Κωστης Παλαμάς

 



ΣΧΟΛΙΑ:

Από τα σχόλια του Αιτωλού..

Ο Κωστής Παλαμάς σήμερα

Η Αιτωλική Πολιτιστική εταιρεία μας έχει συνηθίσει σε σοβαρές πολιτιστικές και επιστημονικές δραστηριότητες, σπάνιες για τα πολιτιστικά και επιστημονικά δρώμενα της επαρχίας, τουλάχιστον του νομού μας. Η επέτειος των 150 χρόνων από τη γέννηση του Κωστή Παλαμά, στάθηκε ικανή αφορμή να την συνεγείρει και να οργανώσει μια ακόμη άρτια και πλούσια σε επιστημονικές εισφορές των ομιλητών της επιστημονική εκδήλωση στη γενέτειρα του ποιητή, το Μεσολόγγι την 19 και 20 Ιουνίου 2009. Ένα συνέδριο που έδωσε την ευκαιρία να διατυπωθούν ενδιαφέρουσες απόψεις για το μεγάλο σε όγκο και υψηλό σε ποιότητα έργο του εθνικού μας αυτού ποιητή. Ήταν χρήσιμη για πολλούς λόγους. Και σημαντική της καθώς πιστεύουμε επερχόμενης δικαίωσης του ποιητή. Ενός ποιητή που έθρεψε και εμψύχωσε πνευματικά και ηθικά  δύο τουλάχιστον γενεές των νεοελλήνων και που δυστυχώς τα τελευταία χρόνια λησμονείται ή και αγνοείται, κυρίως από εκείνους που θεωρούν ότι στην τέχνη το νέο ακυρώνει ή τουλάχιστον ξεπερνά το παλαιό. Και τον αγνοούν ή τον λησμονούν κυρίως όσοι εισάγουν άκριτα την έννοια της προόδου και στο χώρο της αισθητικής λειτουργίας, όπου ανήκει η ποίηση. Βέβαια πρέπει να παραδεχτεί κανείς ότι και στην ποίηση εφευρίσκονται νέοι ρυθμοί, νέες ίσως μορφές. Η βαθύτερη όμως ουσία της ποιητικής τέχνης από τίποτε από όλα αυτά δεν αγγίζεται. Στην κορυφή όπου βρίσκονται ο Σοφοκλής ή ο Σαίξπηρ τίποτε δεν άλλαξε.

 

 
Πρόσωπα και πράγματα (Το θέατρο και οι ποιητές):

 

ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ

 ΤΡΙΣΕΥΓΕΝΗ

 

ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ Άνοιξη 2011

 

Δημοσθένης Γ. Γεωργοβασίλης


Από το 1915, που διδάχτηκε για πρώτη φορά το μοναδικό αυτό δράμα του Κωστή Παλαμά Τρισεύγενη,  μέχρι σήμερα, οι γνώμες των κατά καιρούς κριτικών του θεάτρου διχάζονται: Με πρώτο τον Κωνσταντίνο Χρηστομάνο, στου οποίου την παρότρυνση (συνέλευση στο θέατρο Διονύσου το Φεβρουάριο του 1901) προς τους συγχρόνους του λογοτέχνες, - να συγγράψουν σύγχρονα θεατρικά έργα, τα οποία εκείνος σκόπευε να διδάξει στη Νέα Σκηνή του, δηλ. στο θέατρο, που είχε ιδρύσει στην Αθήνα, για ανανέωση της θεατρικής τέχνης στην Ελλάδα, - και ακολούθως με το Φώτο Πολίτη, τον Άγι Θέρο (=Αύρα Θεοδωροπούλου), κ.ά. μέχρι και την εποχή μας δεν είναι λίγοι εκείνοι, που κρίνουν ότι το δράμα αυτό είναι αντιθεατρικό, δεν έχει τραγικούς χαρακτήρες, τραγικές καταστάσεις και τραγικές συγκρούσεις, ούτε καν τραγικότητα. Είναι απλώς ένα ηθογραφικό σχεδίασμα θεατρικού δρώμενου ή έστω ένα δράμα ιδεών.

