Προβληματισμοί

 

Δημοσθένη Γεωργοβασίλη:

 

«Απο-ιδεολογικοποίηση» της Πολιτικής

 

1. Η απεμπόληση του φρονήματος: Μετά την κατάργηση των ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών κατά τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα οι ψηφοφόροι των σύγχρονων δυτικοευρωπαϊκών δημοκρατικών πολιτευμάτων ασκήθηκαν στις μεθόδους των κοινοβουλευτικών εκλογών με τη μαθητεία τους στην ιδεολογική ορθοδοξία του κόμματος και την πειθαρχία τους στις αποφάσεις των ηγετών τους˙ σήμερα όμως αισθάνονται αμηχανία ενώπιον των καινοφανών εκλογικών μεθόδων˙ διότι, μολονότι είναι παγιδευμένοι ως ανύποπτα θηράματα στα δόκανα της σύγχρονης Οικονομίας, η οποία ως μυθική Μέδουσα τους έχει ναρκώσει και έχει απολιθώσει κάθε αγωνιστική διάθεσή τους, όμως εξακολουθούν να πιστεύουν οι αφελείς πως η δύναμη της ψήφου τους διαμορφώνει και το μέλλον τους! Όσοι βεβαίως έχουν αντιληφτεί την καινούργια πραγματικότητα - και απ' αυτούς πρώτοι είναι οι μεγάλοι οικονομικοί παράγοντες - όχι μόνον δεν ενδιαφέρονται να δρέψουν οι ίδιοι δάφνες νίκης στα στάδια των πολιτικών αγώνων, αλλά, έχοντας μεταβάλει την Πολιτική σε όργανο των οικονομικών τους επιχειρήσεων και ιδιοτελών επιδιώξεων, διαγκωνίζονται στο να χρηματοδοτούν γενναιοφρόνως τα κόμματα και να εξαγοράζουν πολιτικές προσωπικότητες, οι οποίες ακολούθως ενεργούν πειθήνια για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των δημιουργών τους. Έτσι οι δυνάστες της Οικονομίας επέτυχαν δια της εξαγοράς την απεμπόληση του εκλογικού φρονήματος του πολίτη, το οποίο στο πολίτευμα της δημοκρατίας πρέπει να λειτουργεί στο πλαίσιο της ατομικής ελευθερίας.

 

2. Πολιτική και Οικονομία. Το σύγχρονο οικονομικό σύστημα σαφέστατα δεν αποτελεί τμήμα του συστήματος εξουσίας, όπως θα ήθελε να το ασκεί κάθε δημοκρατικό κράτος για την ευδαιμονία των πολιτών του. Στα αληθινά δημοκρατικά πολιτεύματα, όπου η Πολιτική ασκούσε το ρόλο της ως «βασιλική επιστήμη», η Πολιτική ήταν η ύψιστη κατευθυντήρια δύναμη όλων των λειτουργικών συστημάτων της Πολιτείας, της Οικονομίας και της Κοινωνίας. Επειδή στην εποχή της «Κοινωνίας των Πληροφοριών» υπάρχουν ποικίλες δυνατότητες για τη διαμόρφωση και πλήθυνση καταναλωτικών αναγκών, η Οικονομία όχι μόνον χειραφετήθηκε από την Πολιτική, αλλά κατέστη στυγερός κηδεμόνας και αδυσώπητος ρυθμιστής της! Ενώ δηλαδή, πριν από τη μεγάλη οικονομική κρίση (1929-1932), η Πολιτεία προσδιόριζε και επέβλεπε τη λειτουργία του συνόλου των ιδεών, των αξιών, των θεσμών και του νομικού καθεστώτος, που αποτελούσαν τις βάσεις και τα πλαίσια για την Οικονομία του κράτους, μετά από το Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο η γιγάντωση του Καπιταλισμού επέβαλε την ανάπτυξη της σχετικής τεχνολογίας, με την οποία όχι μόνον υποσκελίστηκε το κράτος, αλλά κατάντησε σχεδόν λυμφατικό και σκιώδες.

