Ελένη Γιαννακοπούλου Τριανταφυλλίδη


Άλλα κείμενα της Γιαννακοπούλου εδώ:

Η διαμόρφωση του κοινωνικού ιστού στο Βραχώρι (Αγρίνιο)

 

 

Μνήμες και αναδρομές:

ΤΟ ΑΓΡΙΝΙΟ ΤΟΥ 1875 (ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ)*

Της ΛΕΝΑΣ ΠΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ - ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗ

Το μετεπαναστατικό Βραχώρι, στη διασταύρωση των μοναδικών τότε δρόμων προς τις παράλιες πόλεις (Μεσολόγγι, Αιτωλικό, Αμφιλοχία και Αστακό), στο μεταίχμιο δύο κόσμων (ελληνικού και οθωμανικού) και στο κέντρο του νομού και της μεγάλης πεδιάδας της Τριχωνίδας σε μικρό χρονικό διάστημα (1830-1870) ξεφεύγει από τη στασιμότητα που χαρακτηρίζει τις παρακείμενες επαρχίες (Βάλτο, Ναυπακτία).' Η γεωγραφική του θέση ευνοεί την ανάπτυξη εμπορικών συναλλαγών και οι πλούσιες γαίες του καλοποτισμένες από τα νερά του Αχελώου και της Ερμίτσας αποδίδουν ικανοποιητική παραγωγή διαφόρων προϊόντων που τροφοδοτούν το εξωτερικό εμπόριο.2

Παράλληλα με το εμπόριο των σταφιδαμπέλων - καλλιέργεια γνωστή στην κοιλάδα του Βραχωριού από το 17ο αι.3 παρατηρείται στροφή των καλλιεργητών προς τις εμπορευματικές καλλιέργιες του καπνού από τη δεκαετία 1860-1870 και αργότερα της ελιάς, οπότε ξερριζώνονται τα σταφιδάμπελα. Ο καπνός, ενώ προ δεκαετίας είχε μηδαμινή παραγωγή, μετά το 1870 σε έφορες εποχές έφθανε σε 1.000.000 οκάδες.4

Σε αυτό το πλαίσιο εμπορευματοποίησης της οικονομίας δημιουργούνται οι πρώτες βιοτεχνικές και εμπορικές μονάδες (βυρσοδεψεία, ποτοποιεία, κεραμοποιεία, ασβεοτοποιείες, ξυλουργεία, υποτυπώδης καταργασία του καπνού), γεγονός που προσελκύει επήλυδες από τις ορεινές περιοχές (Τριχωνίδα, Ναυπακτία, Ευρυτανία).5 Έτσι, το Αγρίνιο αναδεικνύεται νωρίς σε μεταπρατική πόλη όπου διακινούνται από τα ορεινά πρώτες ύλες (δέρματα, μαλλιά, ξυλεία, βελανίδια) και από τη γύρω περιοχή η αγροτική παραγωγή (καπνός, σιτηρά, λάδι, κρασί, σταφίδα), ενώ παράλληλα διοχετεύονται, προς την ενδοχώρα κυρίως, τρόφιμα και υφάσματα και μέσω του Αγρινίου πραγματοποιείται το εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο της περιοχής (Πελοπόννησος, Στερεά Ελλάδα - Ήπειρος).6 Εισάγονται στο Αγρίνιο υφάσματα, γυαλικά, μέταλλα, και τα εξ αυτών βιομηχανικά προϊόντα (ποικίλα σιδερικά, πρόκες κ.λπ.), κατεργασμένα δέρματα, βαφές, σχοινιά, αρώματα, πετρέλαιο, λινέλαιο, τρόφιμα, παστά κρέατα και ψάρια, καφές, ζάχαρη, οινόπνευμα, ζαχαρωτά, φάρμακα. Στις εξαγωγές από το Αγρίνιο συμπεριλαμβάνονται ακατέργαστα μαλλιά, δέρματα ακατέργαστα ή ημικατεργασμένα, καπνός μεγάλης ποσότητας, βελανίδια εξαιρετικής ποιότητας, λίγα σιτηρά και πολλά ζώα.7

Πολλοί από τις ορεινές επαρχίες, αλλά και από την οθωμανική επικράτεια (Ήπειρο) εγκαθίστανται στο Αγρίνιο γιατί βρίσκουν εργασία. Ο πληθυσμός της πόλης ανέρχεται στα 1875 σε 6.000 κατοίκους ενώ στα 1841 είχε μόλις 3.358 κατοίκους. Οι περισσότεροι από τους κατοίκους ασχολούνται με τη γεωργία, την κτηνοτροφία, το εμπόριο και διάφορες τέχνες.

