Μνήμες και αναδρομές: 

Ο δρόμος Αγρινίου - Μεσολογγίου μέσω Κλεισούρας κατά τον 19ο αι.

. Του ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΕΜΜ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Για έναν ξένο (Ευρωπαίο, αλλά και Έλληνα, άσχετο με την Αιτωλοακαρνανία), η διαδρομή. Αγρίνιο-Κλεισούρα- Μεσολόγγι, ανέκαθεν προξενούσε έκπληξη, αλλά και δέος και ιδία σε άλλες εποχές που η συγκοινωνία ήταν πρωτόγονη. Αναφέρομαι σε δυο περιηγητές, του Ι9ου αιώνα, ενός Γάλλου, του Φραγκίσκου Πουκεβίλ  (1770-1838), γιατρού στο επάγγελμα, ιστοριογράφου και πρόξενου της Γαλλίας στα Γιάννενα, που περιηγήθηκε την Περιοχή μας προεπαναστατικά (περί το 1815) και στον Έλληνα Δημήτρη Βικέλα, διακεκριμένου πνευματικού ανθρώπου, (εισηγητή των Ολυμπιακών Αγώνων), που πέρασε από το Βραχώρι και έκαμε την πιο πάνω διαδρομή, το 1884.
Οι δυο περιηγητές αναφέρονται με θαυμασμό στη γέφυρα Αλάμπεη με τις 370 καμάρες, που διέσχιζε τότε το έλος μεταξύ των δυο λιμνών της Τριχωνίδας (Βραχωρίου) και της Λυσιμαχείας (Αγγελοκάστρου), την κατασκευή των οποίων ο Πουκεβίλ την αποδίδει στους Ρωμαίους.
Ο Βικέλας, χωρίς να παίρνει Θέση, αναφέρει ότι οι Βραχωρίτες απέδιδαν την κατασκευή της γέφυρας στους Νορμανδούς και τονίζει: «Εν αμφιβολία ας ήμεθα γενναιότεροι ημείς και ας αφήσωμεν αδιαφιλονίκητον εις τον Τούρκον Αλάμπεην την δόξαν ταύτην». Όμως ο παρατηρητικός Πουκεβίλ, που αποδίδει τις καμάρες στους Ρωμαίους, τονίζει: «Παρετήρησα σε Κάποιους πυλώνες, σκαλιά που οδηγούν σε πλατώματα, κτισμένα γύρω από την προεξοχή των προβόλων. Σχηματιζόταν ένα είδος μώλων, όπου διέκρινα δακτυλίους, στους οποίους έδεναν τα σκάφη. Μ’ αυτά έκαναν εμπόριο στα παράλια της λίμνης, που άλλοτε περιβαλλόταν από πόλεις με ιδιαίτερη εμπορική κίνηση, στα λιμάνια τους».
Κατά τον γράφοντα, στα παλιά θεμέλια (Ρωμαϊκά ή Νορμανδικά), οι Τούρκοι περί τα μέσα του Ι7ου αιώνα, έκτισαν και πάλι τις τξωτές καμάρες. Η θεμελίωση κτισμάτων σε ένα έλος με νερό, είναι το πρώτο και το πιο δύσκολο, σε μια Κατασκευή. Η γέφυρα με τις τοξωτές καμάρες 360 ή 370 τον αριθμό, άρχιζε από το Μουσταφούλι (Παναιτώλιο) και κατέληγε κοντά στη Θέση «Συκιά» της Μακρυνείας, οπότε πρόβαλε ο Αράκυνθος (Ζυγός).
