Προβληματισμοί

 

Δημοσθένη Γεωργοβασίλη:

 

Φιλοδοξία φιλοσόφων

Η ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑ ΤΟΥ ΜΕΣΣΙΑΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

 

Μή οὖν τι πλημμελήσομεν φιλοδόξους καλοῦντες αὐτούς μᾶλλον ἢ φιλοσόφους; καὶ ἆρα ἡμῖν σφόδρα χαλεπανοῦσιν ἂν οὕτω λέγωμεν;» (Πλάτ. Πολιτεία 480d, 6-9).

 

«Μάταια επιθυμία» χαρακτήρισε τον έρωτα της δόξας η θαμμένη στο ηρώο του Μεσολογγίου μεγάλη καρδιά του λόρδου Βύρωνος στο περίφημο ποίημα του «Δον Ζουάν». «Ματαιότης ματαιοτήτων», είπε ο Εκκλησιαστής, «ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης». Κι εμείς με συντριβή ψυχής ακούμε κατά τη νεκρώσιμη ακολουθία: «πάντα ματαιότης τὰ ἀνθρώπινα ὅσα οὐχ ὑπάρχει μετὰ θάνατον· οὐ παραμένει ὁ πλοῦτος, οὐ συνοδεύει ἡ δόξα». Και βεβαίως, αφού λάβει πέρας ο εξόδιος θρήνος, επανερχόμαστε με ανακούφιση στην πεζότητα των ημερινών μας γενεών έχοντας με αποστροφή κλείσει τ' αυτιά μας στις απαισιόδοξες οιμωγές του σοφού Σολομώντος ή στους σπαραξικάρδιους θρήνους του τραγικού βασιλιά της πολύχρυσης Θήβας, του τυφλωμένου Οιδίποδα.

 

«Ἔσφαλεν ὁ τὴν δόξαν ὀνομάσας ματαίαν / καὶ τὸν ἄνδρα μαινόμενον / τὸν πρὸ τοιαύτης καίοντα / θεᾶς τὴν σμύρναν». Τούτη είναι η άλλη φωνή, αντίθετη προς τη θρηνητική βοή των Αιώνων· την υψώνει με τη θριαμβική λύρα του Ρήγα Φεραίου και την τονίζει με πινδαρικό παλμό ως στρατευμένος στη μεγάλη υπόθεση της Επανάστασης του 1821 ο ποιητής Ανδρέας Κάλβος. Και αφού αναλύσει διεξοδικά τον αλλόκοτο τούτο κι όμως πολύ ανθρώπινο ισχυρισμό του, ώσπου να γίνει και σε μας εδραία πίστη, κατακλείει την υπέροχη ωδή «Εἰς Δόξαν» με την ακόλουθη στροφή: «Ὦ δόξα, διὰ τὸν πόθον σου / γίνονται καὶ πατρίδος / καὶ τιμῆς καὶ γλυκείας / ἐλευθερίας καὶ ὕμνων / ἄξια τὰ ἔθνη»

 

Ποιος τάχα να έχει το δίκιο με το μέρος του; Ο Εκκλησιαστής ή ο Κάλβος; Η απόκριση στο ερώτημα δεν είναι καθόλου εύύκολη. Και δεν είναι εύκολη, όχι διότι ενδεχομένως η κεντρική έννοια «δόξα» δεν έχει το ίδιο βάθος και πλάτος και στις δύο περιπτώσεις. Ας δεχθούμε ότι η έννοια αυτή είναι κοινή. Δύσκολη είναι η ερώτηση, γιατί η προσέγγιση του προβλήματος προϋποθέτει όχι θεωρητικές ή κοσμοθεωρητικές γνώσεις, αλλά αποφασιστική στάση ζωής.