Συστήματα Οικονομίας, όπως εκείνο της «Κατευθυνόμενης Αγοράς», που ανέδειξε τη μεταπολεμική Γερμανία σε πρώτη οικονομική δύναμη της Ευρώπης, ώστε μαζί με τη Γαλλία να ηγηθούν στη άμυνα της Ευρώπης έναντι της καλπάζουσας ως κοσμοκράτειρας αμερικανικής Οικονομίας, ή εκείνο το σύστημα της αγοράς των σοσιαλιστικών πολιτευμάτων, το οποίο εξαρτάται από την κεντρική διοίκηση, κατέρρευσαν κάτω από την θυελλώδη επέλαση της παγκοσμιωμένης Οικονομίας.

 

3. Η παγκοσμίωση της Οικονομίας: Η παγκοσμίωση της Οικονομίας στηρίζεται στον ελεύθερο σχεδιασμό από τους εμπλεκόμενους στην παραγωγή, τη διακίνηση, την κατανάλωση, τον ελεύθερο ανταγωνισμό των παραγωγών και των καταναλωτικών των αγαθών, στην ελεύθερη διαμόρφωση τιμών. Όλα αυτά δεν επιτρέπουν στο κράτος καμία άλλη ανάμιξη παρά μόνο να περιορίζεται απλώς στην αρµοδιότητα: να διαµορφώνει το νοµικό πλαίσιο προστασίας των επιχειρήσεων για τήρηση των «κανόνων του παιγνιδιού» και αποσόβηση αθέµιτου ανταγωνισµού. Να περιορίζεται επίσης στην είσπραξη φόρων, τελωνειακών δασµών και άλλων οικονοµικών εισφορών. Έτσι οι ισχυρότεροι επιχειρηµατίες εντέλλονται ή συνήθως εξαναγκάζουν το κράτος να νοµοθετεί σύµφωνα µε τα δικά τους συµφέροντα, να διαµορφώνει την φορολογική του πολιτική ανάλογα µε τη δύναµη των πιέσεών τους, να παραδίδει σ' αυτούς, χωρίς αντίσταση και χωρίς αντιστάθµισµα, κρατική περιουσία, να απαλλοτριώνει, ωσάν να τις δηµεύει, περιουσίες πολιτών και να τις αποθέτει στο έλεος των µεγάλων αυτών επιχειρηµατιών˙ και έτσι να αδυνατεί τελικά να ανταποκριθεί στην ικανοποίηση των στοιχειωδών αναγκών της κοινωνίας.

Έτσι η Οικονοµία της Ελεύθερης Αγοράς µεταµορφώνοντας το κράτος σε κακή µητρυιά για τους πολίτες, αναλαµβάνει να διαχειρίζεται η ίδια κερδοσκοπικώς όλους τους θεσµούς και τα ιδρύµατα του κράτους. Ιδιωτικοποιήσεις όλων των επιχειρήσεων κοινής ωφελείας, ήτοι των µέσων µεταφοράς, των αεροδροµίων, των εθνικών οδών, των τραπεζών, των ταχυδροµείων, των τηλεπικοινωνιών, της Εκπαίδευσης κ.λ.π. ακόµα της Αστυνοµίας και του Στρατού, µε την αήθη διακήρυξη ότι το κράτος δεν είναι δυνατόν να είναι επιχειρηµατίας! Αλλά δεν ενοχλείται ποσώς, αντιθέτως επιχαίρει, αν το κράτος χαλεπαίνει ως θλιβερός όµηρος του Κεφαλαίου.

 

