Προβληματισμοί

 

Δημοσθένη Γεωργοβασίλη:

 

  Ορθός λόγος και μεσαίος χώρος  

 

«Ἔστιν ἄρα ἡ ἀρετὴ ἕξις προαιρετικὴ, ἐν μεσότητι οὖσα τῇ πρὸς ἡμᾶς, ὡρισμένῃ λόγῳ καὶ ὡς ἄν ὁ φρόνιμος ὁρἰσειε» .  (Ἀριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια ΙΙ, 6 1-2)

 

Γιατί όλοι οι άνθρωποι «φύσει τοῦ εἰδέναι ὀρέγονται»; Γιατί γηράσκουν αεί διδασκόμενοι; Σε τι χρειάζεται τη γνώση ο άνθρωπος; Με ποια μέσα ή όργανα αναζητεί και πώς αποκτάει τη γνώση; Τι είναι η γνώση και ποια είναι τα όριά της και τα όρια των μέσων της. Τι σημαίνει ο χαρακτηρισμός του ανθρώπου ως «ζώου λογικού»; Σ’ αυτά και σε πολλά άλλα σχετικά ερωτήματα, που έθεσαν οι στοχαζόμενοι άνθρωποι κατά καιρούς και κατά τόπους δόθηκαν ήδη, και εξακολουθούν να δίδονται, διάφορες αποκρίσεις, αρχικά μέσω της φιλοσοφίας, αφού «διὰ γὰρ τὸ θαυμάζειν οἱ ἄνθρωποι ἤρξαντο φιλοσοφεῖν», και μετέπειτα μέσω της επιστήμης. Όπου λοιπόν η σοφία, η επιστήμη και ο νους δεν μπορούν να βρουν μιαν απάντηση, εκεί θα έπρεπε να επικρατεί η σιωπή και το θάμβος του θαυμασμού και όχι η δοκησισοφία και η φλυαρία του δημαγωγού.

Ο νους, η φιλοσοφία και η επιστήμη βεβαίως ανέκαθεν μοχθούν για τη γνώση της αλήθειας, γιατί η γνώση της αλήθειας είναι αναγκαία για τη ζωή του ως κοινωνικού και πολιτικού ζώου. Και είπε ο Αριστοτέλης: όποιος δεν ζει μέσα σ’ ένα κοινωνικό σύνολο είναι ή θεός ή θηρίο. Και ο μεν θεός ως πάνσοφος κατέχει όλη την αλήθεια και επομένως δε χρειάζεται να αποκτήσει άλλη γνώση, το δε θηρίο ως προικισμένο από τη φύση με το αλάθητο ένστικτό του επίσης δε χρειάζεται τη γνώση. Μόνο ο άνθρωπος, που κινείται ανάμεσα στο θεό και το θηρίο, χρειάζεται τη γνώση. Να μάθει τι είναι αλήθεια και τι πλάνη, τι είναι ορθό και τι εσφαλμένο. Και την χρειάζεται, για να ρυθμίζει τη κοινωνική του στάση ανάμεσα στους συνανθρώπους του, αφού η συμβίωση δημιουργεί καθήκοντα και δικαιώματα έναντι των άλλων μελών της συμβιωτικής κοινότητας.

* * *

Όσοι μελετούν την Ανθρωπολογία, την Ιστορία και την Κοινωνιολογία μαθαίνουν την εργώδη, πολύμοχθη και πολυαίμακτη πορεία του είδους των ανθρώπων σ’ όλο της το άνυσμα, από τη εποχή των τρωγλοδυτών μέχρι την εποχή των ουρανοξυστών, από την εποχή της δίαιτας των καρποσυλλεκτών μέχρι την εποχή ης πανδαισίας των Λουκούλλων, από την εποχή του αντιπραγματισμού μέχρι την εποχή του εμπορικότατου «πολέμου των άστρων» και του παγκοσμιωμένου καπιταλισμού. Και τι διδάσκονται από αυτή τη μάθηση; Διδάσκονται ότι, ενώ οι άνθρωποι μοχθούν για τη γνώση με σκοπό να ευδαιμονήσουν με τη βοήθειά της μέσα σε κλίμα ειρήνης και ευχαρίστησης, δυστυχώς υπάρχουν πάντοτε ισχυροί εκμεταλλευτές της γνώσης, που όσους συνανθρώπους των δεν εξοντώνουν με τον πόλεμο, τους καθιστούν σκλάβους, δουλοπάροικους και προλετάριους, επιτρέποντάς τους να απολαύουν από τον πλούτο της γης μόνο τόσο όσο απλώς να ζουν, για να δουλεύουν και να καταναλίσκουν. Η γνώση λοιπόν, όπως και κάθε όργανο ή εργαλείο, έχει διπλή λειτουργία, παρόμοια όπως και το τόξο καθ’ Ηράκλειτον: «τῶ μὲν οὖν τόξῳ ὄνομα βίος, ἔργον δὲ θάνατος». Δηλαδή το τόξο λεγόταν και «βίος», διότι όποιος το έριχνε εξασφάλιζε τη ζωή του είτε σκοτώνοντας θηράματα είτε εξοντώνοντας εχθρούς του. Παρόμοια είναι και η λειτουργία κάθε μορφής των δυνάμεων: μηχανικής, οικονομικής, και προπάντων της γνωσιακής.