Όσοι όμως στοιχούνται σ’ αυτή τη γραμμή δείχνουν ότι όχι μόνο δεν έχουν διαβάσει με προσοχή και επαρκή κατανόηση το έργο αυτό, αλλά και ότι δεν είναι εφοδιασμένοι με όλες εκείνες τις γνώσεις και δεν είναι εξοικειωμένοι με τις ιδέες, που διαρθρώνουν το έργο. Ο Παλαμάς δεν είναι ο ποιητής των ονειρώξεων, των εφιαλτικών φρικαλεοτήτων και των ψυχεδελικών φασμάτων, αλλά ο πολύπλευρα και απαιτητικά πληροφορημένος και βαθιά και πλατιά ζυμωμένος με τη ζύμη του κλασσικού πολιτισμού· είναι ο στοχαστικός Εθνικός Ποιητής των μεγάλων οραμάτων, από τα οποία έχει πάντοτε  ζωτικότατη ανάγκη ο Λαός και το Έθνος των Ελλήνων. Ο Παλαμάς με το έργο του αυτό και με σύνολη τη ζωή του πραγμάτωσε λυτρωτικά το νόημα της πρωτοχρονιάτικης ευχής, που έδωσε το 1903, χρονιά γνωστοποίησης της Τρισεύγενης, σε ερώτηση της εφημερίδας Ακρόπολις: Δάσκαλος να γίνει ο Ποιητής. Γιατί με σοφό δούλεμα της εθνικής γλώσσας, της γλώσσας του κλέφτικου τραγουδιού και του Σολωμού, της μιας και της μόνης, θα μας φέρει πιο σιμά και τη αθάνατην αρχαιότητα κρατώντας μας νέους πάντα. Και επειδή σωστή γλώσσα θα πει σωστός νους, σε κείνον τον Ποιητή, που συναιρεί ή ζευγαρώνει μυσταγωγικά γλώσσα και νου, λαχαίνει η τιμή του αρχιθέωρου, να προσφέρει τον πνευματικό πλούτο, που χρειάζεται ο πανελλήνιος αγώνας για την εθνική παλιγγενεσία, και σ’ αυτόν πέφτει ο βαρύς κλήρος να αναλάβει το ρόλο του πρωτομάστορα στο στέρεο θεμέλιωμα και δυνατό χτίσιμο της γέφυρας, που θα συνδέσει το χθεσινό με τον αυριανό κόσμο του Έθνους, διασφαλίζοντας έτσι τα εχέγγυα της ιστορικής του ταυτότητας και της πνευματικής του διάρκειας. Τέτοιος Ποιητής είναι ο Κωστής Παλαμάς.

Συνθέτοντας το λυρικότατο αυτό γλωσσικό ποίημα ο Εθνικός Ποιητής παρέστησε συμβολικά στο πρόσωπο της πανώριας εκείνης ρουμελιώτισσας κορασιάς, της Τρισεύγενης, τις βαθμίδες ανόρθωσης της Νέας Ελλάδας και ανάβασης στα ουράνια ύψη της αρετής. Και οι βαθμίδες αυτές είναι κυρίως οι τρεις πλατωνικές αρετές: της σοφίας, της ανδρείας και της σωφροσύνης. Η ηρωίδα του έργου πράγματι είναι πλαστουργημένη και προικισμένη με χαλύβδινη θέληση για ακατάβλητη δύναμη αυτοκαθορισμού και αυτεξουσιότητας. Και μια τέτοια θέληση δεν πορεύεται παρά συνοδιά με τη δίψα για ελευθερία, η οποία προϋποθέτει αρετήν και τόλμην.

