Κωστης Παλαμάς

 



ΣΧΟΛΙΑ:

Από τα σχόλια του Αιτωλού..

Ο Κωστής Παλαμάς σήμερα

Η Αιτωλική Πολιτιστική εταιρεία μας έχει συνηθίσει σε σοβαρές πολιτιστικές και επιστημονικές δραστηριότητες, σπάνιες για τα πολιτιστικά και επιστημονικά δρώμενα της επαρχίας, τουλάχιστον του νομού μας. Η επέτειος των 150 χρόνων από τη γέννηση του Κωστή Παλαμά, στάθηκε ικανή αφορμή να την συνεγείρει και να οργανώσει μια ακόμη άρτια και πλούσια σε επιστημονικές εισφορές των ομιλητών της επιστημονική εκδήλωση στη γενέτειρα του ποιητή, το Μεσολόγγι την 19 και 20 Ιουνίου 2009. Ένα συνέδριο που έδωσε την ευκαιρία να διατυπωθούν ενδιαφέρουσες απόψεις για το μεγάλο σε όγκο και υψηλό σε ποιότητα έργο του εθνικού μας αυτού ποιητή. Ήταν χρήσιμη για πολλούς λόγους. Και σημαντική της καθώς πιστεύουμε επερχόμενης δικαίωσης του ποιητή. Ενός ποιητή που έθρεψε και εμψύχωσε πνευματικά και ηθικά  δύο τουλάχιστον γενεές των νεοελλήνων και που δυστυχώς τα τελευταία χρόνια λησμονείται ή και αγνοείται, κυρίως από εκείνους που θεωρούν ότι στην τέχνη το νέο ακυρώνει ή τουλάχιστον ξεπερνά το παλαιό. Και τον αγνοούν ή τον λησμονούν κυρίως όσοι εισάγουν άκριτα την έννοια της προόδου και στο χώρο της αισθητικής λειτουργίας, όπου ανήκει η ποίηση. Βέβαια πρέπει να παραδεχτεί κανείς ότι και στην ποίηση εφευρίσκονται νέοι ρυθμοί, νέες ίσως μορφές. Η βαθύτερη όμως ουσία της ποιητικής τέχνης από τίποτε από όλα αυτά δεν αγγίζεται. Στην κορυφή όπου βρίσκονται ο Σοφοκλής ή ο Σαίξπηρ τίποτε δεν άλλαξε.

 

 
Πρόσωπα και πράγματα (Η ποίηση και οι ποιητές):

 

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

 

Ο Ποιητής της εθνικής αυτογνωσίας

 

Δημοσθένης Γ. Γεωργοβασίλης


Λίγοι ποιητές ανά τους αιώνες αναρπάχτηκαν σε τέτοιες υψιπετείς σφαίρες εθνικής κατόπτευσης και λαϊκής παιδαγωγίας όσο ο Κωστής Παλαμάς. Βεβαίως κάθε αληθινός ποιητής, για να είναι γνήσιος, αντλεί από το θησαυροφυλάκιο του λαού του τα κεφάλαια των εμπνεύσεών του, με τα οποία μεταρσιώνεται στα αιθεροπλάνα οράματα, μετεωρίζεται στους αστερισμούς των εθνικών ονείρων και καταστερώνεται μέσα στους γαλαξίες των θείων δημιουργών. Ο Κ. Παλαμάς έζησε σε μιαν εποχή πολιτικής κακοδαιμονίας, πνευματικής νάρκης, κοινωνικής και οικονομικής θρόμβωσης στη ροή του εθνικού μας βίου. Η στέρηση και η απόρριψη, που παιδιόθεν στιγμάτισε τραυματικά την ύπαρξή του, έγινε μέσα του πηγαία αγάπη και θερμουργός παρηγορία για τους πολλούς κι ακόμα έρωτας ολοπόρφυρος για ένα βασίλειο εθνικών και ιστορικών ανατάσεων.

