Προβληματισμοί

 

Σπύρου Χ. Τάγκα:

 

  H περιφρόνηση και η λησμονιά της πατρίδας μας  

 

 

          Είναι αυτή η μαβιά θλίψη, η ζωγραφισμένη στα πρόσωπα των ανθρώπων, που δεν μας αφήνει πια να «δούμε», -να «ακούσουμε» και να «πούμε» με ειλικρίνεια. Αρνούμαστε μέχρι και κείνο τo «γεια» που, μέχρι πρότινος, υμνολογούσαμε στους δρόμους και τα σοκάκια των πόλεων και των χωριών μας. Ομοιάζει, πράγματι, σαν να Υπάρχουμε και Να Μην Υπάρχουμε : έχουμε απωλέσει, αλήθεια, όλον τον χρόνο ψυχής μας : όλο το χρόνο του συλλογικού και ατομικού φαντασιακού που δούλευε σαν το… «καμάκι του ήλιου» (του ποιητή – βλ. Γ. Ρίτσο), και, σχεδόν, πάντα έκανε το θαύμα του. Κανένα ψυχικό απόθεμα η περίσσευμα (τουλάχιστον από τους πρωτοπόρους και ασκημένους να φυλάττουν Θερμοπύλες ), δεν φαίνεται ικανό να πυροδοτήσει ένα νέο ιδανικό, -ένα καθολικό αφήγημα εξ αρχής-, και, άρα, την Ελευθεριά  μας από αυτή την τυραννία που, κακά τα ψέματα, μόνοι μας χτίσαμε (και χτιστήκαμε), και τώρα είμαστε αναγκασμένοι να βιώσουμε «από τα μέσα» μέχρι τα έσχατα όριά μας.

          

        Σαν «μικρή χώρα», πράγματι, δεν πρωτοπορήσαμε : «Είναι ίδιον των μικρών κρατών, να χρεοκοπούν και κάποια στιγμή να καταστρέφονται» θεωρούσε πριν, περίπου, ένα αιώνα ο τεχνίτης της πολιτικής, της ανάλυσης, των διεθνών συσχετισμών και ελιγμών (για κείνη την εποχή), Ελευθέριος Βενιζέλος. Και έκαμε την προσπάθειά του να καταστήσει πραγματικότητα την «Μεγάλη Ελλάδα», ώστε, ποτέ πια η «μικρά Ελλάς» να μην εκβιάζεται ελέω του μεγέθους της, του πληθυσμού της και της φτωχής και πολυδιασπασμένης ενδοχώρας της. Πλην, όμως, απέτυχε - και απέτυχε οικτρά : αυτή - τούτη ήταν τελικά και η αρχή μιας συνεχούς, από τότε και μέχρι της μέρες μας, απομείωσης, σμίκρυνσης και υποτίμησης της «μεγάλης» αλλά, -φευ, και «μικράς» πατρίδος. Έκτοτε, ποτέ δεν ξαναβρήκαμε το μεγάλο ορίζοντα. Τούτος, χάθηκε ολωσδιόλου μέσα στο πυκνό αγιάζι των γεγονότων, των καταστροφών που ακολούθησαν και μιας πικρής- πικρότατης ομφαλοσκόπησης και εσωστρέφειας (*), που μας διέλυε περαιτέρω.

            

        Όθεν, ο «ευτελισμός», η «ταπείνωση» και η «παρακμή» που στις μέρες μας πολλοί θεωρούν, (και μιλάνε πάλι για την μείζονα ανάγκη και αναγκαιότητα ενός «πολιτισμικού σοκ» ή μιας «νέας μεγάλης ιδέας»), χτυπούσαν την πόρτα της Ελλάδας από πολύ πριν. Και μείς όχι μόνο δεν τις ακούσαμε (!), αλλά ούτε καν τις αντιληφθήκαμε. Κοιμισμένοι ή ξύπνιοι, εμφορούμενοι από το ατομικό ευδαιμονισμό, σωτηρία και, πάνω απ’ όλα, την εσωτερική στρέβλωσή μας, δημιουργήσαμε μια ιδεοληπτική και, εν πολλοίς, αυτιστική κοινωνία. Κοινωνία, δηλαδή, χωρίς κοινό : χωρίς αρχές, χωρίς κανόνες, που το μόνο που την ενδιέφερε ήταν να έχει δικαιώματα : να μην έχει υποχρεώσεις. Έτσι, σιγά – σιγά (αποκοιμισμένοι ή ξύπνιοι τώρα πια είναι αδιάφορο), οδηγηθήκαμε σε μια ιδιότυπη, αλλά, ουσιαστική περιφρόνηση και, οιονεί, λησμονιά της πατρίδας μας. Μια καθολική απαξίωση που, σήμερα, ήρθε η ώρα να αποδώσει τους καθαρτήριους λογαριασμούς της, τόσο, σε μας, όσο, και στα παιδιά μας. Κι αυτό δεν θα το αποφύγουμε με τίποτα. Η τιμωρία μας θα είναι η κάθαρσή μας! H τιμωρία και η κάθαρσή μας θα είναι εν τέλει και το «πολιτισμικό σοκ» που αναζητούν οι επαΐοντες! Για τούτο (τώρα), η σιωπή είναι πιο αξιοπρεπής στάση και συμπεριφορά από τις άηχες κραυγές και οράματα που δείχνουν πάλι στο πουθενά...

_______________________________________

(*)Ως τελευταία πράξη εξωστρέφειας (ή εξόδου από την επώδυνη ομφαλοσκόπησή μας), ασφαλώς, μπορούμε να θεωρήσουμε την ένταξή μας στα ευρωπαϊκά θέσμια. Η ρυθμική μεταλλαγή όμως του ευρωπαϊκού οράματος (των παλαιών πολιτικών της Εσπερίας), σε χρηματοοικονομικό παιχνίδι επιβολής ισχύος δεν άφησε και πολλά – πολλά περιθώρια υλοποίησης αυτής – τούτης της προοπτικής.

Σπύρος Χ. Τάγκας