Η διάβαση του Ζυγού ήτο μεγάλο πρόβλημα. Υπήρχαν τρεις διέξοδοι και οι τρεις με προβλήματα ασφάλειας για τους διερχομένους. Η δυτική, Συκιά - Μουστιάνου - Αγγελόκαστρο - Χαλίκι, η ανατολική, Συκιά - Ζευγαράκι - Κεράσοβο - Σιβίστα (Ελληνικά) - Μούσουρα - Ρέτσινα και η κεντρική, Συκιά - Φραγκουλαίικα - Κλεισούρα - Χαλίκι - Κεφαλόβρυσο Αιτωλικού. Ασφαλώς η πιο σύντομη διάβαση ήταν η κεντρική, μέσω της Κλεισούρας, αλλά και η πλέον επισφαλής, λόγω της μορφολογίας του εδάφους και της πυκνής βλάστησης, ιδία στη βάση του φαραγγιού. Έτσι περιορίζομαι στην κεντρική, της Κλεισούρας, η οποία κατά τους προεπαναστατικούς χρόνους ήταν ληστοκρατούμενη Και γι’ αυτό ήταν ο φόβος και ο τρόμος των διερχομένων. Από την αφήγηση του Πουκεβίλ φαίνεται ότι υπήρχε μονοπάτι που παρέκαμπτε το φαράγγι και ανέβαινε στην κορυφή μιας απότομης πλαγιάς του φαραγγιού. Αλλά και εδώ υπήρχαν ληστές, γι’ αυτό την ομάδα των διερχομένων συνόδευε φρουρά, η οποία πυροβολούσε μέσα στο φαράγγι για να δηλώσει ότι οι διερχόμενοι φρουρούνται. Αλλά ας δώσουμε το λόγο στον Πουκεβίλ: «Τελικά μετά από τρία τέταρτα της ώρας κόπο φθάσαμε στο υψηλότερο σημείο της Τραχίνας, απ’ όπου είδα τη Θάλασσα, το νησί και την πόλη Ανατολικό... Δεξιά της κορυφής όπου είχαμε σταματήσει, μου έδειξαν στο κοίλωμα ενός βράχου, ένα ξωκλήσι αφιερωμένο στον προφήτη Ηλία, που είχαν κτίσει οι κλέφτες. (Σημ. προφανώς πρόκειται για την Ιερά Μονή Ζωοδόχος Πηγή ή «Αγία Ελεούσα»). Ανεβαίνουμε σ’ αυτό τον ιερό βράχο από μια επικίνδυνη σκάλα, που παρόλα αυτά την ανέβαιναν πολλοί. Εκεί οι αρματωλοί, χωρίς να φοβούνται μήπως πιαστούν σε ενέδρα, όντας το ίδιο ευσεβείς, με τους πάλαι ποτέ κακοποιούς, λειτουργούνται και εκφράζουν την ευσέβειά Τους. Στους τοίχους και στην αγία Τράπεζα κρέμονται ένα σωρό τάματα, ασημένιες λάμπες και το εικονοστάσι του προφήτη Ηλία, αντικείμενο λατρείας των ανυπότακτων αρματωλών».
Απεναντίας, μετά 70 χρόνια, το 1884, που επισκέφθηκε την περιοχή ο Βικέλας, στην Κλεισούρα είχε σχηματισθεί δρόμος ελικοειδής, από τον οποίο πέρασε κατά τη μετάβασή του προς το Μεσολόγγι, η δε ληστεία είχε περιορισθεί, χωρίς όμως να έχει εξαλειφθεί.
Νομίζω καιρός είναι να αναφερθώ, σε έναν λίαν αξιόλογο, αλλά ταπεινό ιστοριοδίφη του Αγρινίου, τον αείμνηστο Δημήτριο Πιπερίγκο, υπάλληλο της Εθνικής Τραπέζης στο Αγρίνιο, από το 1934.
Ο Δ. Πιπερίγκος, ορθώς εκλήθη από τη Διοίκηση του Καταστήματος της Ε.Τ.Ε στο Αγρίνιο να ομιλήσει κατά τα εγκαίνια του Νέου Καταστήματος (έτος1983), που κτίστηκε σε οικόπεδο της Τραπέζης, (οδός Π. Σούλου), συνεχόμενα του παλαιού κτιρίου, που έχει πρόσοψη επί της Χαριλάου Τρικούπη.