Δώδεκα είναι τα πρόσωπα. με των οποίων τη δράση εκτυλίσσεται ο μύθος του έργου, ισοζυγιασμένα κατά φύλο, έξι θηλυκά και έξι αρσενικά, κατά την δημοκρατική ισοπολιτεία των ολυμπιακού δωδεκαθέου, όπου η κάθε θεότητα συμβολίζει μια από τις δώδεκα αρετές, που η συνύπαρξή τους συνθέτει τη συνείδηση και το βίο του καλοῦ κἀγαθοῦ πολίτη, όπως ο Πιττακός ο Μυτιληναίος συμβούλευε την καλλιέργειά τους: Θεράπευε ευσέβειαν, παιδείαν, σωφροσύνην, φρόνησιν, αλήθειαν, πίστιν, εμπειρίαν, ἐπιδεξιότητα, ἑταιρείαν, ἐπιμέλειαν, οἰκονομίαν, τέχνην. Και οι αρετές αυτών των προσώπων του δράματος, αντιστικτικά συνταιριασμένες με τις κακίες τους, που λειτουργούν με κινητήρια δύναμη την αρχή της άρσης των αντιφάσεων, αποδείχνουν ότι ακόμα και ο καλοκάγαθος άνθρωπος είναι το ον των αντιφάσεων.

Αντιφατική είναι η ζωή και η σκέψη του ερωτικού ζεύγους, Τρισεύγενης (Στεφανία Γουλιώτη) και Πέτρου Φλώρη (Νίκος Κουρής). Αντιφατική η συμπεριφορά των πατέρων τους, των άλλοτε φίλων και τελικά θανάσιμων εχθρών, του Δενδρογαλή (Φαίδων Καστρής) και του μακαρίτη πατέρα του Πέτρου Φλώρη. Αλλά η αρχή της αντίφασης δεν είναι μόνο η βεβαιοτάτη πασῶν τῶν ἀρχῶν, κατά τον Αριστοτέλη, αλλά και η φυσική πραγματικότητα, που αποκαλύπτει το μυστικό της κινήσεως, το οποίο αποτελεί ανέκαθεν το κυριότερο πρόβλημα της Φιλοσοφίας. αφού η θρησκευτική παραφιλοσοφία παρερμήνευσε την αριστοτελική απόφανση τὸ πρῶτον κινοῦν ἀκίνητον, παρενθέτοντας το εννοούμενο συνδετικό ἐστί μεταξύ της μετοχής και του επιθέτου (τὸ πρῶτον κινοῦν ἐστιν ἀκίνητον) αντί του ορθού τὸ πρῶτόν έστιν κινοῦν-ἀκίνητον, οπότε το κινοῦν-ἀκίνητον θα πρέπει να νοηθεί ως ενιαίο (και αντιφατικό) κατηγορούμενο, δηλ. ως κινούμενον-ακίνητον. Επομένως ως πρῶτον (επίθετο υπερθετικού βαθμού), δηλ. ως πρωταρχή, θα πρέπει να νοηθεί αυτή η αρχή της άρσης των αντιφάσεων.