Και είπε ο Πλάτων: «Ἐὰν μὴ ἤ φιλόσοφοι βασιλεύσωσιν ἐν ταῖς πόλεσιν ἤ οἱ βασιλεῖς τε νῦν λεγὀμενοι καὶ δυνάσται φιλοσοφήσωσι γνησίως τε καὶ ικανῶς, καὶ τοῦτο εἰς ταὐτὸν συμπέσῃ, δύναμίς τε πολιτικὴ καὶ φιλοσοφία… οὐκ ἔστι κακῶν παῦλα ταῖς πόλεσιν, δοκῶ δ’ οὐδὲ τῶ ἀνθρωπίνω γένει» (Πλάτ. Πολιτεία 473 d1-7). Δηλαδή τη γνώση τη χρειάζονται πάνω από όλους εκείνοι, που επωμίζονται το έργο της διοίκησης των πολλών. Ο κυβερνήτης του σκάφους την ώρα της καταιγίδας, του τυφώνα ή του κυκλώνα δεν μπορεί να εξαρτάται από τις συμβουλές εκ μέρους των συνεργατών του. Πρέπει να είναι ο ίδιος ικανός να λάβει τις σωτήριες αποφάσεις. Και οι αποφάσεις του φωτισμένου ηγέτη πρέπει να εφαρμόζονται αμέσως και αναντιρρήτως από όλους τους κυβερνώμενους, αλλιώς επέρχεται ο θάνατος. «Νόμος καὶ βουλῆ πείθεσθαι ἑνός» λέγει πάλιν ο Ηράκλειτος. Δηλαδή η θέληση αυτού του φωτισμένου και μοναδικού ηγέτη πρέπει να εφαρμόζεται ως νόμος.

Τέτοιος πεφωτισμένος ηγέτης υπήρξεν ο Περικλής, ο λαοπρόβλητος πολιτικός με τη σοφία του υφαντή, να διαπλέκει και να συνυφαίνει τα συμφέροντα όλων των πολιτών και να ανάγει την Πολιτική σε βασιλική επιστήμη, δηλαδή σε δύναμη, η οποία να μπορεί να συμβιβάζει, να διοικεί και να προάγει όλα τα συμφέροντα για την ευδαιμονία όλων των πολιτών. Τέτοιους ανέδειξεν ο θρύλος τους Επτά Σοφούς της Ελλάδος, τον ο Μ. Αλέξανδρο, τον Καρλομάγνο, τον Μ. Πέτρο, τον Μ. Φρειδερίκο κ.ά. Μόνο με τέτοιους σοφούς και ρέκτες ηγέτες μπορεί και η δημοκρατία ως το άριστο των πολιτευμάτων, αφού αναδεικνύει το λαό ως πηγή και χειριστή της εξουσίας, να καταστήσει την πολιτεία σχολείο του λαού. Μια τέτοια προεδρική δημοκρατία ως «ἡ τοῦ ἑνὸς ἀνδρὸς ἀρχή» επιδιώκει ένα σκοπό: να εκπαιδεύσει όλους τους πολίτες, ώστε να ικανωθούν για να χρησιμοποιούν τον ορθό λόγο, να γνωρίσουν τον εαυτό τους, να είναι υπεύθυνοι, να κερδίζουν την ελευθερία τους και να προάγονται στην αρετή. Γιατί η αρετή δεν είναι έμφυτη, αλλά επίκτητη, κατακτάται διαρκώς με τη συνήθεια και οδηγεί στην καλοκαγαθία, είναι διαρκής αγώνας για αποφυγή των ακροτήτων, δηλ. της υπερβολής και της έλλειψης. Οι τρεις αρετές, της σοφίας, της ανδρείας και της σωφροσύνης, που ο Πλάτων ως έδρα τους αναγνωρίζει τις τρεις δυνάμεις της ψυχής (:λογιστικόν, θυμοειδές επιθυμητικόν), συνενώνονται και συλλειτουργούν μέσα στην κορυφαία αρετή της δικαιοσύνης. Όθεν είναι ευνόητο ότι η παιδεία με τον αγώνα της για τη γνώση πρέπει να βοηθήσει τον πολίτη να κυριευθεί από την προαίρεση, για να γίνει ενάρετος. Και όχι μόνο ενάρετος, αλλά φιλέταιρος και αλληλέγγυος, γιατί, όπως λέγει ο Αριστοτέλης, πάνω και πέραν από τη δικαιοσύνη βρίσκεται η φιλία, η οποία όπου αναπτύσσεται εκεί κάνει τη δικαιοσύνη αγύρευτη. «Φίλων μὲν ὄντων οὐδὲν δεῖ δικαιοσύνης, δίκαιοι δ’ ὄντες προσδέονται φιλίας» (Ἠθικά Νικ. 1155 a 9-10). Η αρετή αυτή μπορεί να είναι το κρηπίδωμα για τη στερέωση ενός κόσμου παγκόσμιας ειρήνης και φιλικής συναδέλφωσης των λαών της Γης. Αλλά επειδή ένα τέτοιο ιδεώδες εγκυμονεί τους κινδύνους του οικουμενισμού και του ολοκληρωτισμού, καλύτερα ας παραμείνουμε ακόμα στην αρετή της δικαιοσύνης, και ας αναζητούμε τον φιλάρετο και φιλάνθρωπο πολίτη ως πλάσμα της συγκρασιακής δημοκρατίας, γιατί ο ίδιος ο φιλόσοφος, που τόσο επίμονα ανέταμε και βάθυνε τη σκέψη γύρω από την αρετή της φιλίας, αναφωνεί: «ω φίλοι μου, δεν υπάρχει ούτε ένας φίλος», αφού η φιλία παραμένει εσαεί ως ένα ρομαντικά ζητούμενο. Γι’ αυτό «δικαιοσύνην μάθετε οἱ ἐνοικοῦντες ἐπὶ τῆς γῆς».

