Τα γεγονότα είναι σεβαστά. Τα σχόλια ελεύθερα.

Image description goes here Image description goes here Image description goes here

  

 

Κείμενα:

 

Γκρεμισμένη φωλιά*

 

 

 

 

Του Πάνου Ι. Βλασσόπουλου


 

          Τα μοντΕρνα σκαφτικά μηχανήματα, που ξηλώνουν αράδα παλιές  οικοδομές, θεριά αδηφάγα που καταβροχθίζουν ακατάπαυστα, σαν από μανία, το παρελθόν και τις ιστορίες του, για να δημιουργήσουν τον ακαταλαβίστικο, τον ξέφρενο μηχανικό κόσμο, εσκόρπισαν προχτές σ' ερείπια και κορνιαχτό κι άλλη μια ιστορία που όσοι την έζησαν, δάκρυσαν στο χαλασμό της. Γιατί ήταν μια ιστορία που βάσταξε 35 χρόνια. Κι ήταν μια ιστορία που, μ' όλη την απλότητά της, έκλεινε στις σελίδες της τον χαρακτήρα, το πνεύμα, τα όνειρα, τους ψυχικούς κόσμους, μιας ολόκληρης εποχής. Μιας εποχής που τ' απομεινάρια της τώρα είναι ελάχιστα και ελάχιστοι εκείνοι που μπορούν να αισθανθούν τη νοσταλγία της. 

Όμως, γι' αυτούς, ήταν μια ιστορία όμορφη. Κι αλίμονο, μια ιστορία που δεν μπορεί πια να ξαναγραφεί. Γιατί πέρασε η εποχή που γράφονταν τέτοιες ιστορίες. Τα γκρέϊντυ και οι μπουλντόζες ανοίγουν το δρόμο σ' άλλες ιστορίες, ιστορίες τέλεια διαφορετικές. 

Αυτή που έπεσε προχθές σ' άμορφους σωρούς, ήταν γνωστή με το όνομα «Ταβέρνα Σπανού». Ταβέρνα-ιστορία!! Ναι. Η ιστορία ενός κόσμου που χάνεται, που χάθηκε. Κι ο κόσμος εκείνος, τις πιο ενδιαφέρουσες σελίδες της ιστορίας του, τις έγραψε στις ταβέρνες. 

Πόσο με συντάραξε το θέαμα του γκρεμισμένου τοίχου της, το ξήλωμα του κυματιστού ταβανιού της που θαρρούσες πως θάπεφτε στο κεφάλι σου το ξερίζωμα της κληματαριάς της! Βλέποντας, νόμιζα το Χάρο να στριφογυρίζει το δρεπάνι του πάνω από το κεφάλι μου! Είμαι κι εγώ αλίμονο από τα λίγα απομεινάρια της εποχής της, της γενιάς που χάνεται. 

Πόσο θάθελα νάκανα πλούσιο το μνημόσυνο της γκρεμισμένης αυτής ταβέρνας! κι ας με κατηγορήσουν οι νεώτεροι πως θέλω να βρικολακιάσω πεθαμένους. Ας ησυχάσουν. Δεν πρόκειται το ξέρω να επηρεάσει τη ζωή τους. Μνημόσυνο θα κάμω. Ύστερα, οι βρικόλακες, θα ξαναγυρίσουν στο μνήμα τους. Δεν έχουν καμία αξίωση vα ξαναζήσουν. Το ξέρουν ότι δεν γίνεται. Θα ιδείτε άλλωστε ότι είναι τόσο καλοί οι βρικόλακες μου! Δεν θα ρουφήξουν αίμα. Θα τραγουδήσουν. Δεν θα ξεσχίσουν σάρκες με τα νύχια των. Θα παίξουν κιθάρες. Μνημόσυνο, είπα, θα κάμω. κι ύστερα όλα περασμένα ξεχασμένα. Το μνημόσυνο ετούτο δεν θα εμποδίσει τις μπουλτόζες να γκρεμίζουν, ούτε το ραδιοπικάπ για να σταματήσει το τσα-τσα. 