Η υπόθεση του έργου

Μέρος Πρώτο: Είναι καλοκαίρι και γλυκοχάραμα Σαββάτου σε μια γειτονιά στο Μεσολόγγι, κάπου στα μέσα του 19ου αιώνα. Πεντέξι γυναίκες στέκονται στη σειρά να γεμίσουν τις στάμνες τους στη βρύση. Ακούγονται φωνές και κακό από το σπίτι του Δεντρογαλή, πατέρα της Τρισεύγενης: αναζητούν την κόρη τους, που ενώ ήταν καταναγκασμένη να κοιμάται στο ίδιο δωμάτιο του πατέρα της, εκείνη με τη χαραυγή έφυγε κρυφά και πήγε στο σπίτι του Πέτρου Φλώρη. Οι γυναίκες καταλαβαίνουν τι συμβαίνει, αλλά θαυμάζουν την τόλμη και την αποφασιστικότητα της Τρισεύγενης, ερωτευμένης με το γιο του ήδη μακαρίτη, αλλά πριν θύματος απάτης του εχθρού του, του διεφθαρμένου και ανοικοκύρευτου Δενδρογαλή. Περνάει ο βιολιστής Νίκαρος (Δημήτρης Παπανικολάου), καθώς κουρασμένος από ξενύχτι γυρίζει στο σπίτι του. Πάνω από τη βρύση υψώνεται άγαλμα νεράιδας, που κάποιος Φράγκος γλύπτης θαυμάζοντας την εξαίσια ομορφιά της Βασιλικής, της μακαρίτισσας μητέρας της Τρισεύγενης, την απαθανάτισε στο μάρμαρο και την έστησε πάνω στη βρύση, που ο ίδιος πλήρωσε να γίνει για το καλό της γειτονιάς και από ευγνωμοσύνη για την ομορφιά του τόπου και των ανθρώπων του. Της ίδιας και καλύτερης ομορφιάς ζωντανό ίνδαλμα είναι και η Τρισεύγενη, που δε γνώρισε ποτέ τη μάνα της, γιατί εκείνη πέθανε πάνω στη γέννα, κι έτσι αυτή μεγάλωσε με την κακία της παπαδοπούλας μητρυιάς. Η δυναμικότερη από τις γυναίκες, η Κυρ’ Αλτάνα (Μαριάννα Δημητρίου), έμαθε την αιτία του επεισοδίου: Μιλούν για τον κρυφό έρωτα Τρισεύγενης και Πέτρου Φλώρη. Απλώνεται ολόγυρα σα φωτεινή νεφέλη μια γενική συμπάθεια για το ταιριαστό ζευγάρι. Φθάνει η Τρισεύγενη ασπροντυμένη, πανόμορφη κι άερινη σα νεράιδα και μαθαίνει για το περιστατικό του σπιτιού της. Προσπαθεί να δικαιολογηθεί με ένα καλοστρωμένο ψέμα, που καθώς λέει ο Νίκαρος τύφλα νάχ’ η αλήθεια μπροστά στο ψέμα της. Εκείνη, για να εκτρέψει το ενδιαφέρον της συντροφιάς, κολακεύει την Κυρά Καλή (Ευγενία Αποστόλου), πως το κέντημα, που εκείνη της έκαμε πριν από ενάμιση χρόνο, το είδε η γυναίκα του λόρδου και τρελάθηκε. Γι’ αυτό η Τρισεύγενη χαρίζει της Κυρά Καλής ολόκληρο τόπι πανί, για να κεντήσει κι άλλα τέτοια θαυμαστά καλλιτεχνήματα. Η κολακεία αμβλύνει τη δολιότητα του ψεύδους. Και έχοντας στο νου της η Τρισεύγενη το συμφωνημένο με τον Πέτρο σχέδιο απαγωγής της από εκείνον την επόμενη αυγή, προτείνει στις γυναίκες να ετοιμαστούν να πάνε με το καΐκι στο ξερονήσι, να λειτουργηθούν στο ξωκλήσι, όπου στην Παναγιά του Γερανού χορεύουν τ’ άστρα τα’ ουρανού. Έρχεται με τη γυναίκα του (Αγορίτσα Οικονόμου) ο Δεντρογαλής θυμωμένος, αλλά τον σταματάει ο αγροφύλακας Κώστας Μπορνόβας (Χρήστος Στέργιογλου), για να τον απασχολήσει με μια κτηματική υπόθεση, αλλά εκείνος δημόσια μαλώνει τη θυγατέρα του. Η Τρισεύγενη προσβάλλεται και ζητάει από τον πατέρα της να την ξεντροπιάσει μπροστά στον κόσμο, όπου και τη ντρόπιασε. Όλοι όμως συμπαθούν την Τρισεύγενη και πιο πολύ ο Νίκαρος. Η Τρισεύγενη αφήνει το ψέμα και θαρραλέα ομολογεί τον έρωτά της. Ο Μπορνόβας προτείνει τη σκληρή τιμωρία της Τρισεύγενης, ακόμα και με ξυλοδαρμό, αλλά αποδοκιμάζεται σκληρά από τις γυναίκες. Κι η αλαφροΐσκιωτη Ποθούλα (Τζίνα Θλιβέρη), αθώα και πάντα καλοπροαίρετη κοπέλα της γειτονιάς, κλείνει την Πρώτη Πράξη του δράματος με τούτα τα επαινετικά λόγια για τη ηρωΐδα: Μιας νεράιδας ομορφιά με την άσπρη φορεσιά.