 

Πολίτης της δημοκρατίας των ιδεών και ακριβοδίκαιος δικαιοκρίτης των ατομικών και πανανθρώπινων δικαιωμάτων, μπήκε νωρίς στον αγώνα για την διαπαιδαγώγηση και το φωτισμό του λαού του, με σκοπό, εκείνος όχι μόνο να γνωρίσει τον εαυτό του, αλλά και να ανορθωθεί στο ύψος των ιστορικών του πεπρωμένων. Διάχυτη σ’ όλα τα έργα του Ποιητή είναι η πάλη του γι’ αυτό το σκοπό. Θα έλεγε κανείς ότι ο Παλαμάς συνεχίζει με ατρόμητη αντρειοσύνη τον πυρρίχιο χορό, που έστησε ο Όμηρος, και στον οποίο πιάστηκαν οι μεγάλοι τραγικοί ποιητές, αλλά και ανασυνέστησαν ο Ρήγας και ο Σολωμός. Το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές. Αυτό το σολωμικό πρόσταγμα πρότεινε ο Παλαμάς να χρησιμοποιηθεί ως μότο στο ολιγόζωο, όμως επαναστατικό περιοδικό του Κ. Χατζόπουλου, την Τέχνη. Αλλά για να πάρει αυτό το μάθημα το έθνος, χρειάζεται ο φροντιστής βοσκός, ο φωτισμένος, o φρόνιμος, ο ειλικρινής και ο αφιλοκερδής αυτοθύτης διδάχος. Χρειάζεται ένας Παλαμάς ως τελευταίος διδάσκαλος του Γένους.

Ένας τέτοιος δάσκαλος του λαού του αποστέργει τους κολακευτικούς γλυκασμούς και τις γοητευτικές θωπείες των αισθήσεων, μιλάει τη γλώσσα εκείνων που θέλει να διαφωτίσει, αρπάζει κάποτε ακόμα και το μαστίγιο της καυστικής σάτιρας και με όλη του τη ζωή αποδείχνει ότι είναι λαός στο νου, στα σπλάχνα, σ’ όλα. Γιατί μόνο τότε οι πολλοί τον αναγνωρίζουν, τον εμπιστεύονται και τον ακολουθούν. Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπάει η Ελλάδα! Ένας λαός, σηκώνοντας τα μάτια του, τη βλέπει τον νεκρολογεί ο μεγάλος Άγγελος Σικελιανός, ενώ παραστέκουν με το δάχτυλο στη σκανδάλη οι ορδές των Ούννων κατακτητών της πατρίδας.

Η Πατρίδα για τον Παλαμά δεν είναι απλώς ο γεωγραφικός χώρος. Είναι πολύ περισσότερο ο λαός που διαφεντεύει αυτόν τον τόπο και τον μνημειώνει με τα έργα του, αλλά και τα ατυχήματά του. Δυστυχώς η οδύνη των ατυχημάτων και των απωλειών -όπως και κάθε οδύνη- φωλιάζει στο ψυχόρμητο του λαού και του στερεύει τις πηγές των ναμάτων της αισιοδοξίας. Οι Αθηναίοι τιμώρησαν τον τραγικό ποιητή Φρύνιχο, διότι με το έργο του Μιλήτου άλωσις τους θύμισε οικεία κακά. Αλλά αν δεν τολμήσει ο αληθινός ποιητής να υποδείξει με παρρησία στο λαό του τα προβλήματα και τις διαστάσεις της ενοχής του, αυτής της μεθοριακής καταστάσεως, στην κόψη της οποίας κρίνεται η ανάνηψη ή η εξαφάνισή του, αλλά για να είναι στα πλήθη αρεστός, αν επιδοθεί στο άθλιο έργο της λαοκολακείας και σποράς ψευδαισθήσεων, τότε τα έρμα κοπάδια εγκαταλείπονται έρμαια των αδίστακτων λαοπλάνων και δημοπιθήκων διαφθορέων.