4. Ο πολιτικός ρόλος της Οικονοµίας της Ελεύθερης Αγοράς και η «απο-ιδεολογι-κοποίηση» της Πολιτικής: Ένα άλλο συνακόλουθο της Οικονοµίας της Ελεύθερης Αγοράς είναι η «απο-ιδεολογικοποίηση» της Πολιτικής. Τα χαρακώµατα και οι διαχωριστικές ιδεολογικές γραµµές, που στοίχειωναν τα πολιτικά κόµµατα και δηµιουργώντας εδραία πίστη ή κυρίως φανατισµό στους οπαδούς, συντηρούσαν ακµαίο και πυριφλεγή το συναισθηµα-τισµό των οπαδών, έχουν ήδη καταργηθεί. Η ιδεολογία [ως μόρφωμα των ταξικών διαφορών και της ανάγκης διεκδίκησης από κάθε τάξη του προσήκοντος µέρους στην κοινή ευηµερία, που εµφανίστηκε από το τέλος του 18ου αιώνα ως ένα σύνολο συστηματικά οργανωµένων και λογικά δοµηµένων σκέψεων, ιδεών και αξιών ενός πολιτισµού, ενός κράτους ή ενός λαού, µιας κοινωνίας ή µιας κοινωνικής τάξης σχετικά µε οικονοµικά, κοινωνικά, φιλοσοφικά, θρησκευτικά, πολιτικά και καλλιτεχνικά γεγονότα και περιστατικά] έχασε προοδευτικά την αίγλη της και στο χώρο, όπου επικρατεί η εξουσία της Ελεύθερης Οικονοµίας, και αρκείται στο να συντηρεί την πικρία και την «δηµοκρατική µελαγ-χολία» σ' όλους εκείνους, που αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν, για να ιδούν να πραγµατώνεται το όραµά τους. Θύµα των µεγάλων ιδεολογιών (:Φιλελευθερισµού, Συντηρητισµού, Εθνικισµού, Φασισµού, Σοσιαλισµού και Κομµουνισµού) είναι ο κάθε αγωνιστής οπαδός, που απαρηγόρητος θρηνολογεί: «ένας σεισµόπληκτος κι εγώ του γκρεµισµένου ονείρου ... , µε κλαίει το χτες και τ' αύριο κι εγώ σιωπώ στη µέση µ' αυτά του κάποτε έχτισα κι έχουνε τώρα πέσει» (Από το µεγάλο επικό ποίηµα του Α. Πάρνη «Μπελογιάννης»).

Την ευθυγράµµιση και γενική ισοπέδωση όλων των πολιτικών, οικονοµικών, κοινωνικών και πολιτισµικών θεσµών και ιδρυµάτων, που επιχείρησαν µε την κρατική προπαγάνδα και τη βία να επιβάλουν αναγκαστικά όλα τα «ολοκληρωτικά» καθεστώτα για τη δηµιουργία ενός και µόνου πολιτικού κόµµατος ταυτισµένου µε το κράτος, τη βλέπουµε σήµερα να επιχειρείται από πολιτικούς νάνους, φερέφωνα και ανδρείκελα του Μεγάλου Αδελφού, της Ελεύθερης Οικονοµίας, µε τη βοήθεια των ιδιοκτητών των Μέσων Διαµορφώσεως της Κοινής Γνώµης. Και δεν είναι τυχαίο ότι όλοι αυτοί είναι παράγοντες του συστήµατος της Οικονοµίας της Ελεύθερης Αγοράς. Και ενώ πρωτύτερα τα πολιτικά κόµµατα, που εξέφραζαν κάποια ιδεολογία ως λόγο υπάρξεώς των είχαν την ανάγκη µιας ηγετικής προσωπικότητας προικισµένης µε χαρίσµατα ευφράδειας, πειθούς, ερµηνείας, πρόγνωσης, προοπτικής και συγκρούσεων, οι πολιτικοί ηγέτες στις χώρες της Οικονοµίας της Ελεύθερης Αγοράς επαρκούν ως είδωλα της αγοράς απλώς, αν είναι ωραίοι, αν δίνουν καλή τηλεοπτική εικόνα, αν χαµογελούν ακόµα και όταν υβρίζονται, αν έχουν υπάρξει λαοφιλή είδωλα της καταναλωτικής αγοράς ή αν είναι γόνοι µεγάλων οικογενειών, έστω κι αν δεν οµιλούν ή δεν οµιλούν ορθά τη γλώσσα του λαού ή δεν επαρκούν να κατανοήσουν ένα επιχείρηµα ή να ερµηνεύσουν έστω ένα νόµο ή ένα κανόνα ή να προβλέψουν ακόµα και τις οικογενειακές των ανάγκες! Και συγκεντρώνουν γύρω τους και άλλα οµοίως ανεγκέφαλα και ειδωλόθυτα όντα της αγοράς, γιατί ξέρουν ότι η σύγχρονη κοινωνία είναι εικονολατρική και ειδωλολατρική, αφού οι πολίτες, καταδικασµένοι στην απαιδευσία, δεν ενδιαφέρονται για το πνεύµα, αλλά για τα υποκατάστατα.