* * *

 

Στην πρώτη περίπτωση έχουμε ενώπιόν μας τη σορό του κηδευόμενου συγγενούς ή φίλου: η τύχη του μας θλίβει, ίσως και να μας συντρίβει· πρόκειται για το γεγονός του θανάτου του πλησίον μας, μέσα από το οποίο έχουμε την ευκαιρία να σχηματίσουμε πληρέστερη αντίληψη και να «βιώσουμε» ίσως και το δικό μας θάνατο. Λειτουργεί δηλ. η συνείδησή μας «δι’ ἐλέου καὶ φόβου», όπως καθαίρεται και η ψυχή του θεατή της αρχαίας τραγωδίας. Η ψυχή μας κυριεύεται από δειλία, μελαγχολία, απαισιοδοξία, φόβο και τρόμο· συναισθανόμενη ότι εδώ, στο χείλος του τάφου, ολόκληρη η ζωή μας με τις κακίες της, τα ατυχήματά της, τις δυστυχίες της ή τις καλοσύνες της, τις ευτυχίες και τα όνειρά της, αποδείχνεται μια μαθηματική δύναμη με βάση ίσως ένα πολυψήφιο αριθμό ημερών, αγαθών και ονείρων, η οποία όμως με επιστέγασμά της την παγερή πλάκα του τάφου υψώνεται σε μηδενικό εκθέτη.

 

Στη δεύτερη περίπτωση το γεγονός του θανάτου δεν είναι σκιάχτρο φόβου, δεν είναι φάντασμα νύχτας και ονείρου εφιάλτης: «ἄφευκτος ὁ θάνατος, ἄφευκτος εἶναι». Ο θάνατος δεν είναι ο τελευταίος επισκέπτης της ζωής, αλλά είναι ο παντοτινός  σύντροφός της. Ο θάνατος είναι ανάγκη, είναι φυσικό επακόλουθο. Κάτι, λοιπόν, άλλο κατά πολύ διαφορετικότερο και από τη ζωή και από το θάνατο είναι , που βρίσκεται ανάμεσά τους και αίρει την αντίθεσή τους και τα συμφιλιώνει. Και αυτό το κάτι είναι ο έρωτας.

 

Ο έρως προς τη ζωή, που ωστόσο είναι «γλυκιά μ' όλα τα πάθη που έχει», όπως πίστευε κι ο Σολωμός· έχει το βάθος και το ύψος εκείνο, που ο Πλάτων κατέδειξε στο «Συμπόσιο» ή ο Σιναΐτης ηγούμενος Ιωάννης μέτρησε στο υπέροχο ουράνιο τόξο της αγιότητας, στο βιβλίο του «Κλίμαξ», ή, τέλος, ο θαυμάσιος ποιητής της προσευχής και υμνωδός του έρωτα Συμεών ο Νέος Θεολόγος στους «Ερωτικούς Ὕμνους» του μελώδησε ως ατίμητο μάθημα της ζωής και της ψυχής το θείο εγκαλλώπισμα.

 

Τούτη η δεύτερη στάση ζωής ασφαλώς συνεπάγεται διάπλαση αγωνιστικού ήθους, άγρυπνη και καθαρή κοινωνική συνείδηση, τόλμη και αρετή όχι μόνο για τον υπερκερασμό του φόβου του θανάτου, αλλά για το φτέρωμα της ψυχής, ώστε εκείνη να ανεβεί «τὸν τραχύν, τὸν δύσκολον τῆς Ἀρετής τὸν δρόμον», στο τέρμα του οποίου την αναμένει «ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος». Γιατί δεν υπάρχει άλλο για την Αρετή αντάλλαγμα εκτός από την ίδια τη δικαιοσύνη.

* * *

 

Ο Αριστοτέλης απέδειξε ότι οι δύο μορφές του κοινωνικού μας βίου, ο «βίος θεωρητικός» και ο «βίος πρακτικός», δεν είναι αντίμαχες και δεν αλληλοαναιρούνται· είναι παραπληρωματικές και αλληλοκαταφάσκονται.

 

Και είναι γνωστή η μακραίωνη διαμάχη ανάμεσα στους περιώνυμους φιλοσόφους για τα πρωτεία: Άλλοι ανέθεταν στη θεωρία την υπεροχή και άλλοι κατακύρωναν υπέρ της πράξης τα πρωτεία, ώσπου ήρθε ο Καντ, ο οποίος με τον αυστηρά κριτικό του λογισμό αναγνώρισε τα πρωτεία στον πρακτικό λόγο.