Ύμνος των αιώνων επιγράφεται ένα ποίημα, που ο ποιητής το συνέθεσε το 1896, χρονιά της αναβιώσεως των Ολυμπιακών αγώνων, αλλά και παραμονή της εθνικής ντροπής από τον άτυχο πόλεμο του 1897. Ο ποιητής, είχε συνθέσει και εκείνον τον υπερούσιο ύμνο των αγώνων αυτών καθώς και τον Ύμνο της Αθηνάς (1889), που κατά τον Νίκο Βέη είναι σταθμοί στην ιστορία του Γλωσσικού Δημοτικισμού. Στον Ύμνο της Αθηνάς δεν μεγαλύνει απλώς την πάναγνη θεά της σοφίας, των τεχνών και της προόδου, αλλά προφητεύει και ευαγγελίζεται τη γένεση μιας Ελλάδας, πατρίδας των ακηδεμόνευτων Ελλήνων. Και στον εικοσιτετράστιχο Ύμνο των αιώνων ο Παλαμάς προβλέπει τα νέφη του επερχόμενου πολέμου και θέλει να προετοιμάσει το θυμικό του λαού για καρτερία και λελογισμένη αντίσταση. Θέλει να αφυπνίσει το λαό του, να τον εμψυχώσει και να τον οδηγήσει με αγάπη στους βωμούς της θυσίας αρίφνητων προγόνων, που με το μαστίγιο του κατακτητή να σφυρίζει πάνω στα αιμορροούντα πλευρά τους έχτισαν τα μνημεία αυτά της δουλείας, αλλά και της πανάκριβης ιστορικής μνήμης.

 

Για να συγκρατήσει το λαό και να τον εμποδίσει να μη κορυβαντιά επηρμένος από τα φλιναφήματα των πατριδοκάπηλων περί Μεγάλης Ελλάδος και μοναδικής ανωτερότητας του πολιτισμού της, απευθύνεται στην Πατρίδα, Χώρα παινεμένη μες στις παινεμένες χώρες, ως Μητέρα πολύπαθη και αθάνατη, για να πει στο λαό της ότι στολίδι της δεν είναι μόνο οι Παρθενώνες, αλλά και όλα τα μνημεία των κακοτυχιών της: Είναι οι διάσπαρτες ρωμαϊκές αρχαιότητες, είναι οι χριστιανικοί ναοί, που χτίσθηκαν πάνω στους τόπους των αρχαίων ιερών, είναι τα βενετσιάνικα και τα φράγκικα κάστρα, που αντιστέκονται στη φθορά του χρόνου και μέσα στους μουγκρίζει ακόμη το λιοντάρι της Βενετιάς, είναι οι μιναρέδες απομεινάρι της ολόμαυρης και της πικρότατης σκλαβιάς, είναι τα σλαβικά τοπωνύμια και όλα τα ξενόφερτα γλωσσικά κατάλοιπα, είναι τόσα και τόσα στοιχεία, που ενσωματώθηκαν αρμονικά στο συλλογικό ασυνείδητο σαν ξένη ανθοβολιά στο ντόπιο χώμα.

 