Αυτά λοιπόν τα λιλιπούτεια πολιτικά ενεργούµενα κορδακίζονται να επαγγέλλονται τους εαυτούς των ως ρηξικέλευθους «ανατροπείς» όλων των αξιών. Θέλουν να ανατρέψουν τα ήθη και τα έθιµα, τη θρησκεία, την παιδεία, την κοινωνία, τον πολιτισµό. Αλλά πώς; Τι θα βάλουν στη θέση τους; Πώς θα µπορέσουν να ξεριζώσουν από τα τρίσβαθα της ψυχής του λαού αιωνίως ισχύουσες αξίες;

Οι αληθινοί ανατροπείς ήσαν επαναστάτες, οι οποίοι µε λάβαρο ένα θερµουργό και διεγερτικό όραµα, αφού διαφώτισαν επαρκώς τους αδικηµένους, τους έπεισαν, τους πυρπόλησαν την καρδιά και τους διέφλεξαν ολάκερη την ύπαρξη µε τον επαναστατικό ενθουσιασµό, και έτσι µπόρεσαν να τους οδηγήσουν στην ανατροπή της διεφθαρµένης καθεστηκυίας τάξεως και στην εγκαθίδρυση µιας άλλης οραµατικής. Οι επαναστάτες αυτοί έγιναν ημίθεοι στις μυθολογίες των λαών τους.

Όµως οι σύγχρονοι «ανατροπείς» δεν είναι επαναστάτες, δεν είναι µεταρρυθµι-στές, αλλά επικίνδυνοι κατεδαφιστές και µηδενιστές. Η φήμη τους ίσως μπορεί να βρει στη βδελυγμία των λαών τη μοίρα του Ηροστράτου.

Ο Νίτσε, ο εισηγητής του ευρωπαϊκού Μηδενισµού, σε βιβλίο, που δεν πρόφτασε να συγγράψει, αλλά που του είχε δώσει τον τίτλο «Θέληση για δύναµη» και υπότιτλο «Η µεταξίωση όλων των αξιών» («Die Umwertung aller Werte») και που ήλπιζε ότι εκείνο θα απέβαινε το «ευαγγέλιο του µέλλοντος», µιλάει για την «µετατροπή όλων των αξιών», εγχείρηµα για το οποίο θα είναι έτοιµα µόνον τα .ελεύθερα πνεύµατα. Ο Γερµανός φιλόσοφος στο έργο του «Ροδαυγές» («Morgenröte») θεωρεί την Κοινωνική Ηθική ως «προκατάληψη» και κηρύσσει τον πόλεµο για την ανατροπή της. Κάθε αγαθό προέρχεται από τα ένστικτα, ενώ όλα τα λάθη του ανθρώπου οφείλονται στον εκφυλισµό των ενστίκτων µέσω της κοινωνικής Ηθικής, λέει. Ο Νίτσε ευαγγελίζεται την Ηθική των ενστίκτων, από την οποία θα προέλθει ο Υπεράνθρωπος. Όµως παραγνωρίζει ότι αυτή η κοινωνική Ηθική συντίθεται από τους θεσµούς, οι οποίοι «είναι προσωρινώς παγιωµένες µορφές του κοινωνικού βίου», χωρίς τις οποίες η ανθρωπότητα θα περιερχόταν σε κατάσταση βαρβαρότητας, στην οποία κινδύνεψε να καταλήξει τουλάχιστον η Ευρώπη από τις θηριωδίες του Φασισµού και του Ναζισµού.

Αλλά δεν έχουν άδικο και όσοι µιλούν για το «Νεοβαρβαρισµό» της εποχής µας˙ γιατί υπάρχουν δυστυχώς -και ολοένα πληθύνονται- όχι µόνο πρόθυµα και γελοία νευρόσπαστα (µαριονέτες) της συμμμορίας των κατεδαφιστών, αλλά και απίθανοι και αόρατοι δαιµονικοί µηχανισµοί, που τα κινούν.

 

4. Ο ρόλος της Ουτοπίας στο θέατρο της Πολιτικής: Ολόκληρος ο πολιτισµός είναι αποτέλεσµα της πάλης του ανθρώπου να πραγµατώσει στα µέτρα των δυνατοτήτων κάθε εποχής τα ουτοπικά του οράµατα. Η Ουτοπία είναι η µήτρα κάθε πολιτισµικού δηµιουργήµατος. Όλες οι ριζοσπαστικές ιδεολογίες, που ενσάρκωσαν και νεύρωσαν τον πολιτισµό, είναι τέκνα της Ουτοπίας. Οι σύγχρονοι Δονκιχώτες, που κήρυξαν τον πόλεµο εναντίον των ιδεολογιών και καταδικάζουν κάθε ουτοπία, για να θρονιάσουν στη θέση της τον αιμοσταγή και απανθρωπιστικό αμερικανικό Πραγματισμό, βασικά αποβλέπουν στην άμβλυνση των ενδιαφερόντων του πλήθους για τα οράματα των ιδεολογιών και στην απονάρκωσή του με τα ποικίλα δραστικότατα αναισθητικά του φανερού ή κρυφού εμπορίου της Ελεύθερης Αγοράς. Ναρκωτικά, αλκοόλ, πανσεξισμός, τρομολαγνεία και υπερκατανάλωση είναι το μακάβριο πένταθλο του Μεγάλου Αδελφού.