Μέρος Δεύτερο: Είναι δειλινό της ίδιας μέρας. Η σκηνή εικονίζει μια παράγκα σ’ ένα έρημο ξερονήσι, όπου αράζουν τα μεγάλα καράβια. Ο νεαρός καραβοκύρης Πέτρος Φλώρης κι ο μάστορας καραβιών και στενός, σαν αδελφός, φίλος του, ο Πάνος Τράτας (Γιώργος Γάλλος) μιλούν για την καινούργια γολέτα, απόκτημα του Πέτρου, και για τις δουλειές, που τώρα ανοίγονται. Στο πλήρωμα του καραβιού όμως θα δουλέψουν Γαλαξιδιώτες ναυτικοί, αφού οι ντόπιοι είναι δοσμένοι στην απολαυστική ζωή. Ούτε τον παιδικό του φίλο, τον Κάραλη (Αργύρης Πανταζάρας), ο Πέτρος δε θέλει μαζί του, γιατί εκείνος με τις σπατάλες, τις διασκεδάσεις και τις ερωτοδουλειές μόνο συμφορές έχει προκαλέσει στον Πέτρο· και γι’ αυτό τώρα δεν θέλει ούτε ν’ ακούσει για κείνον. Γίνεται λόγος για την αχαριστία και του Δεντρογαλή, ευεργετημένου από τον πατέρα του Πέτρου, αλλά αίτιου για το θάνατο του ευεργέτη του, αφού ο θάνατός του γερο-Φλώρη προήλθε από απογοήτευση και μαρασμό. Έτσι φθάνει η συζήτηση και στην γοργόνα και στην απαρόμοιαστη ομορφιά της Τρισεύγενης. Δική της όλ’ η προκοπή κι όλ’ η ομορφάδα. Μα μου φαίνεται πως κι ένας δαίμονας κάποτε κάποτε ολάκερος δικός της είναι λέει ο Πάνος Τράτας. Ο Πέτρος Φλώρης αλλάζει γνώμη· δεν φεύγει για ταξίδι· θα μείνει, γιατί πεθαίνει από την αγάπη, που έχει για την Τρισεύγενη. Είναι όμως διχασμένος: από τη μια από το μίσος που τρέφει για εκδίκηση, που το φάντασμα του πατέρα του τον προστάζει στο όνειρο να λάβει τιμωρώντας τον Δεντρογαλή· και από την άλλη από τον έρωτά του. Κι ακούει μέσα του δύο φωνές. Η μία του λέει: πάρε την και ταίριασέ την και η άλλη: πάρε την και ντρόπιασέ την και γύρισέ την έτσι στον πατέρα της. Κάλλιο το έχει να υπακούσει στη δεύτερη φωνή, όπως λέει: για να μην έρχεται πια ο στοιχειωμένος ο γέρος ο δικός μου να μου παραπονιέται και στον ύπνο μου. Ο Πάνος Τράτας όμως τον συμβουλεύει συμπονετικά και γνωστικά: Κοίτα να την ταιριάσεις τη θέλησή σου με την αγάπη σου. Συγκινείται ο Πέτρος και εξομολογείται ότι στις συναντήσεις του με την Τρισεύγενη εκείνη παρθένα στέκεται, παρθένα φεύγει. Ο Πάνος Τράτας βλέπει στο πέλαγο μια φελούκα, που τη φέρνει ένα ναυτάκι. Είναι η Τρισεύγενη, που φτάνοντας λέει ότι έφυγε για πάντα από το σπίτι του πατέρα της και διηγείται τα της πρωινής σκηνής στη βρύση. Δικαιολογείται για το ψέμα της, αφού για το πολεμιστή και το ψέμα όπλο είναι, κι από τα γερότερα. Με τα επιχειρήματά της νικάει τις αμφιβολίες του Πέτρου κι εκείνος ενημερώνει το Πάνο Τράτα ότι στεφανώνεται την αγαπημένη του και μάλιστα εκεί στο εξωκλήσι με κουμπάρο τον ίδιο. Η Τρισεύγενη χαίρεται και φαντάζεται ότι ο Πέτρος θα την πάρει μαζί του στο ταξίδι. Αλλ’ εκείνος τη θέλει ρήγισσα στο σπιτικό του, να προσμένει κάθε φορά το γυρισμό του. Και της αφήνει ως κηδεμόνα και άγρυπνο φροντιστή της το φίλο του Πάνο Τράτα. Έρχεται όμως ένα καΐκι μεταφέροντας τη συντροφιά των γυναικών της βρύσης, τον αγροφύλακα, μαζί και τον Κάραλη. Ήρθαν για το πανηγύρι, που σχεδίασε το πρωί η Τρισεύγενη. Ο Πάνος Τράτας τους υποδέχεται, ενώ ο Πέτρος και η Τρισεύγενη έχουν φύγει· κρύφτηκαν κι αύριο Κυριακή παντρεύονται. Ο Κάραλης όμως έχει τις επιφυλάξεις του, γιατί η νύχτα βγάζει επίσκοπο κι η αυγή μητροπολίτη.

