Κίμων Γαλάζης



 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κίμων Γαλάζης (Γ. Τσακανίκας)

(Στη φωτογραφία από αριστερά: Αθανάσιος Παπαλέξης, Γεώργιος Τσακανίκας και Αθανάσιος Ρήκας)

Κίμων Γαλάζης είναι το φιλολογικό ψευδώνυμο του Γιώργου Τσακανίκα, που γεννήθηκε στο Αγρίνιο το 1887. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και συνέχισε τις νομικές του σπουδές στη Γαλλία. Δικηγόρησε στο Αγρίνιο και διετέλεσε Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αγρινίου για πολλά χρόνια. Δυο φορές εκλέχτηκε βουλευτής, υπηρετώντας με σοβαρότητα τα κοινά.

Η ποίησή του, που χαρακτηρίζεται από βαθύτατη μελαγχολία, στάθηκε παραμυθία μέσα στην πληκτική ζωή της μικρής επαρχιακής πόλης. Με το ψευδώνυμο Κίμων Γαλάζης πρωτοδημοσίευσε στο περιοδικό Διόνυσος του Μήτσου Χατζόπουλου (Μποέμ) το 1902 κι έκτοτε δημοσίευε συνέχεια σε περιοδικά και εφημερίδες της εποχής ποιήματα λυρικά με χαρακτηριστική την επαρχιακή καταχνιά αλλά και την προσωπική μοναξιά. Το έργο του – κυρίως τετράστιχα που τα ονόμαζε Ρυθμοί – παραμένει σκορπισμένο στα διάφορα έντυπα της εποχής του.

Ήταν ένθερμος υποστηρικτής της δημοτικής γλώσσας. Χαρακτηριστικά αναφέρεται (βλ Δημήτρη Γιάκο οι Λυρικοί της Ρούμελης) το τηλεγράφημα που ο ίδιος με άλλους επιστήμονες του Αγρινίου  έστειλαν στον καθηγητή Μυστριώτη τον Απρίλιο του 1911, όπως γράφει ο Δημήτρης Γιάκος (Νέα Εποχή 1951), τότε που συζητιόνταν στην αναθεωρητική   βουλή το γλωσσικό ζήτημα εξ αφορμής του άρθρου 107 του Συντάγματος  για την επίσημη γλώσσα του κράτους. Ο καθηγητής Μυστριώτης, γνωστός γλωσσαμύντορας, υπέρμαχος της καθαρεύουσας, επρόκειτο να πραγματοποιήσει διάλεξη στο Αγρινίου για το θέμα αυτό. Στο τηλεγράφημα που μαζί με τον Γ. Τσακανίκα υπέγραψαν οι Αγρινιώτες της εποχής εκείνης, Δ. Καψάλης, δικηγόρος, Κ. Δημάδης, ιατρός, Ι. Παπαστράτος, δικηγόρος, Ν. Τζάνης, δικηγόρος, Αγαμ. Χατζόπουλος, ιατρός και Ν. Σαραντόπουλος, φαρμακοποιός, έγραφαν: Παρακαλούμεν να μην επισκεφθήτε την πόλιν μας, του γλωσσικού ζητήματος εξαντληθέντος.  

*

Κριτική αποτίμηση από τον καθηγητή του Πανεπιστημίου  Γρηγόρη Φ. Κωσταρά

Σε άρθρο, με τον τίτλο "Ενα φύλλο ελιάς στην μνήμη του Κίμωνα Γαλάζη", δημοσιευμένο στο περιοδικό "Ρίζα Αγρινιωτών" (τεύχος 65, των μηνών Απριλίου, Μαϊου και Ιουνίου 2007) ο κ. Γρ. Κωσταράς, μεταξύ άλλων, αξιολογεί τον Κίμωνα Γαλάζη με τις εξής σκέψεις:
-------

Η ποιητική πράξη του Κίμωνα Γαλάζη, όπως και κάθε γνήσιου δημιουργού, πρέπει να αντιμετωπίζεται αξιολογικά και όχι διθυραμβικά. Αυτή είναι η δεύτερη αρχή, που ακολουθεί το σημείωμα τούτο, επιχειρώντας μια πνευματική γνωριμία σε τρία επίπεδα:

(α) Βιογραφικό: Γεννήθηκε στο Αγρίνιο το 1879’ μετά τα εγκύκλια μαθήματα σπούδασε νομικά στην Αθήνα άσκησε το λειτούργημά του στη γενέτειρά του ως δικηγόρος με επιτυχία, ευπρέπεια, ηθική ακεραιότητα, αδέκαστη και πάντοτε γρηγορούσα συνείδηση. Ως εκλεγμένος δύο φορές (1920 και 1927) βουλευτής, ως πολιτευτής και πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αγρίνιου αγωνιζόταν πάντοτε -έως το τέλος της ζωής του, 1949- για την προκοπή του τόπου του. Τύπος αβρός και μονήρης, άζευκτος και ασυμβίβαστος, διοχέτευε τη μελαγχολία και τον απαισιόδοξο προβληματισμό του στην τέχνη και ειδικότερα στην ποίηση.

(β) Εργογραφικό: Το ποιητικό του έργο ξεχωρίζει για την υψηλή του ευαισθησία. Ατυχώς ο Γαλάζης το άφησε σκόρπιο στις εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής του, σαν ένα μοναχικό άνθος, που μέσα στο απέραντο δάσος χαρίζει το μεθυστικό άρωμά του. Πρωτοδημοσιεύει, τους στίχους του (1902) στον Διόνυσον του Μποέμ (: Δ. Χατζόπουλου, αδελφού του Κ. Χατζόπουλου) και έπειτα συνεργάζεται με τον Νουμά, το Πάνθεον, το Στάδιον, την Εργάνην Αθηνάν, το Μαστίγιον, δίπλα στον Παλαμά, τον Γρυπάρη, τον Μαλακάση, τον Πορφύρα, ενώ λάμπρυνε με τα ποιήματα του τις στήλες των τοπικών εφημερίδων.

(γ) Αισθητικό: Τα ποιήματα αυτά μπορεί να ερμηνευθούν κατά πολλούς τρόπους: γενετικά - ιστορικά (κατά τον χρόνο της γραφής τους) ή συστηματικά (σύμφωνα με τη συγγένεια του περιεχομένου και των ιδεών τους, ομαδοποιημένα). Πώς, όμως να χρησιμοποιηθεί η συστηματική μέθοδος ερμηνείας για έναν κατά βάσιν αντισυστηματικό διανοοούμενο; Δεν εννοώ καθόλου ότι ο Κίμων Γαλάζης στερείται κοσμοβιοθεωρητικού ή μεταφυσικού προβληματισμού, αλλά ότι δεν επιμένει στην ίχνευση των οντολογικών ριζών σε μια τέτοια θεματική. Η ποίησή του είναι μια λυρική έκρηξη, είτε τραγουδάει τη φύση είτε ολοφύρεται για τη μικρόχαρη κι οκνή ζωή της επαρχίας είτε δέεται ν' αστράψει και να φωτίσει τα εντός του σκότη.

Και όμως! Ο Κ.Γ., έχοντας τη μυστικιστική τριάδα, προίκα κάδε αληθινού δημιουργού (: τα γνωρίσματά του, τη μοίρα και το έργο του), μας γοητεύει με τη μαγική δύναμη της απλής του γλώσσας και τη δροσιά των συναισθημάτων της μουσκεμένης από δάκρυα ψυχής του:

Η νύχτα απόψε ατέλειωτη κι εγώ δεν κλείνω μάτι.

Την κάμαρα άγρια χτυπάει η βαρυχειμωνιό.

Ίσκιοι νεκρών αγαπητών μπρος μου περνούν φευγάτοι.

Τους Βλέπω λίγο κι έπειτα πάλι Χάρος κι Ερμιά...