Συνιστά λοιπόν ο Ποιητής στο λαό του όχι μόνο σεβασμό σ’ όλα αυτά τα μνημεία των ατυχημάτων του, αλλά και αγάπη. Είναι τίμια φυλαχτά, στολίδια αταίριαστα, είναι ένας κόσμος από παλιά συντρίμματα, από τα οποία πλάθετ’ αιώνια η νέα τρανή Πατρίδα η παναρμόνια. Ο Μέγας Αλέξανδρος μετά τη πρώτη του νίκη με τη μάχη στο Γρανικό ποταμό, περιήλθε τις στρωμνές των τραυματισμένων στρατιωτών του και τους ρωτούσε να του διηγηθούν τι κάνοντας λαβώθηκαν και τους συνιστούσε να είναι υπερήφανοι για τα παθήματά τους. Αλλά βεβαίως η νίκη έχει πολλούς δικαιούχους και υπερήφανους κληρονόμους, όχι όμως και η ήττα, για την οποίαν όλοι ντρέπονται, πονούν, αγανακτούν, απελπίζονται και κάποτε εχθρεύονται και κολάζουν όσους τολμούν να τους υπομιμνήσκουν τα οικεία κακά. Ο Ποιητής, που πιστεύει στην αθανασία και την αιωνιότητα του λαού του, τολμάει όχι μόνο να τους παρηγορήσει, αλλά και να τους εμπνεύσει αισιοδοξία και να τους ενδυναμώσει τη θέληση για νέα ανάταση. Σύνθημά του το θεοκρίτειο Θάρσει, τάχ’ αύριον έσετ’ άμεινον. Κι αν πέσαμε σε πέσιμο πρωτάκουστο / και σε γκρεμό κατρακυλίσαμε/ που πιο βαθύ καμιά φυλή δεν είδε ως τώρα, / είναι γιατί με των καιρών το πλήρωμα / όμοια βαθύ έν’ ανέβασμα μάς μέλλεται / προς ύψη ουρανοφόρα. Κι όταν ακόμα ολόκληρο το έθνος, μετά τη συμφορά του 1897, ήταν έτοιμο να πέσει σε τενάγη και βάραθρα απελπισίας, ο Ποιητής με το Δωδεκάλογο του Γύφτου (1907), που τον είχε αρτιώσει το 1899, και τη Φλογέρα του Βασιλιά (1910) ενσταλάζει στην ψυχή του λαού του τα ζώπυρα της ελπίδας και της αναστάσιμης προσμονής προφητεύοντας τη μεγαλειώδη εθνική έξαρση των Βαλκανικών Πολέμων 1912-13. Και θα φύγεις απ’ το σάπιο το κορμί,/ ώ Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα, / και δε θάβρει το κορμί μια σπιθαμή / μες στη γη για να την κάμει μνήμα, ... Όσο να σε λυπηθεί της αγάπης ο Θεός, / και να ξημερώσει μιαν αυγή, / και να σε καλέσει ο λυτρωμός, ... Και θ’ ακούσεις τη φωνή του λυτρωτή, / θα γδυθείς της αμαρτίας το ντύμα, /. . .για τ’ ανέβασμα ξανά που σε καλεί / θα αιστανθείς να σου φυτρώνουν, ώ χαρά! / τα φτερά, / τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα!.

 

Τούτη η ποιητική προφητεία είχε γίνει για πολλές δεκαετίες ο άρτος και ο οίνος της θείας κοινωνίας του λαού κοντά στο άγιο βήμα της Ελπίδας. Ακόμα κι όταν ο Ποιητής υμνεί τους Ακρίτες και μελωδεί το έπος του Βασίλειου Διγενή και της Αμαζόνας Μαξιμώς, δεν υφαίνει στον αργαλειό της Μεγάλης Ιδέας την αλουργίδα της μελλούμενης δόξας της, αλλά το λάβαρο των ιερών αγώνων άμυνας και αντίστασης του λαού.