Το Αγρίνιο άρχισε, ως γνωστόν, να ανοικοδομείται κατά το 1830. Πρόδηλο λοιπόν είναι ότι σε λίγες δεκαετίες (30-40 χρόνια) σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, μπαίνει στην τροχιά της οικονομικής ανάκαμψης, παρότι ο νομός γενικά βρίσκεται στη μεγαλύτερη στην τότε Ελλάδα οικονομική καθυστέρηση.8

Τις τάσεις ακριβώς για υπέρβαση του μεταοθωμανικού παρελθόντος καθώς και τα πρώτα βήματα της αστικοποίησης δείχνει ο πίνακας που εκδίδεται στο τέλος του ιστορικού αυτού σημειώματος και αφορά δημόσια και ιδιωτικά γραφεία, εκπαιδευτήρια, καθώς και τα επαγγέλματα στο Αγρίνιο του 1875. Από την επεξεργασία των στοιχείων του πίνακα προκύπτουν τα εξής:

Το Αγρίνιο κατά το 1875 είναι έδρα Επαρχείου, Δημαρχίας, Αστυνομίας, Εφορίας, Ταμείου, Ειρηνοδικείου, Υπομοιραρχίας, Φρουραρχείου, (ο Φρούραρχος είναι και ο ανώτατος διοικητής του εδρεύοντος εκεί λόχου του πεζικού). Έχει Ελληνικόν Σχολείον με Σχολάρχη και δυο δασκάλους, δημοτικό σχολείο αρρένων με διευθυντή και ένα δάσκαλο και δημοτικό σχολείο θηλέων με μια δασκάλα. Τα δύο τελευταία σχολεία χαρακτηρίζονται αλληλοδιδακτικά. Πρόκειται για τη γνωστή μέθοδο διδασκαλίας που πρωτοεφαρμόστηκε από τον Καποδίστρια στην Ελλάδα και εξακολούθησε να ισχύει σε όλο το 19ο αιώνα. Σύμφωνα με αυτό το σύστημα επιλέγονται από το δάσκαλο για να διδάσκουν τους συμμαθητές τους μαθητές εγκρατείς γνώσεων, δραστήριοι, με ευστάθεια χαρακτήρα, επιμέλεια και συνέπεια στην εργασία τους, οι λεγόμενοι πρωτόσχολοι, οι οποίοι και προγυμνάζονται κοντά στο δάσκαλο τους - είναι βοηθοί του -για αρκετό διάστημα.9 Τα αλληλοδιδακτικά λοιπόν σχολεία είναι το πρώτο στάδιο της εκπαιδευτικής ζωής στο Αγρίνιο και, σημαντικός παράγοντας στην ανάπτυξη του. Το Ελληνικόν σχολείον αποτελεί την ανώτερη βαθμίδα εκπαίδευσης στην τότε πόλη με γενναία συνεισφορά, όπως μαρτυρεί η παράδοση, στη διαμόρφωση των πολιτών της. Γυμνάσιο ιδρύεται αργότερα από το Δήμαρχο Μιχ. Μπέλλο και γι' αυτό είναι της δικαιοδοσίας του δήμου (δημοτικό). Κτίζεται μάλιστα και κτίριο σε οικόπεδο που δώρισε ο Δ. Στάικος (απέναντι από την είσοδο του Παναιτωλικού). Δε θα πρέπει να παραβλέψουμε τους χαρακτηρισμούς των σχολείων. Το Ελληνικό σχολείον χαρακτηρίζεται ως δημόσιο, ανήκει δηλαδή στο κράτος, ενώ τα αλληλοδιδακτικά σχολεία χαρακτηρίζονται ως δημοτικά διότι είχε ανατεθεί η ευθύνη της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης στους δήμους (διατάγματα 1834, 1841, 1856 κ.