. Οι φαντάροι τρέχανε στα χωράφια, όμως εγώ ήταν αδύνατο να σταθώ όρθιος έστω και για μια στιγμή. Τελικά, στο Αγρίνιο, με παρατήσανε σ’ ένα πεζούλι και φύγανε. Μια καλή κοπέλα, εθελοντής νοσοκόμος με άλλη αποστολή, με βοήθησε και μ’ έσυρε ως το υπόγειο μιας καπναποθήκης, όπου σωριάστηκα και έμεινα τρεις μέρες. Και συνεχίζει: Κοιτάξτε: βλέπετε αυτή τη γλάστρα με τα μεγάλα γυαλιστερά φύλλα; Μου την έστειλε, προχθές μόλις, η ίδια εκείνη Νοσοκόμα που σας έλεγα πριν ότι με έσωσε στην υποχώρηση. Περάσανε εικοσιδύο σχεδόν χρόνια και με θυμάται πάντα. Με τέτοια σώζεται η τιμή ενός λαού και όχι με τις αποφάσεις των Επιτελείων.

Από τη μεγάλη του εκείνη περιπέτεια στις καπναποθήκες-νοσοκομείο του Αγρινίου ο ποιητής θυμάται με ευγνωμοσύνη αυτή τη μη κατονομαζόμενη νοσοκόμα. Η ίδια, ίσως, ήταν η αιτία να γράψει ο ποιητής το 1943 στη συλλογή του Ήλιος ο πρώτος και το περίφημη στίχο έπλεξα πράσινα μαλλιά στης Αιτωλίας τη ράχη, αφού δεν προκύπτει, εξ όσων γνωρίζω, από τη μέχρι τούδε δημοσιευμένη βιογραφία του άλλη σχέση με τον τόπο και τους ανθρώπους του, εξόν από αυτή που ανέφερα, καθώς και εκείνη που είχε (σε μεταγενέστερο πάντως χρόνο) με τον Αγρινιώτη γλύπτη Χρήστο Καπράλο.

Από τη συνέντευξη αυτή μπορεί βασίμως να υποθέσει κανείς ότι η αναφορά του ποιητή παραπέμπει σε ένα τρυφερό ειδύλλιο, σύνηθες τις παλαιότερες εποχές, ανάμεσα στον ασθενή φαντάρο και τη νοσοκόμα του.

ΜΝΗΜΕΣ:

 

 

 

Νέα Εποχή 2006 

Πρώτη σελίδα | Μνήμες | Εικόνες | Αξιοθέατα | Γειτονιές