Ο Θουκυδίδης στον περίφημο Επιτάφιο βάζει τον Περικλή, ηγέτη των συμπολιτών του, απεγνωσμένων από τα δεινά του Πελοποννησιακού πολέμου, να εξυμνεί και μεγαλύνει τον πολιτισμό τους ως απόρροια του πολιτεύματός τους, αλλά και να τους νουθετεί, για να τους προφυλάξει από τις συμφορές της ξενοφοβίας και της ηττοπάθειας. Μετὰ μεγάλων σημείων καὶ οὐ δή τοι ἀμάρτυρόν γε τὴν δύναμιν παρασχόμενοι τοῖς τε νῦν καὶ τοῖς ἔπειτα θαυμασθησόμεθα. . . πανταχοῦ δὲ μνημεῖα κακῶν τε κἀγαθῶν ἀϊδια ξυγκατοικήσαντες.... Ορθώσαμε πλάι πλάι παντού μνημεία των συμφορών και των επιτυχιών μας λέει στους περιδεείς συμπολίτες του ο σοφός κυβερνήτης. Ο δε Πλάτων, για να δείξει την τεράστια αφομοιωτική δύναμη, που διαθέτει η ελληνική ψυχή και η γλώσσα της, αποφαίνεται: ὅτιπερ ἂν Ἕλληνες βαρβάρων παραλάβωσι, κάλλιστον τοῦτο ἐς τέλος ἀπεργάζονται.

 

Κύριο χαρακτηριστικό της αυτογνωσίας είναι η ειλικρίνεια του εσωτερικού μονολόγου, ο οποίος βασικά είναι διάλογος ανάμεσα στις δύο φωνές του Εγώ. Η γλώσσα αυτού του μονολόγου είναι η γλώσσα των ονείρων, του έρωτα και του θρήνου. Είναι η γλώσσα των βρεφικών σπαργάνων και του μητρικού γαλακτισμού. Αυτή είναι η γλώσσα του λαού. Αυτή τη γλώσσα ενστερνίστηκε ο Παλαμάς και εμψύχωσε όλους ως αυταπαρνημένους τους εθελοντές του κινήματος του Γλωσσικού Δημοτικισμού. Στην βαριά και αμφιλαφή σκιά του Παλαμά ονειρεύτηκαν και οι πρωτολάτες της γλωσσοεκπαιδευτικής μεταρρύθμισης και πολέμησαν για την επικράτηση της Δημοτικής όχι μόνο στους κλάδους της Λογοτεχνίας, αλλά σ’ όλα τα είδη του γραπτού και προφορικού λόγου.

Αυτός ανέστησε το Σολωμό και τον Κάλβο. Αυτός άνοιξε τους δρόμους για το Βαλαωρίτη και το Σικελιανό, αυτός έγινε ο σοφός δάσκαλος για όλους τους άξιους λογοτέχνες μας, που αγάπησε ο λαός μας: τον Καζαντζάκη, το Σεφέρη, το Ρίτσο, τον Ελύτη και πολλούς άλλους. Κάτω από τη βαριά σκιά του ψαλμωδεί και ο λαοπρεπής Παπαδιαμάντης.

 

Ένας ποιητής, που εκκολάπτεται μέσα από τα εσώψυχα του λαού του και με την τέχνη του επιζητεί να τον οδηγήσει στο σχολείο της αυτογνωσίας του, δεν μπορεί να είναι γλυκερός και περιπαθής πατριδολάτρης, αλλά πυρίπνους υψώνεται στο παγκόσμιο στερέωμα, για να δείξει στο λαό του άλλα αξιομίμητα συγκριτικά μεγέθη και να τον διδάξει ότι πολιτισμός είναι η ειρηνική επικοινωνία. Γιατί μέσα από την επικοινωνία πιστώνονται και τοκοφορούν τα κεφάλαια των δανείων, των συγκρίσεων, των διακρίσεων, των αξιολογήσεων, που εξασφαλίζουν το μέγεθος και την ποιότητα της αυτογνωσίας και κεντρίζουν τον αμιλλητικό ζήλο και το δημιουργικό οργασμό. Ο Παλαμάς ως εθνικός Καλλιτέχνης- Ποιητής μίλησε στο λαό του με όλους τους τόνους - χαμηλούς, μέσους και υψηλούς- και ως παγκόσμιος Φιλόσοφος-Ποιητής μελώδησε το μεγαλυνάριο της εργασίας, της παγκόσμιας συνεννόησης και της πανανθρώπινης ειρήνης σ’ όλα τα μέτρα και σ’ όλες τις χρωματικές κλίμακες. Η γλώσσα, ο ρυθμός και η αρμονία, παρμένα από τους γύρω μας τους ήχους κι απ’ τα τραγούδια της φυλής, αξίωσαν τον μεγαλόπνευστο Ποιητή να γεφυρώσει τον αιώνα του Σολωμού με τη νέα Ελλάδα και να αναδειχθεί ο μυστικός ευαγγελιστής της νέας Ελληνικής Πατρίδας, η οποία ευγνωμονούσα σπένδει με δακρυρρόους ύμνους των μαθητών του στην ενδελεχή μνήμην και την επ’ αρετήν δόξαν του γενναίου και σοφού Δασκάλου.