ά.).10 Η καταγραφή των επαγγελμάτων στον πίνακα αποτυπώνει τους σφυγμούς της πόλης και το κοινωνικό γίγνεσθαι. Η ύπαρξη γιατρών, φαρμακοποιών, δικηγόρων, συμβολαιογράφων υποδηλώνει τις ανάγκες που υπαγορεύονται από την αστικοποίηση. Η ποικιλία των εμπόρων (ζωέμποροι, καπνέμποροι, ξυλέμποροι, έμποροι υφασμάτων, προϊόντων κ,λπ.) αντανακλά ακριβώς τους τομείς εμπορίου που ήδη σημειώσαμε, ενώ η παρουσία παραγγελλιοδόχων κυρίως καπνών και δερμάτων δείχνει το μεταπρατικό εμπορικό χαρακτήρα της πόλης και τις βιοτεχνικές τάσεις. Οι πολλοί παντοπώλες και υφασματέμποροι δικαιολογούνται, αν λάβουμε υπόψη ότι εφοδιάζεται από το Αγρίνιο και η ορεινή ενδοχώρα. Τα βήματα προς την αστικοποίηση πιστοποιούνται και με την παρουσία των πρώτων βιοτεχνών, αρτοποιών, βυρσοδεψών, οινοπνευματοποιών, καθώς και με την ύπαρξη χρυσοχόων και ωρολογοποιών. Τον αστικό χαρακτήρα του πολίσματος δείχνουν και τα δύο ξενοδοχεία - δύο αναφέρει και ο Δ. Βικέλας κατά την εκεί επίσκεψη του (1884) -" και τα πολλά καφενεία, ενώ το μοναδικό ζαχαροπλαστείο υποδηλώνει τις περιορισμένες σε ζάχαρη - πολύτιμο προϊόν - διατροφικές προτεραιότητες και συνήθειες. Εμφανής μέσω του πίνακα η αστικοποίηση, αλλά και κάποια κατάλοιπα του παρελθόντος. Η παρουσία τοκιστών δείχνει τη στενότητα της πόλης σε ρευστό χρήμα, αλλά διαιωνίζει και οικονομικές πρακτικές της Τουρκοκρατίας. Ο τοκισμός θεωρείται ακόμα και πολύ αργότερα καλύτερη μορφή επένδυσης από την αγορά γης. Συνήθως τοκιστές, όπως φαίνεται από τον πίνακα είναι αξιόλογοι έμποροι. Η τοκογλυφία εμάστιζε το Αγρίνιο ως τα μέσα του 20ού αι. και πολλοί Αγρινιώτες έχασαν τοκισμένα χρήματα την Κατοχή (1940-1944). Τη διατήρηση της παράδοσης στην ενδυμασία (φουστανέλλα, ντουλαμάς κ.λπ.) δείχνουν οι τρεις λεγόμενοι ελληνορράπτες ενώ η δειλία προς τα ευρωπαϊκά ανοίγματα προδίδεται από το ένα και μοναδικό φραγκοραφτάδικο (ευρωπαϊκών ενδυμάτων). Αξιοσημείωτο επίσης είναι ότι υπάρχουν μόνο δύο υποδηματοποιεία - για παπούτσια ευρωπαϊκού τύπου - ενώ επτά σανδαλοποιεία. Τα τελευταία πιστεύουμε ότι αντιστοιχούσαν στα τσαρουχάδικα που εκτός από τα κανονικά τσαρούχια πουλούσαν και σανδάλια (γουρνοτσάρουχα).

Πολλά ονόματα του πίνακα υπάρχουν και σήμερα γεγονός που δείχνει τη συνέχεια και τη συνοχή της πόλης και αποτελούν υλικό για μελέτη του κοινωνικού της ιστού.