Μέρος Τρίτο: Ύστερα από τέσσερις μήνες, πρωί στην ίδια θέση, όπως και στο Πρώτο Μέρος, τρεις γυναίκες κοντά στη βρύση συζητούν για το χθεσινό πανηγύρι στο μοναστήρι, όπου η Τρισεύγενη με το χορό της, τα τραγούδια της και το νεραϊδένιο φέρσιμό της θάμπωσε τον κόσμο. Από τότε που στεφανώθηκεν, έλαμψε το σπίτι από τη χάρη της. Και τι ψυχή! Για τις φιλενάδες της θυσία. Δίνει του φτωχού ψωμί. Όπου μοιράζοντ’ ελεημοσύνες, όπου δίνονται χαρίσματα, ένας είν’ ο χαριστής, ένας κι ο ελεητής, η Τρισεύγενη παινεύει η Κυρ’ Αλτάνα. Κατηγορούν τη μητρυιά της και τον πατέρα της και παινεύουν τον Πέτρο Φλώρη ως το μοναδικά άξιο για την Τρισεύγενη γαμπρό. Όμως η Κυρά Καλή θυμίζει ότι την Τρισεύγενη μόλις την προσκάλεσεν ο Κάραλης με τη συντροφιά του, τον ξέχασε τον Πάνο Τράτα· και χόρεψε με τον Κάραλη. Εκείνες φεύγουν, αλλά φτάνει ο Νίκαρος στη βρύση, όπου έρχεται και η Ποθούλα· της διηγείται το θαυμασμό του και την τρέλα του από το χορό της Τρισεύγενης, που τον μέθυσε τόσο και με το τραγούδι της, ώστε εκείνος έκαμε κομμάτια το βιολί του και τα έριξε στα πόδια της Τρισεύγενης. Και πως εκείνη του είπε: Καλά τόκαμες. Από καιρό σου φυλάω ένα παλαιϊκό βιολί που είναι η φωνή του άλλο πράμα. Για σένα τόχω. Κι η Ποθούλα φεύγοντας επιβεβαιώνει πως κι αυτή χθες άκουσε το τραγούδι της νεράιδας. Αλλά φτάνει ο Κάραλης και ζητάει από το Νίκαρο να τον συντροφέψει με το βιολί του στο γάμο του αύριο. Εκείνος όμως τον πληροφορεί ότι χθες το σύντριψε το βιολί του στα πόδια της Τρισεύγενης. Ο Κάραλης επιμένει και του προτείνει να ζητήσει από την Τρισεύγενη, η οποία για χάρη του θα του δώσει το βιολί, που έχει: Έχει και σε μένα μια μικρή υποχρέωση…. Πρόκειται για ένα δάνειο, που εκείνη πήρε από τον Κάραλη, για να μη σταματήσει τις ευεργεσίες της. Ο Πάνος Τράτας, που προσπερνώντας άκουσε και τα όσα εκείνοι