 

5. Η «απο-πολιτικοποίηση» της Πολιτικής: Όσοι απεργάζονται την «απο-ιδεολογικοποίηση» των πολιτών, δηλαδή όσοι προσπαθούν να τους πείσουν ότι οι ιδεολογίες τελείωσαν για την πολιτική Πρακτική, προέρχονται, δυστυχώς και αποκλειστικώς, από σοσιαλδημοκρατικά και σοσιαλιστικά κόμματα, τα οποία κάτω από την επίδραση της Ελεύθερης Οικονομίας, χωρίς περίσκεψη και χωρίς αιδώ μεταλλάσσονται σε καπιταλιστικά. Αφαιρώντας την ιδεολογία ως πυρήνα του κόμματός τους επιτυγχάνουν την «απο-πολιτικοποίηση» της Πολιτικής και των πολιτών. Τα κόμματα αυτά εισάγουν στα προγράμματά τους και στην πολιτική τους πράξη την πρακτική του αμερικανικού Πραγματισμού, χλευάζοντας συνάμα και καταπολεμώντας κάθε ιδεολογία και ανοικτιρμόνως καταργώντας το Κοινωνικό Κράτος, του οποίου την τύχη εγκαταλείπουν στην ιδιωτική πρωτοβουλία και στην «κοινωνία της αλληλεγγύης», δηλαδή στην κοινωνική ευαισθησία των κάθε λογής ελεημόνων και φιλανθρώπων, των εκκλησιών και στην αδηφαγία των ιδρυμάτων κοινωνικής αντίληψης. Όσοι εκπρόσωποι αυτών των τραβεστί σοσιαλιστικών κομμάτων αναγκάζονται να απολογηθούν δημοσίως για τούτη την αθλιότητα, προσπαθούν να τη δικαιολογήσουν με το επιχείρημα ότι η κατάσταση αυτή είναι απαύγασμα: πρώτον της αυξανόμενης πολυπλοκότητας των πολιτικών προβλημάτων μέσα στα βιομηχανικά κράτη, τα οποία είναι πολύ αναπτυγμένα πολιτισμικώς, τεχνολογικώς και επιστημονικώς, και δεύτερον ότι είναι αποτέλεσμα των αντικειμενικών αναγκών, που προκαλούνται δήθεν μέσω αυτών των προβλημάτων, διότι τάχα οι ανάγκες αυτές συναρτώνται προς το σύστημα. Γι' αυτό και ο εν δράσει πολιτικός μπορεί να δικαιωθεί μονάχα μέσω μιας Πολιτικής, η οποία είναι προσανατολισμένη μόνο σε μια πραγματιστική στάση, όπως αυτή προδιαγράφεται από τις συγκεκριμένες απαιτήσεις της εποχής, για την αντιμετώπιση και επίλυση επίκαιρων προβλημάτων. Ο σύγχρονος Πολιτικός δεν μπορεί τάχα να δικαιωθεί, αν παραμένει επίμονα σε ουτοπίες οποιασδήποτε αποχρώσεως.

 