 Άλλοτε πάλι με τους Ρυθμούς του, το Βραδινό τοπίο του ή με τα Τετράστιχό του δίνει μιαν αίσθηση ζωής στενόχωρης και πληκτικής, όπου κανείς αλίμονο... πονεί-πονεί..., χωρίς ελπιδοφόρες προοπτικές και όπου η ψυχή εκτίει τη δοκιμασία της. Ωστόσο, υπάρχουν ποιητικές στιγμές, ελευθερωμένες από τον -σχεδόν μόνιμο- πεσιμισμό του και αποκαλυπτικές της εσωτερικής του φυσιολογίας και γεωγραφίας είναι οι ευλογημένες στιγμές της ψυχικής του αιθρίας και της δημιουργικής του λυρικής μέθης, που σαν ανοιξιάτικη, τρελλή, νεροποντή διαβρέχουν την καρδιά του - και την καρδιά μας: νοιώθεις το σιωπηλό χάδι της ομίχλης ή τη γλυκειά θωπεία του εαρινού ήλιου αισθάνεσαι το ευφρόσυνο και κατανυκτικό χαμόγελο της τρυφερής αυτής ποίησης και βιώνεις - κατά τον τρόπο του Νίτσε, τη Βαθυστόχαστη αντίληψη της ελληνικής γαλήνης:

Ανοιξη πάλι, μες στη γη ξυπνάν τα νέα φύτρα

και ξαναπλάθεται η ζωή μες στην παλιά τη μήτρα.

Και μες στη μέρα τη γλυκειά, που αποθυμιές αφήνει

ο Ήλιος βλογάει τα πλάσματα γεμάτος καλοσύνη.

 ★★★

Οι στίχοι του Κ.Γ. διάνο νουν ένα ολόκληρο Βυθισμένο κόσμο και εγείρουν γοητευτική αναπόληση και ριγηλή νοσταλγία εισάγουν ακόμη σε ένα βαθύτερο, ουσιαστικότερο, πέραν των φυσικών φαινομένων κείμενο, μετα-φυσικό προβληματισμό. Πού, άραγε, θα μπορούσε να βρει τον καθαρτήριο εφησυχασμό, την  σωτηριακή λύτρωσή της η ανθρώπινη ύπαρξη; Γι' αυτό δέεται ο ποιητής;

Νύχτα γλυκειά των Χριστουγέννων,

Συ, που σκορπίζεις τη γαλήνη

μες στην ψυχή των πονεμένων,

απάλυνέ μου την οδύνη...

 

Στην ικεσία αυτή συμ-πυκνώνει την άγια ελπίδα να καταυγασθεί από ουράνιο φως το Βραδινό τοπίο της ψυχής του, το φορτωμένο από συννεφιά και μοναξιά και απόγνωση:

Έπεσε ο ήλιος, το σκοτάδι / απλώθηκε στο λόγγο κάτου

και το γαλήνιο απόψε Βράδυ / πήρε μιαν έκφραση θανάτου.

 ★★★

Ούτε ο έναστρος ουρανός, ούτε οι ορμητικοί καταρράκτες ή η ακινητούσα λίμνη, ούτε οι μανιασμένες καταιγίδες ή οι δασώδεις οροσειρές, ούτε τα πορφυρένια πρωινά, τα μελιχρά δειλινά ή τα δροσερά βράδυα, ούτε οι ηλιόλουστες ημέρες ή οι σεληνοφώτιστες νύχτες είναι ικανές να γεμίσουν το ένδον κενόν και να δαμάσουν τον Μινώταυρο της έμφυτης μελαγχολίας του και της μεταφυσικής του αγωνίας:

Ποτέ μου δεν με τρόμαξεν άλλη βραδιά η σελήνη

όπως απόψε πήγαινε να δύσει στο Βουνό,

αγαπημένο πρόσωπο σ' επιθανάτια κλίνη

μου 'φάνη σαν να μου 'στελνε το χαίρε! το στερνό...