 

Αλλά και ο Διαλεκτικός και ο Ιστορικός υλισμός προσπάθησαν να λύσουν το πρόβλημα συμβιβαστικά: η φιλοσοφία δεν είναι αποκύημα της φαντασίας ούτε αποτέλεσμα κενόσπουδης θεωρητικολογίας. Ασφαλώς ο φιλόσοφος πρέπει να είναι πολυμαθής («πολλῶν ἵστωρ» κατά τον Ηράκλειτο), έστω κι αν η πολυμάθεια δεν διδάσκει το νου παρά μόνο η ίδια η ζωή, που με τα δίχτυα των αναγκών της τυλίγει εξουθενωτικά τους ανθρώπους.

 

Γιατί η φιλοσοφία έχει αγωνιστικό, επαναστατικό και απελευθερωτικό χαρακτήρα. Μια επανάσταση επιβάλλεται, αφού πρώτα ο νους συλλάβει το γενικό της σκοπό και εκπονήσει το γενικό της σχέδιο, η δε ψυχή βιώσει στα τρίσβαθά της - και συγκλονισθεί απ' αυτό το όραμα - την ιδέα μιας καλύτερης ζωής με λιγότερο πόνο και περισσότερη ελευθερία. Στηρίζεται λοιπόν, ονειρεύεται, τρέφεται και γιγαντώνεται μια επανάσταση, όταν βγαίνει από γενική θεωρία πλατιά αποδεκτή και όταν οδηγεί σε μια σχεδόν καθολικά επιθυμητή βιοθεωρία.

Εδώ παίζει η φιλοσοφία ένα διπλό ρόλο: τον ρόλο του επιτελάρχη και πολέμαρχου, του «στρατηγού αυτοκράτορα», ο οποίος συλλαμβάνει το γενικό σχέδιο και έχει συνάμα το γενικό πρόσταγμα για τη διεξαγωγή των πολεμικών επιχειρήσεων. Η φιλοσοφία στο ρόλο της αυτό δίνει στην επανάσταση κοσμοθεωρητική καθοδήγηση και δικαίωση, γνωσιοθεωρητική ασφάλεια και τακτική, καθώς και γενική μεθοδολογική στρατηγική.

 

Και ο δεύτερος ρόλος της ποιος είναι: η φιλοσοφία είναι ένα κοινωνικό γεγονός· γεννιέται από την απορία και το θαυμασμό της μοναξιάς και αυξάνεται μέσα στην πλησμονή της διανθρώπινης επικοινωνίας, η οποία με τη βοήθειά της γίνεται καθολική και παγκόσμια. Έτσι συναναστρεφόμενη καθημερινά τους ανθρώπους ασκείται η φιλοσοφία στο να μελετάει και να γνωρίζει τους καημούς τους, τα προβλήματα τους και τα όνειρά τους. Από τη ζωή των ανθρώπων, που καταδυναστεύονται από τις ανάγκες τους, η φιλοσοφία ακούει, μαθαίνει, συγκεντρώνει, ταξινομεί και γενικεύει τις γνώσεις, που της χρειάζονται, ώστε να οργανώσει όσο γίνεται αληθινότερο το στρατηγικό της ρόλο.

 

Δίνει, λοιπόν, και συνάμα παίρνει από τη ζωή η φιλοσοφία. Και αυτή ακριβώς η αμφίδρομη συναλλακτική σχέση, αυτή η δοσοληψία, είναι και η γέφυρα του έρωτα, ο οποίος συμφιλιώνει τη Θεωρία με την Πράξη, τη ζωή με το θάνατο, τη φύση με την ιστορία. Και επάνω απ' αυτό το γεφύρι, που θυμίζει ίσως το θρυλικό στοιχειωμένο γεφύρι της Άρτας, περνάει αντίπερα ο άνθρωπος, για να ερευνήσει τους γενικούς νόμους, οι οποίοι δρουν μέσα σ' όλες τις περιοχές της ζωής και του κόσμου, να διαβάσει δηλ. τους νόμους της γενικής κίνησης και δομής της φύσης, η οποία κατά τον Γκαίτε είναι το ολάνοιχτο βιβλίο της αλήθειας του Θεού, της κοινωνίας και της σκέψης.