Στοιχειά της ταβέρνας ο Αποστόλης και ο Κώστας Σπανόπουλοι και ο Βαγγέλης ο Κουκούλης. Και κόσμος της ένας ολόκληρος χορός γνωστός σαν «ΓΚΡΙΝΙΑ». Ήταν μια παρέα. Παρέα ατράνταχτη, πάντα έτοιμη για γκρίνια και... για γλέντι. Και τι κλιμάκωμα! Από καπνέμπορο, δημόσιο υπάλληλο, λόγιο, ποιητή, καλλιτέχνη έως τον μπαλωματή. Ο τελευταίος ήταν και η...κλώσα της παρέας. Φτωχιά κλώσα που, όταν η καμπάνα της Ζωοδόχου Πηγής χτυπούσε μεσημέρι, πετούσε το τσαγκαροσούφλι κι έβαζε το ρέκο: ω! ω! ω! Για να καταλήξει σ' ένα απελπιστικό, σπαραχτικό: Πεινώ!' (Τι νάκανε μια φόλα σ' ένα παληοπάπουτσο στο στομάχι ενός τριαντάχρονου δουλευτή;).  

Μα σαν βράδιαζε, ξεχνούντουσαν όλα μπροστά σ' ένα ποτήρι κοκκινέλι. Και πείνα και δυστυχία. Γύρω τότε από το φτωχό μπαλωματή, μαζευόταν όλη η κλωσοφωλιά. Γελαστή, χαρούμενη, ασυλλόγιστη. Του καθένα δε η είσοδο χαιρετιούταν με σχετικό ανάκρουσμα. Και θυμάμαι, στην είσοδο του υποφαινόμενου, έπρεπε ν' ακουστεί πάντα το «Τραγούδι των τσιγγάνων» από το Τροβατόρε του Βέρντι. Ο τίτλος της όπερας τούτης ήταν, τότε, το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο.  

Σειρά στο τραπέζι της παρέας τα ποτήρια. Ο Μήτσος ο αυτοκινητιστής, θα κερνούσε πάντα το πρώτο:  Ένα γκαζοντενεκέ κρασί! Με το δευτέρωμα του ποτηριού - ο μεζές εσπάνιζε - άρχιζε ...η συναυλία. Μη σας φανεί παράξενο, υπερβολικό. Μάλιστα, συναυλία. Και συναυλία με αξιώσεις. Συναυλίες ασύγκριτα ανώτερες απ' εκείνες για τις οποίες ανάβουνε τα δημοτικά τόξα. Γιατί, όλη εκείνη η κλωσοφωλιά, είχε φωνές. και γύρω στον τοίχο, πλήθος τα μαντολίνα, τα μπάτζο, οι κιθάρες. 

Τα βράδια της «Γκρίνιας» ήσαν οι μουσικές εσπερίδες του τότε Βραχωριού και η Ταβέρνα Σπανού η αίθουσα - να ειπούμε - Κολόν. Κάθε το εκλεχτό, το πλούσιο σε διανόηση, σε καλλιτεχνικό αίσθημα, σε ψυχικές ανατάσεις (χωρίς να λείπει βέβαια και η σνομπαρία) έδινε εκεί το ραντεβού της. Εκεί, ανάμεσα σε θεόρατα παλιά βαρέλια, που, στου καθένα τον καθρέφτη, ήταν το όνομα μιας... όπερας! Λουτσία, Τροβατόρε, Μπαντερφλάϋ, Μποέμ, Αϊντα κ.λπ. 

Το «πρόγραμμα» της συναυλίας άρχιζε με κλασσικά τραγούδια και μουσική, για να περάσει στο πνευματικό σπινθηροβόλημα μ απαγγελίες και πικάντικες ιστορίες, που θα έδιναν κι αυτές κατόπι θέση στο μαστορεμένο κουτσομπολιό που πρωταγωνιστούσαν η... «σουμπρέτα» της παρέας (ο Τόλιας ο Σπανός) και το «ντούο πεινάλε» (ο Γάλης και ο Βαγγέλης). Κουτσομπολιό που έκαιγε με το μπαμπάκι. Κουτσομπολιό που δεν άφηνε τίποτε «νέο της ημέρας» έξω. Πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό. Και συνέχιζε στερνά το λαϊκό τραγούδι, ώσπου το «Γαμήλιο Εμβατήριο» του Μέντελσον και το κουδούνι πού ταν κρεμασμένο στην πόρτα της ταβέρνας, εσήμαναν ότι... η συναυλία ετελείωσε. Όλα δε εκεί σ' ατμόσφαιρα ευγενική, πολιτισμένη. Καυγάς, δεν εσημειώθηκε ποτέ στην ταβέρνα του Σπανού. Κι όταν η ταβέρνα έκλεινε, η μελωδία ξεχύνονταν στους δρόμους ως που να βγη τ' αστέρι της χαραυγής. Ήταν οι ώρες της καντάδας, του έρωτα. Κι άνοιγαν γρύλιες και σκιαγράφονταν κεφαλάκια αγαπημένα... 