 Είναι ανώλεθρος ο τρόμος αυτός και πανίσχυρη η λαχτάρα να τον υπερβεί. Έτσι η πονεμένη ψυχή του ποιητή τραμπαλίζεται ανάμεσα στη θρηνώδη απόγνωση και την υποφώσκουσα ελπίδα, καθώς:

Κάπου αχνοφέγγουνε καντήλια/πάνω σε κάποιο εικονοστάσι.

Νέκρα... Το αηδόνι ούτε μια τρίλλια / δεν στέλνει τη σιωπή να σπάσει.

 Ακούμε εδώ τον αιμάτινο αγώνα του να διαρρήξει τη μοναξιά του και ν' απαντηθεί μες στης ζωής το δρόμο / με της αγάπης τον παλμό.... Όμως τα συμβαίνοντα της ίδιας της ζωής τον κεραυνώνουν και κορυφώνουν την εσωτερική του τρικυμία:

Φίλε καλέ, κι αν πέθανες, στο νου μου πάντα μένεις

Με της ψυχής τα πλούτη σου και με την αρετή.

Στο νου μου η μνήμη μιας μορφής γλυκιάς και πονεμένης,

όσο ο καιρός κι αν πέρασε, δεν θέλει να σβηστεί...

 Πυρωμένο βέλος ο θάνατος και φωτιά εσώψυχη η μνήμη που τον συντηρεί.

★★★

Βαθμιαία, όμως, ο Κίμων Γαλάζης από αδυσώπητη χρεία αποσύρει το βλέμμα του από τον κόσμο των αισθήσεων, παύει να δένεται στο χώρο των σχημάτων και διανοίγει ορίζοντες καθαρά μεταφυσικούς: φθάνει, όπως ο Φάουστ, στο σεμνό και ήρεμο βασίλειο των πνευμάτων, στην ήσυχη γωνιά του ουρανού, όπου μόνον ανθίζει η χαρά του ποιητού, όπου αγάπη και φιλία, της καρδιάς μας ευλογία! Η τύρβη του κόσμου νικιέται, η μνήμη όμως είναι ανίκητη και η μοναξιά πνιγηρή:

Τι κι αν χτυπάει της Κυριακής η γιορτινή Καμπάνα;

Ποιος θα ξυπνήσει σήμερα να πάει στην Εκκλησιά;

όλοι μου φύγαν μονάχα η αξέχαστή μου μάνα

έρχεται με τον ίσκιο της και με παρηγορά.

 Η κυριακάτικη, λοιπόν, γιορτινή καμπάνα και η αλησμόνητή του μάνα είναι οι φίλιες μορφές, που φέρνουν μαζί τους τις εικόνες ευτυχισμένων ημερών του Φάουστ είναι οι ιδανικές φωνές κι αγαπημένες του Καβάφη, που μες στα όνειρά μας ορμούνε... ήχοι... σαν μουσική, τη νύχτα, μακρινή που σβήνει. Μάνα και καμπάνα του απαλύνουν την οδύνη! Του Κίμωνα Γαλάζη...!

Στο πρόσωπό του το Μέλλον δεν τολμάει να λησμονήσει το Παρελθόν η ποιητική του λαμπάδα θα καίει άσβεστη μέσα στη νύχτα του Χρόνου...

ΠΡΟΣΩΠΑ (ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ)...


Ένα ποίημα του Κίμωνα Γαλάζη
**

Η νύχτα απόψε ατέλειωτη κι εγώ δεν κλείνω μάτι.

Την κάμαρα άγρια χτυπάει η βαρυχειμωνιά.

Ίσκοι νεκρών αγαπητών μπρος μου  περνούν φευγάτοι.

Τους βλέπω λίγο κι έπειτα πάλι Χάρος και Ερμιά…

 

…Τι κι αν χτυπάει της Κυριακής η γιορτινή καμπάνα;

Ποιος θα ξυπνήσει την αυγή να πάει στην εκκλησιά;

Όλοι μου φύγαν, μοναχά η αξέχαστή μου μάνα

Έρχεται με τον ίσκιο της και με παρηγορά



Νέα Εποχή 2006 

Πρώτη σελίδα | Μνήμες | Εικόνες | Αξιοθέατα | Γειτονιές