Τα τοπωνύμια επίσης των θέσεων όπου βρίσκονται καταστήματα, γραφεία, μαγαζιά μας βοηθούν να οριοθετήσουμε το ιστορικό κέντρο της πόλης και την αγορά που συμπίπτει σε μεγάλο μέρος με τη σημερινή. Συγκεκριμένα η αγορά εκτείνεται ανάμεσα από τις σημερινές οδούς Ι. Στάίκου, Κύπρου (με επέκταση προς το σημερινό ΙΚΑ), μέρος της Βλαχοπούλου, πλατεία Στράτου και μέρος της οδού Παπαστράτου από όπου επικοινωνία με τη Ζωδόχο Πηγή και μέχρι τη συμβολή της με την οδό Δ. Στάίκου. Τα τοπωνύμια που σηματοδοτούν το χώρο είναι: Τρουμπές, Ζωοδόχος Πηγή, Κεντρική Πλατεία, Αγορά, Καριές, είσοδος της πόλεως, Ντούτσαγα. Στην τελευταία θέση δεν απαντώνται καθόλου μαγαζιά. Υπάρχουν μόνο βυρσοδεψεία, όπου και το απαραίτητο για τη δέψη νερό του αυλακιού της Ερμίτσας.12

Γύρω από την εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής βρίσκονται όλα τα δημόσια καταστήματα. Η κεντρική πλατεία αντιστοιχεί μάλλον στη σημερινή πλατεία Στράτου, όπου και η καρδιά της αγοράς (βλ παραπάνω  φωτογραφία), διότι η κεντρική πλατεία του σημερινού Αγρινίου, δημιουργήθηκε αργότερα από το δήμαρχο Μιχ. Μπέλλο (1879 κ.εξ.) που δώρισε και το οικόπεδο.13 Το τοπωνύμιο Καριές καλύπτει τη συνοικία από το σημερινό Δημαρχείο και κάτω. Η θέση Τρουμπές βρίσκεται στο έξαρμα της πόλεως στην οδό Ι. Στάίκου, με ακτίνα ως τη σημερινή οικία Γ. Χαντζή. Έχω την εντύπωση ότι το τοπωνύμιο προέρχεται από το τρόμπα-τρουμπα" - τρουμπές (με τουρκίζουσα κατάληξη) και υποδηλώνει αντλία για την άντληση του νερού. Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το Βραχώρι αρδευόταν με κιούνια από το αυλάκι της Ερμίτσας και πηγάδια.15 Με την ανασυγκρότηση του Βραχωριού μετά την Επανάσταση οι Δήμαρχοι - κυρίως ο Γ. Μπαϊμπάς16 - άρχισαν να χτυπούν τα πρώτα αρτεσιανά. Έτσι το τοπωνύμιο τρουμπές παραπέμπει μάλλον σε αντλιοστάσιο και σ' αυτή την υπόθεση μας οδηγεί η ύπαρξη παρόμοιας δεξαμενής στον ίδιο χώρο και πολύ αργότερα ως τον 20ο αι. (στην οδό Γρίβα κοντά στην κλινική Μαυρομάτη).

Στον πίνακα αναφέρονται είσοδοι της πόλεως στη θέση Καριές κάτω από το σημερινό συντριβάνι και τις αποθήκες Παπαστράτου προφανώς από το μέρος του σημερινού Αγίου Γεωργίου, στη θέση Ντούτσαγα και πλησίον της κεντρικής πλατείας από το μέρος του Αγίου Δημητρίου. Επακολουθεί ο πίνακας του 1875.

____________

* Η μελέτη της Λένας Γιαννακοπούλου - Τριανταφυλλίδη πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Ρίζα" του Ιουνίου 2002 (τεύχος 45 σελ 44)

ΜΝΗΜΕΣ...
 

 Παραπομπές του κειμένου:

1. Ελ. Γιαννακοπουλου, Η διαμόρφωση του κοινωνικού ιστού στο Βραχώρι (19ος α' μισό του 20ού αι., Πρακτικά Συνεδρίου του Πανεπιστημίου Αγρινίου (23 Σεπτεμβρίου 2000) (υπό έκδοση).