Δημοσθένης Γ. Γεωργοβασίλης


 

 


KEIMENA:

Κείμενα Ιστορίας
Πρόσωπα & Πράγματα
Πεζογραφία
Ποίηση
Παραδόσεις & Έθιμα
Ταξιδεύοντας
Προβληματισμοί
Index....
Πρόσωπα & Πράγματα

Κ. Στεργιόπουλου:  "Η Κινέζικη ποίηση και η περίπτωση του Π. Δήμα"

Κ. Τριανταφυλλίδη: "Ο Κ. Χατζόπουλος και το πνεύμα της μουσικής"

Κωνσταντίνα Μπάδα: "Οι καπνεργάτριες του Αγρινίου"

Γεωρ. Μεταλληνού: "Κοσμάς ο Αιτωλός"

Γιάννη Βλασόπουλου: "Κ. Χατζόπουλος,  ως δικηγόρος Αγρινίου"

Μάρκου Γκιόλια: "Κωνσταντίνος Χατζόπουλος"

Γιάννη Βλασόπουλου: "Πέτρου Δήμα: Ολίγο φως και μακρινό..."

Γιάννη Βλασόπουλου: "Η ελευθερία του λόγου..."

Ντίνου Χριστιανόπουλου: "Ένα περιστατικό με τον Θανάση Κυριαζή"

Έρη Σταυροπούλου: Όψεις του γενεθλίου τόπου στη λογοτεχνία του Κ. Χατζόπουλου

Χρυσούλας Σπυρέλη: ΑΘ. Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ, Ένας Ρουμελιώτης ποιητής του Μεσοπολέμου

Γιάννη Βλασόπουλου: Η θεατρική performance και η Κάτια Γέρου

Κώστα Τριανταφυλλίδη: "Η Ποίηση της πέτρας"

Γερ. Παπατρέχα: Ο βελανιδώνας Ξηρομέρου

Μεταξούλας Μανικάρου: Τα "Αιτωλικά Γράμματα" και ο Μάρκος Γκιόλιας

Χρυσούλα Σπυρέλη: Θ. Παπαθανασόπουλος Αγρίνιο 1948

Χρυσούλας Σπυρέλη: Ο Χρήστος Τζούλης και το περιοδικό Διαλεκτική στο Αγρίνιο (πρώτη περίοδος)

Χρυσούλας Σπυρέλη: Ο Ποιητής Γιάννης Νικάνθης (Γιάννης Κουφός) 

Ν. Μαλιάρα: Όταν ο Μανώλης Καλομοίρης μελοποιεί Κωνσταντίνο Χατζόπουλο

Ποίηση

Κωστή Παλαμά: "Βραχώρι"....

Κωσταντίνου Χατζόπουλου: Ποιήματα.

Γιάννη Ρίτσου: "Αναστάσιμο μνημόσυνο"...

Πάνου Χατζόπουλου: "Βραχωρίτικο"...

Γιάννη Υφαντή: Ποιήματα...

Θ. Κυριαζή: Ποιήματα

Π. Δήμα "Μπάρμπαρα"

Νέα Εποχή 2006 

Πρώτη σελίδα | Μνήμες | Εικόνες | Αξιοθέατα | Γειτονιές