6. Ο επικούρειος πραγματισμός ρωμαϊκού τύπου: Είναι φανερό ότι αυτή η πολιτική στάση του πραγματισμού δεν ενδιαφέρεται για προγράμματα και δράση με προοπτική σε βάθος χρόνου. Ο πολιτικός αυτός πραγματισμός, αυτόχρημα επικούρειος ρωμαϊκού τύπου, θα μπορούσε απροκάλυπτα να έχει ως σύνθημά του το περίφημο «φάγωμεν, πίωμεν˙ αύριον γάρ αποθνήσκομεν». Αυτή είναι η ωμή πραγματικότητα, όσο κι αν μιλούν οι νεόκοποι ημεδαποί εκφραστές του για «αλλαγή με βάθος χρόνου», για «προγράμματα» και άλλα παρόμοια ηχηρά και φαιδρά. Οι εξαμβλωτικές επαγγελίες για αμάλγαμα ετερόκλιτων υπουργείων (π.χ, Εθνικής Παιδείας και Εργασίας), το φαιδρό σχέδιο εργασιακής απασχόλησης ανέργων νέων χωρίς καμία ασφαλιστική κάλυψη και με ταυτόχρονη αναγκαστική συνταξιοδότηση ενεργού εργατικού δυναμικού, η κατάργηση του κράτους με ταυτόχρονη κατάτμησή του στο σχήμα «κράτος-πόλις», ο πλήρης επαγγελματισμός του στρατεύματος, η κατάργηση των εισαγωγικών εξετάσεων στα εκπαιδευτικά ιδρύματα και κυρίως στα πανεπιστήμια, η βιομηχανία έκδοσης πτυχίων και άλλων επιστημονικών τίτλων με το σύστημα της αλληλογραφίας, η χορήγηση τίτλων επαγγελµατικής εξειδίκευσης σε άτοµα, που ποτέ δεν φοίτησαν σε επαγγελµατικής εκπαιδεύσεως ιδρύµατα, αλλά απλώς ως ερασιτέχνες αποδείχνουν ενώπιον «επιτροπών» τις ικανότητές τους κ.ά., όλα αυτά µήπως δεν αποτελούν κακέκτυπο ιδεολογίας, η οποία είναι συνονθύλευµα ακρισίας και επιπολαιότητας, αλλά ξεφουρνίζεται απλώς, για να παγιδευτεί ο κουρασµένος από τη συνεχή εξαπάτηση λαός, που ζητάει «αλλαγή» και καλές ελπίδες. Δηλαδή σκοπός των νέων δηµαγω-γικών «σωτήρων» δεν είναι η ευηµερία του λαού, αλλά η εξουσία, ως δουλικώς υπηρετική του πλούτου.

 

7. Λόγος καταγγελτικός: Ο σύγχρονός Γερµανός φιλόσοφος J. Habermas, ένας από τους οξύτερους κριτικούς των ισοπεδωτικών µεθόδων της «απο-πολιτικο-ποίησης», όσους πολιτικούς την υπηρετούν τους καταγγέλλει ως µίσθαρνα όργανα της Οικονοµίας της Ελεύθερης Αγοράς, η οποία µεθοδεύει την «απο-πολιτικοποίηση» των πολιτών µέσω της «απο-ιδεολογικοποίησης». Και στη χώρα µας ο καθένας πολίτης παρίσταται αυτήκοος µάρτυρας, όταν καθηµερινώς διαπιστώνει µε πόση ζέση και δεξιοτεχνία γράφουν οι αθέατοι σκηνοθέτες και υποβολείς της µηχανικής µαριονέτας («αρχηγού») τις πολιτικές οµιλίες του αρχηγού του µεταλλαγµένου «σοσιαλιστικο-καπιταλιστικού» κόµµατος. Μεγάλη προσπάθεια καταβάλλεται να αφαιρούνται από τις οµιλίες ενός τέτοιου αρχηγού κυρίως ιδεολογικά περιεχόµενα και όχι µόνο κεφαλαιώδη θέµατα σοβαρής πολιτικής αντιπαράθεσης. Έτσι επιτυγχάνεται η «απο-πολιτικοποίηση» της Πολιτικής, η οποία περιορίζεται σε θέµατα επικοινωνιακής και κοινωνικής µικροπολιτικής. Και η Πολιτική χάνει όχι µόνο τη δύναµη, την οποία εκπέµπει η πολιτική ιδεολογία και διαθερµαίνει τη νόηση των πολιτών, χάνει και τη σαγήνη, που ασκούν στο συναισθηµατισµό τους τα σαφή και οργανωµένα πολιτικά προγράµµατα. Ο πολίτης περιέρχεται σε σύγχυση φρενών, µη κατορθώνοντας να διακρίνει την ιδεολογική ταυτότητα των κοµµάτων, αφού το ένα αρπάζει και σφετερίζεται θέµατα και ιδέες από το άλλο, οι δε πολιτικοί µεταπηδούν µε την ευελιξία του Μπερτόλδου και µεταγράφονται σε αντίπαλο κόµµα, του οποίου την Πολιτική και τους εκφραστές της µέχρι χθες λυσσαλέως καταπολεµούσαν και καπηλικώς λοιδορούσαν!