2. Για τη σημασία της Ερμίτσας στη ζωή του Βραχωριου: Λ. Γιαννακοπουλου -Τριανταφυλλίδη, Τα Ταμπάκικα του Βραχωριου, Α' στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, Ρίζα Αγρινιωτών, τχ. 37, Μάρτιος 2000, σσ. 46-47.

3. Ελ. Γιαννακοπουλου, Μια άλλη όψη του σταφιδικού ζητήματος: η περίπτωση της Αιτωλοακαρνανίας το 17ο και το 18ο αιώνα. Πρακτικά Α' Διεθνούς Ιστορικού και Αρχαιολογικού Συνεδρίου Αιτωλοακαρνανίας, (Αγρίνιο 21-23 Οκτωβρίου 1988) Αγρίνιο 1991, σσ. 412-413.

4. Γιαννακοπουλου, Ο κοινωνικός ιστός στο Βραχώρι, όπ.π. (υπό έκδοση).

5. Γιαννακοπουλου, αυτόθι. Για τις ασβεστοποιείες στο Αγρίνιο, Λ. Γιαννακοπουλου, Τα ταμπάκικα του Βραχωριου, Γ' Η βυρσοδεψία στο Αγρίνιο στα χρόνια του Μεσοπολέμου, Ρίζα Αγρινιωτών τχ. 39, Σεπτέμβριος 2000, σ. 13.

6. Γιαννακοπουλου, Η διαμόρφωση του κοινωνικού ιστού στο Βραχώρι, αυτόθι.

7. Μιλτ. Μπούκα, Οδηγός εμπορικός, γεωγραφικός και ιστορικός των πλείστων κυριωτέρων πόλεων της Ελλάδος του έτους 1875, Εν Αθήναις 1875, σ. 125.

8. Γιαννακοπουλου, Η διαμόρφωση του κοινωνικού ιστού στο Βραχώρι, αυτόθι. Για τις μετακινήσεις Ηπειρωτών στο Βραχώρι, Λ. Γιαννακοπουλου, Όψεις του παλιού Βραχωριου (Κοινωνία - εκκλησίες - ενορίες) Α', Ρίζα Αγρινιωτών τχ. 26-27, Νοέμβριος 1997, σσ. 39-41, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

9. Λυδίας Παπαδακη, Η αλληλοδιδακτική μέθοδος διδασκαλίας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, Αθήνα - Γιάννινα 1992, σσ.192-193.

10. Παπαδακη, Αλληλοδιδακτική, όπ.π. σ.σ.124-147. Για την ίδρυση του πρώτου γυμνασίου από το δήμαρχο Μιχ. Μπέλλο. Το Αγρίνιο από την Αρχαιότητα μέχρι σήμερα, Αθήνα 1954, σ.140.

11. Δ. Βικέλα, Από Νικοπόλεως εις Ολυμπίαν, Αθήναι 1886, σ. 171.

12. Για τα βυρσοδεψεία στα μετεπαναστατικά χρόνια, Γιαννακοπουλου, Τα ταμπάκικα του Βραχωριου Γ' ότι. π.

13. Για τη δημιουργία της πλατείας επί Μ. Μπέλλου, Θωμοπούλου, το Αγρίνιο αυτόθι.

14. Η λέξη προφανώς εκ της ιταλικής (ΰοπιύα). Βλ. Ν. Ανδριώτη, Ετυμολογικό λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, θεσσαλονίκη 1971, σσ. 378-379.

15. Για τα κιούνια βλ. Γιαννακοπουλου, Τα ταμπάκικα του Βραχωριου, Α', στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπ.π. σ.47.

16. Πολλά πηγάδια και αρτεσιανά έγιναν επί δημαρχίας Γ. Μπαϊμπά, Βλ. Θωμοπούλου, Το Αγρίνιο, όπ.π. σ. 139.

17. Μπάκα, Οδηγός γεωγραφικός και εμπορικός, όπ.π. σσ. 125-131. 

 

Νέα Εποχή 2006 

Πρώτη σελίδα | Μνήμες | Εικόνες | Αξιοθέατα | Γειτονιές