Το οικόπεδο, κατά τον ομιλητή, ήταν ιδιοκτησίας εμπόρου τινός ονόματι Νικολάου Τζατζαφίλη. Ο Τζατζαφίλης μεγαλέμπορος της δεκαετίας 1870 - 1880, μετέφερε τα εμπορεύματα στο Αγρίνιο δια καμήλων ή ημιόνων, από το μικρό λιμάνι του Αιτωλικού, μέσω της λίαν δασώδους και δαιδαλώδους τότε, όσον αφορά τους ελιγμούς, Κλεισούρας. Τα στενά της ελυμαίνοντο εκείνην την εποχή, κακοποιοί και μικροληστοσυμμορίες. Υπήρχε Φυλακείον, το σωζόμενο ακόμη μέχρι σήμερα ως ερείπιο, στο αριστερόν της Κλεισούρας, του διερχομένου από Αγρίνιο προς Μεσολόγγι. Τη νύκτα, η φρουρά απεσύρετο στο κτίριο του Φυλακείου μέχρι να ξημερώσει. Το της επικινδύνου μεταφοράς των εμπορευμάτων, εκμεταλλεύθηκε ο Τζατζαφίλης, κατά τρόπο όχι τίμιο, ισχυρισθείς ότι κατά τη διέλευση των ζώων από την Κλεισούρα με τα εμπορεύματα, οι ληστές απήγαγαν 5 ή ό ζώα έμφορτα και ως εκ τούτου εζημιώθη σημαντικό χρηματικό ποσόν. Αυτό δεν έγινε πιστευτό, διαμαρτυρηθέντων των εμπόρων Πατρών και Σύρου, που είχαν παραδώσει στον Τζατζαφίλη τα εμπορεύματα. ‘Οπως επίσης και οι λυμαινόμενοι την Κλεισούρα κακοποιοί, διαμαρτυρήθηκαν, ότι δε διέπραξαν αυτοί την ληστείαν. Άλλωστε οι ληστές είχαν «αρχές», αφού «ξαφρίζανε» τα εμπορεύματα και δεν τα αφαιρούσαν καθ’ ολοκληρίαν, για να μην «χάσουν τη δουλειά τους». Τα απαχθέντα ζώα, ανευρέθησαν στο Κεράσοβο Μακρυνείας, οι Αρχές συνέλαβαν τον Τζατζαφίλη, ο οποίος ομολόγησε την πράξη του.
Την εποχή εκείνη, Ειρηνοδίκης - Δικαστής και Συμβολαιογράφος Αγρινίου, ήταν ο Βαυαρός την καταγωγή, ονόματι Μίλερ, ο οποίος μια και η πράξη του Τζατζαφίλη ήταν ομολογημένη, επέβαλε σ’ αυτόν προς τιμωρίαν του, δημόσιο εξευτελισμό κατά τρόπο «Αρβανίτικο». ‘Ετσι μια Κυριακή του 1879, στην Άνω Πλατεία του Αγρινίου (μετέπειτα Νικ. Στράτου), ο Ειρηνοδίκης προέβη στο δημόσιο εξευτελισμό του Τζατζαφίλη. Μεταφέρω τη σχετική παράγραφο του Δ. Πιπερίγκου: «Λοιπόν εν μέσω του συγκεντρωθέντος πλήθους και εν ημέρα Κυριακή, ηρώτησεν ο Ειρηνοδίκης Μίλερ τον προσαχθέντα δέσμιον ενώπιόν του Τζατζαφίλην, δια φωνής ηχηράς: «Τα κατεχράσθης Τζατζαφίλη τα εμπορεύματα;», «Ναι τα κατεχράσθην» απήντησεν ο κατηγορούμενος. Αυτή η ερώτηση εγένετο τρεις φοράς Παρά του Ειρηνοδίκου - Δικαστού Μίλερ. Και ο κατηγορούμενος έμπορος Τζατζαφίλης, απήντησε τρίς καταφατικώς. «Τότε κάμε το χρέος σου» είπεν ο Δικαστής. Και «χρέος» και «υποχρέωσις» του κατηγορουμένου, ήτο, ότι ούτος εσήκωσε τότε το οπίσθιον τμήμα της φουστανέλας του, με τα δυο χέρια του και με την εμφάνισιν αυτήν του σώματός του, εκτύπησε τα οπίσθιά του τρις, επί της παρακειμένης πέτρινης σκάφης, παρισταμένου και του πλήθους. Καθ’ ήν στιγμήν ο κατηγορούμενος ούτως ενήργει, συμφώνως τη Διαταγή του Δικαστού, ο Μίλερ εξεφώνη: «Μία», «Δυο», «Τρεις», όσας και αι φερόμεναι επαφαί των οπισθίων του Τζατζαφίλη μετά της πέτρινης σκάφης. (Σημ. γράφοντος: κατά τη γνώμην μου, η σκάφη είχε νερό). Άμα τω πέρατι της διαδικασίας και εις εκτέλεσιν της επιβληθείσης ποινής «Αλά-Αρβανίτικα», ο Μίλερ είπε την τελευταίαν φράσιν: «Και τώρα με γεια σου Τζατζαφίλη, είσαι ελεύθερος».
Το γεγονός αυτό (σημειώνει ο αείμνηστος Δ. Πιπερίγκος), έλαβε χώραν περί το τέλος του έτους 1879. Την ιστορίαν αυτήν, τονίζει, ήκουσα κατ επανάληψιν από συμπαραστάντας και αυτόπτας συμπολίτας μας».

Το Παραπάνω κείμενο του Χρ. Θεοσωρόπουλου πρωτοδημοσιεύτητε στο περιοδικών Ρίζα