Αποµένει λοιπόν ως παραµόνιµο καθήκον των «κοµµάτων εξουσίας» η προσπάθεια επιβολής, διατήρησης και σταθεροποίησης του πολιτικο-οικονοµικού συστήµα-τος, που υπαγορεύει η Οικονοµία της Ελεύθερης Αγοράς, και η µείωση της οξύτητας της πολιτικής αντιπαράθεσης πάνω στο ζήτηµα: µε ποια µέσα θα καταστεί εφικτός αποτελεσµατικότερα αυτός ο σκοπός, και ποιοι Πολιτικοί είναι οι καταλληλότεροι γι' αυτό. Έτσι καταλήγουµε στην προσωποκεντρική πολιτική, ώστε το κόµµα να θεωρείται κληρονοµική ιδιοκτησία του αρχηγού, ο οποίος ευλόγως και συµπεριφέρεται ως απόλυτος µονάρ-χης. Στην «µεγαλειότητά» του βουβαίνονται, οσφυοκαµπτούν ή και γονυπετούν οι κάθε λογής σπουδαρχίδες και χρυσοκάνθαροι. Οι έµποροι του θεάµατος τον καθικετεύουν ως Υπεράνθρωπο και δέονται στη µεγαλοθυµία του για µια συνέντευξη στην εφηµερίδα, στο περιοδικό, στο ραδιόφωνό τους και περισσότερο στο τηλεοπτικό δίαυλό τους, αφού έτσι κι αλλιώς η Πολιτική και ειδικώς οι εκλογικοί αγώνες έχουν καταστεί σπουδαίο κεφάλαιο για τα ταµεία της Οικονοµίας της Ελεύθερης Αγοράς. Ιδιαίτερα οι πολίτες έχουν γίνει καταναλωτές, στους οποίους, µε διαφήµιση ανάλογη προς τις συµπά-θειες και τις αντιπάθειες, θα πωληθούν ως εµπόρευµα - µε σουρεαλιστικά µέσα χειραγώγησης και πλύσης εγκεφάλου - προϊόντα εµετικής πολιτικής φλυαρίας.

 

8. Εκλογές φενάκης και επαιτείας: Ο σύγχρονος εκλογικός αγώνας, όπως διεξάγεται, δεν απευθύνεται στη λογική του πολίτη, αφού δεν προβάλλεται καµιά ιδεολογία, αλλά στοχεύει στη μόχλευση των βιοτικών του αναγκών και στο κέντρισμα των αντίστοιχων συναισθημάτων του, αφού οι εκλογές έχουν γίνει σαγήνη της τηλεοπτικής οθόνης.

Επειδή όµως ο λαός είναι η πηγή της εξουσίας, επειδή αυτός είναι εκείνος, που θα αναδείξει µε την ψήφο του τους «εθνοπατέρες», πώς μπορεί να διαφυλάξει την τιµή του, όταν τις µέρες της «θερµής φάσης» του εκλογικού αγώνα, οι εκλογές παίρνουν µορφή «εκστρατείας»; Δηλαδή όταν στους δρόµους, στα καφενεία, στις πλατείες, στους χώρους εργασίας, στις λαϊκές αγορές, ίσως με ενόχληση των πολιτών από επισκέψεις από πόρτα µε πόρτα, θα εξαπολύονται οι λογής-λογής πολιτικοί φενακιστές και επαίτες, για να κινητοποιήσουν το συναισθηµατισµό του και να υποκλέψουν ή να ζητιανέψουν την ψήφο του;

Αλλά όταν τους αντιληφτούν κάποιες ομάδες νηφάλιων πολιτών, τότε τους µεν απατεώνες τους καταδικάζουν με τη μάνητα του οργισμένου, ενώ τους ζητιάνους απλώς τους οικτίρουν γενναιόδωρα με τη λαϊκή διακωμώδηση. Και τότε:

 

«Αλιά σας, ψεύτες, άμυαλοι, κιοτήδες! / Σατιριστή κι εκδικητή, καρδιά! /Μήτε οι παλιάτσοι, μήτε οι φασουλήδες».

Δημοσθένης Γ. Γεωργοβασίλης