Με την δικαιοσύνη λοιπόν ως γνώμονα και πυξίδα του βίου και ο πολίτης - όποια μορφή βίου κι αν προτιμήσει να ακολουθήσει (απολαυστικό, πρακτικό ή θεωρητικό βίο), αφού η δημοκρατία, ως κράμα όλων των ορθών μορφών πολιτικής διακυβέρνησης, όλες τις χρειάζεται και τις συνυφαίνει - θα μπορεί ακολουθώντας τον ορθό λόγο, όπως τον πραγμάτωσε ο Σωκράτης, να διατηρείται με ισορροπία στη μέση, ανάμεσα στα καθήκοντα και τα δικαιώματα, στην προσφορά και την απολαβή, στη θυσία και την αμοιβή.

* * *

Αλλά ποιος είναι ο ορθός λόγος και ποια είναι η αρχή που τον προσδιορίζει; Από τα δύο μέρη της ψυχής, ήτοι το λογιστικό και το επιστημονικό, το καθένα αντιλαμβάνεται πράγματα συγγενή προς τη φύση του. Το λογιστικό εκδηλώνεται ως έμφυτη δύναμη για τη θεωρητική αντίληψη των αμετάβλητων πραγμάτων και ως δύναμη, με την οποία αντιλαμβανόμαστε άμεσα τα μη μεταβαλλόμενα πράγματα. Έτσι με το είδος αυτό, το λογιστικό, διασκεπτόμαστε, δηλαδή κάνουμε υπολογισμούς για αμετάβλητα πράγματα. Με το δεύτερο είδος, το επιστημονικό, ενεργούμε πρακτικά, δηλ. ερευνούμε, πειραματιζόμαστε και επιλύουμε προβλήματα σχετικά με τις απαύστως μεταβαλλόμενες ανάγκες της ζωής και του πολιτισμού μας. Ώστε με το λογιστικό μέρος στοχαζόμαστε, ενώ με το επιστημονικό πράττομε. Και όταν η θεωρία είναι ορθή, ορθή αποβαίνει και η πράξη. Βέβαια η σύμπτωση αυτή εξασφαλίζεται από τη συνεργασία των τριών δυνάμεων και στοιχείων της ψυχής, ήτοι της αίσθησης, της επιθυμίας και του νου. Η αίσθηση ποτέ δεν μπορεί να είναι αιτία για πράξεις, αφού και τα ζώα, που κινούνται με την αίσθηση, ποτέ δεν πράττουν, Γιατί πράξη είναι η επαλήθευση μιας θεωρίας, μιας υπόθεσης, την οποία κάνουμε, για να λύσουμε πρακτικά ένα πρόβλημα. Η υπόθεση συλλαμβάνεται με τη δύναμη του λογιστικού, ενώ η επαλήθευση τελείται με τη δύναμη του επιστημονικού στοιχείου της ψυχής. Αν βεβαίως υπάρχει η εμπειρία, τότε ομιλούμε απλώς για ενέργεια.