Και η Ταβέρνα του Σπανού έγινε τόσο ξακουσμένη και η παρέα του φτωχού μπαλωματή (του Πάνου Κορτσέτη) τόσο σεβαστή, που δε παρουσιάζονταν ποτέ καλλιτέχνης του τραγουδιού και της μουσικής μπροστά στο κοινό του Αγρινίου, πριν περάσει από την Ταβέρνα αυτή και πριν γνωριστεί με τα μέλη της «Γκρίνιας». Έτσι, στους ασβεστωμένους τοίχους του Βραχωρίτικου εκείνου «Μουλέν Ρουζ», ο.. καλλιτεχνικός του Δ/ντής, ο Βαγγέλης ο Κουκούλης, μαζί με τα έξυπνα αποφθέγματά του σαν το «κούπαις κτώνται τ' αγαθά» είχε γράψει ονόματα διελθόντων πανελλήνια τότε γνωστά σαν του Γιάννη Αγγελόπουλου, της Κυπαρίσση, της Βλαχοπούλου, του Βλαχοπούλου, του Ν. Μωραίτη, του Θωμάκου, της Ζαγκαρόλα, της Λουκάσεβιτς, του Πέτρου Επιτροπάκη, του Σπύρου Καψάλη, του Βακόντιου, του Μολότσου, του Δελένδα, του Πρεδάρη, του Γιάννη Μαρσέλλου και πλήθους καλλιτεχνών της ελαφράς λυρικής σκηνής και της πρόζας από της Ηρούς Χαντά ως του Αλεξανδράκη. Και μαζί, τα ονόματα του Καπράλου, του Μπόγρη, του Παντελή Χορν, του Μαυροκέφαλου κ.ά.  

         Τα χρόνια επέρασαν. Ο Αλβανικός πόλεμος, η ξενική κατοχή, ο συμμοριτοπόλεμος και τα ίδια τα χρόνια, σκόρπισαν τη «Γκρίνια», έκαμαν σιγά-σιγά την ταβέρνα να βουβαθεί. Του κάκου κατοπινές προσπάθειες να της ξαναδώσουν τη φωνή της. Τον Ανδρέα, τον άλλον Ανδρέα, τον Τάσο, τον Μάρκο, τον Λάκη, τον Γρηγόρη, τους επήρε ο Χάρος. Τη «κλώσα» τον Πάνο, τα αδέλφια Μίμη και Γιώργο, τον Γάλη τους τράβηξε μια μεγάλη πολιτεία. Του καπνέμπορα έφυγαν τα δόντια κι έσπασε η κιθάρα, τον Θανάση τον σακάτεψε το τσόλι του καπνομάγαζου, ο Βαγγέλης αποτραβήχτηκε σ' απόμερο παίρνοντας μαζί του στο νέο πόστο του λίγες αναμνήσεις, του Μήτσου έσπασε η ρόδα, ο υποφαινόμενος ο τότε άδων γίνηκε άδους, οι Σπανοί παράτησαν την Ταβέρνα. Και τέλος, η ταβέρνα και η κληματαριά σωριάστηκαν. Η φωλιά που κελαηδούσε, σώπασε για πάντα. Μια ιστορία έκλεισε, μια εποχή διάβηκε αγύριστα. Την επήρε η μουλτόζα. Ω τέμπορα!!!

_______________________

*Σημείωση: Πρόκειται για ένα κείμενο, από τα καλύτερα του συγγραφέα, που κατατάσσεται  στη λογοτεχνική δημοσιογραφία (literary journalism) όπου το ρεπορτάζ, η παρατήρηση και οι ζωντανές μαρτυρίες εναλλάσσονται με αναδρομή στην τοπική ιστορία και στη λογοτεχνική μνήμη.