 

Μόνο όπου η φιλοσοφία παίζει με επιτυχία το διπλό της ρόλο, όπως ο μεγάλος σκηνοθέτης της όρισε (Σοπεγχάουερ: «Ο κόσμος ως βούληση και παράσταση), εκεί έχει θέση και η ειρήνη, η ελευθερία και η πρόοδος του ανθρώπου.

 

* * *

Ύστερα από όλα αυτά είναι φανερή τώρα η μύχια επιθυμία των δυνατών και μεγαλοφυών ανθρώπων· εδώ ξεσκεπάζεται το μυστικό της φιλοδοξίας τους, η οποία έγκειται στο να επιβληθούν, να αλλάξουν και να κυβερνήσουν τον κόσμο. Είναι μια τόσο μεγάλη φιλοδοξία, που αγγίζει τα όρια της κοσμογονικής δημιουργίας. Αλλά αυτός είναι και ο τελικός σκοπός της φιλοσοφίας.

 

Άλλωστε όλοι σχεδόν οι μεγάλοι φιλόσοφοι (οι Επτά Σοφοί της Ελλάδας ήταν κυβερνήτες ή καθοδηγητές κυβερνητών, ο Πλάτων μέσω του τυράννου των Συρακουσών, ο Αριστοτέλης μέσω του Μ. Αλεξάνδρου και άλλοι αλλιώς) εκεί κορυφώνουν τις αγωνίες τους: στη φιλοδοξία τους να γίνει ο κόσμος καλύτερος και η ζωή αξιοβίωτη.

 

Είναι παγκόσμια γνωστή ως μήτρα κάθε μεταγενέστερης ουτοπίας η ιδανική, η πρώτη μεγάλη και τέλεια ουτοπική πολιτεία, η «Πολιτεία» του Πλάτωνος, όπου σωματώνεται η πρότασή του για το φιλόσοφο-βασιλέα: «Ἐὰν μὴ ἢ οἱ φιλόσοφοι βασιλεύσωσιν ἐν ταῖς πόλεσιν ἢ οἱ βασιλεῖς τε νῦν λεγόμενοι καὶ δυνάσται φιλοσοφήσωσι γνησίως τε καὶ ἱκανῶς, καὶ τοῦτο εἰς ταὐτὸν συμπέσῃ, δύναμίς τε πολιτικὴ καὶ φιλοσοφία,... οὐκ ἔστι κακῶν παῦλα ταῖς πόλεσι, δοκῶ δε οὐδὲ τῷ ἀνθρωπίνῳ γένει» (473 D 1-6).

 

Παύλα λοιπόν στα δεινά των πολέμων και των ποικιλώνυμων αθλιοτήτων της κοινωνίας θα τεθεί μόνον, εφόσον στο ίδιο πρόσωπο συμβεί να συναντηθεί ο φιλόσοφος και ο κυβερνήτης, η Θεωρία και η Πράξη.

 

Αλλ' όσο αυτή η σύμπτωση βραδύνει και ξεπέφτει στη δικαιοδοσία του νόμου των πιθανοτήτων ή στην εξουσία της τύχης, ο φιλόσοφος κινδυνεύει να αποκαρτερήσει και να ενωτισθεί κάποτε στα βάθη της ψυχής του τον παγερό λόγο του Γάλλου συναδέλφου του, του Μισέλ Μονταίνι: «Δεν υπάρχει κανένα πράγμα τόσο άδειο και στερημένο όσο εσύ, που αγκαλιάζεις το σύμπαν· είσαι εξεταστής δίχως γνώση, άρχοντας δίχως δικαιοδοσία και εντέλει το κορόιδο της κωμωδίας» Περί ματαιοδοξίας»). Έτσι καταλήγουν όλες οι ευγενείς φιλοδοξίες για την ανόρθωση της ζωής και τη διόρθωση του κόσμου να ηχούν ως απατηλές σειρήνες της ματαιοδοξίας.