Ορθός λόγος λοιπόν δεν είναι οι αισθήσεις, αλλά η φρόνηση ως κριτήριο της πρακτικής αλήθειας, δηλ. με τη βοήθεια της Λογικής και την αμεσότητα της φρόνησης ο άνθρωπος αποκαλύπτει την ορθολογική δομή, που υπάρχει μέσα στα όντα και την εν γένει πραγματικότητα της φύσης, σύμφωνα με την αρχή: «ό,τι είναι πραγματικό είναι και λογικό» και αντιστρόφως, κατά το παρμενίδειο «ταὐτὸν ἐστὶ νοεῖν τε καὶ εἶναι». Έτσι αποκαλύφτηκαν οι αιώνιες αλήθειες, που στοιχειώνουν τη Λογική, τα Μαθηματικά, την Ηθική, τη Μεταφυσική, τις οποίες ο νους συλλαμβάνει άμεσα και εκφράζει αξιωματικά. Η κίνηση του νου, η σκέψη καθαυτήν παρέχει τη βεβαιότητα και τη λαγαρότητα των γνώσεων, όπως δίδαξε ο Καρτέσιος με το περίφημο cogito, ergo sum. Εδώ συναδελφώνονται τα αντίμαχα ρεύματα σκέψης, ο Εμπειρισμός και ο Ορθολογισμός, γιατί κατά τον Καντ «η νόηση δίχως την αίσθηση είναι χωλή αλλά και η αίσθηση χωρίς τη νόηση είναι τυφλή».

* * *

 Η αγαστή σύμπνοια αίσθησης και νόησης παρέχει το νήμα της Αριάδνης για έξοδο από το λαβύρινθο της σημερινής πολιτικής χαοτικής σύγχυσης. Είναι γνωστόν ότι η κοινωνική διαστρωμάτωση παρέχει αρχαιόθεν κατά το τριαδικό σύστημα τρεις κοινωνικές τάξεις, μέσα από τις οποίες κινούνται οι πληθυσμοί κατά την αέναη ανακύκλησή τους. Η κατώτερη τάξη, των δούλων και προλεταρίων, καταδικασμένη στην αμάθεια και την υποτέλεια, παράγει το φασισμό, τον οποίο διαχειρίζεται η ανώτερη τάξη, η των πλουσίων και αριστοκρατικών, η άρχουσα και καταπιεστική τάξη. Οι δύο αυτές τάξεις αποτελούν τα δύο άκρα, της υπερβολής και της έλλειψης, της στέρησης και της πλησμονής. Φθείρονται και εκφυλίζονται ευκολότερα και αποτελούν πηγές διαφθοράς, ταραχών και κακοδαιμονίας γενικά. Η πρώτη τάξη συμπαθεί τη μοναρχία και την ολιγαρχία, ενώ η τρίτη τάξη αγαπάει την οχλοκρατία και την ασυδοσία. Ανάμεσά τους υπάρχει η πολυπληθέστερη και μονιμότερη τάξη, η μεσαία τάξη. Τα μέλη αυτής της τάξης πληρούν το λεγόμενο «μεσαίο χώρο». Είναι οι πολίτες της εργασίας, της πειθαρχίας, της προσφοράς, της θυσίας, είναι εκείνοι που παράγουν τα αγαθά της ειρήνης και της κοινωνικής γαλήνης και ασφάλειας. Η μεσαία τάξη είναι ο λαός της δημοκρατίας, όπως την είδαν οι Αθηναίοι του Περικλή, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, ή οι Λάκωνες του Πλήθωνα, είναι η μικτή πολιτεία του Πολυβίου, του Μοντεσκιέ και του Ρουσσώ με επεξεργασμένες και δοκιμασμένες ιδέες και πρότυπα μορφωμάτων του πολιτεύματος της πολυκεντρικής και διανεμητικής δημοκρατίας. Γιατί δήμος (από το ρήμα δαίομαι = διανέμω, μοιράζω) είναι το πλήθος της ατομικής ευθύνης για την παιδεία της προσωπικότητας και την ελευθερία του συνόλου. Ο δήμος καταξιώνει το νόμο ως ανώτερη αρχή και την υπόσχεση ως όρκο και συμβόλαιο κοινωνικής ευστάθειας.

  Μακάρι να ανασκουμπωθούν φιλόσοφοι, κοινωνιολόγοι και πολιτειολόγοι για την σύνθεση των ιδεών όλων εκείνων, που στοχάστηκαν γύρω από το νόημα της «μικτής πολιτείας» σε ένα κρυστάλλινης διαύγειας πολιτικό μανιφέστο. Μόνο τότε να εκλείψει το νεφέλωμα περί «μεσαίου χώρου» ἠ «μίγματος Πολιτικής» και αφού τότε τα όνειρα λάβουν εκδίκηση, «ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα».

Δημοσθένης Γ. Γεωργοβασίλης