 

Η φαινομενική αιτία, που κάνει τους φιλοσόφους και τους θεολόγους αντίμαχους, είναι ο πυρήνας του γνωσιολογικού προβλήματος, δηλ. το τραγικό ερώτημα του Πόντιου Πιλάτου: «Καὶ τίς ἐστιν ἡ ἀλήθεια;» Η φιλοσοφία δέχεται ότι η αλήθεια είναι διάχυτη παντού, όπου οι άνθρωποι έχουν συστήσει και διάγουν κοινωνικό βίο· μόνο που δεν παρουσιάζεται γυμνή, αλλά ψιμυθιωμένη ή μεταμφιεσμένη, ισχνή ή ακρωτηριασμένη, φορτωμένη με ξένα τσιτάτα, τα οποία μειώνουν και ελαχιστοποιούν την αξία και την ωφελιμότητά της, προβάλλει αυτόχρημα ως εκπορνευμένη κόρη της διαφθοράς.

 

Αυτή η αντιστροφή του προσώπου της φιλοσοφίας δικαιώνει πανηγυρικά τη γνώμη, ότι «ο απηνέστερος εχθρός της φιλοσοφίας είναι η ίδια η ιστορία της». «Σκάνδαλο της φιλοσοφίας» ονομάσθηκε το φαινόμενο, κατά το οποίο μέσα σε 2.500 χρόνια της ιστορίας της και παρά τις πολύμοχθες προσπάθειες των φιλοσόφων – πέρα από κάποιες οντολογικές διαφοροποιήσεις, λογικά αξιώματα ή μεταφυσικές γόνιμες υποθέσεις, που επηρέασαν σημαντικά την ανέλιξη του πνεύματος – ως σήμερα δεν κατέστη δυνατή η ομοφωνία των φιλοσόφων και η γενική αναγνώριση μιας κοινής και προφανούς αλήθειας. Όλοι μάχονται ειλικρινώς για την εκκάλυψη της αλήθειας· αλλά τελικά υποστηρίζονται τόσες πολλές «αλήθειες», ώστε να έχει χρειασθεί η δημιουργία ιδιαίτερου κλάδου της φιλοσοφίας, η Αληθειολογία.

 

Και επειδή, όπως είπαμε, η φιλοσοφία έχει κοινωνικό, αγωνιστικό και απελευθερωτικό χαρακτήρα, παρατηρείται και στο χώρο της το σύστοιχο φαινόμενο της αντίθεσης των πολιτικο – κοινωνικο - οικονομικών συστημάτων: Η «αστική φιλοσοφία», δηλ. ο Ιδεαλισμός, συστοιχεί με το δυτικό κόσμο του φιλελευθερισμού και της ατομικής πρωτοβουλίας. Η «υλιστική φιλοσοφία» (ιστορικός και επιστημονικός υλισμός) απεγνωσμένα δίνει τις πύρρειες μάχες για τα «συμφέροντα» του ανατολικού κόσμου, για την «οικοδόμηση του σοσιαλισμού και της κοινωνικής προόδου». Αλλά ποιος από τους δύο κατέχει τη μοναδική και τέλεια αλήθεια;

 

Αν η Πολιτική (που περίεργα λέγεται και Πρακτική Φιλοσοφία) ήταν ποτέ δυνατόν –πράγμα πάντως απίθανο –να αφήσει κάποτε το άτομο εντελώς ελεύθερο να διαλέξει το δρόμο της δικής του αλήθειας, τότε τα διάφορα φιλοσοφήματα θα πλαγιοκοπούσαν τον κάθε σκεπτόμενο στρατοκόπο της ζωής, όπως στο μύθο του Ηρακλή η Αρετή και η Κακία, και το καθένα θα προσπαθούσε να πείσει όλο και περισσότερους «οπαδούς» για την ορθότητα της δικής του αλήθειας.


Δημοσθένης Γ. Γεωργοβασίλης