έλεγαν, θυμωμένος ακόμα για τα χθεσινά της Τρισεύγενης και τώρα ακόμα περισσότερο οργισμένος, πήγε ίσια στο σπίτι του Πέτρου Φλώρη, όπου ελέγχει αυστηρά την Τρισεύγενη για το φέρσιμό της στο πανηγύρι και ιδιαίτερα για τη σχέση της με τον Κάραλη. Είναι σκληρά τα λόγια, που αντάλλαξαν οι δυο τους πάνω στην σύγκρουσή τους. Η Τρισεύγενη δεν αναγνωρίζει τον Πάνο Τράτα ως κηδεμόνα της, όπως τον άφησε ο Πέτρος Φλώρης. αλλά πιεσμένη ομολογεί ότι δανείστηκε χρήματα από τον Κάραλη. Βέβαια. Χρήματα μού χρειάστηκαν. Ήθελα να κάνω το καλό. Φτώχια τριγύρω μου κι ορφάνια δέρνεται. Έχω κι εγώ υποχρέωση. Και καθώς τα δικά μου σώθηκαν . . . Αρχοντικά θέλω πάντα να πορεύομαι. Και προσθέτει ότι δέχθηκε την πρόταση του Κάραλη, να τον τιμήσει με την παρουσία της στο γάμο του. Ο Πάνος Τράτας οργίζεται και τη βρίζει ως τρελή, φαντασμένη κι ακυβέρνητη. Κι η Τρισεύγενη: Ας είν’ καλά η κυβερνήτρα μου η αλάθευτη· η καρδιά μου. Η σύγκρουση έφτασε στα όριά της. Ο Πάνος Τράτας φεύγει κι η Τρισεύγενη καταλαβαίνει τώρα την αδιέξοδη και γι’ αυτό τραγική συνέχεια, μολονότι δεν αλλάζει γνώμη: θέλει να πάει στο γάμο του Κάραλη.

Μέρος Τέταρτο: Ύστερα από τρεις μήνες και στον ίδιο τόπο, όπως και στο Πρώτο Μέρος, χειμωνιάτικα χαράματα, φαίνεται ο Πέτρος Φλώρης, που τον ακολουθεί ένα παιδάκι κουβαλώντας μικρό σεντούκι, και τραβάει προς το γιαλό. Ο Πάνος Τράτας του κόβει το δρόμο και μαθαίνει ότι πάει για το Μοναστήρι. Στόχος του Πέτρου είναι να περάσει απέναντι, στην Πάτρα, για να συνεχίσει τη ζωή του με το καράβι του. Είχε επιστρέψει ύστερα από τη γραπτή ενημέρωσή του, που του είχε στείλει ο Πάνος Τράτας, αλλά και από άλλες προφορικές πληροφορίες καλοθελητών, για τη συμπεριφορά της Τρισεύγενης. Ο Πάνος Τράτας βλέπει τώρα τις συνέπειες, νιώθει ενοχή και προσπαθεί να γεφυρώσει το χάσμα, που άνοιξαν στη καρδιά του Πέτρου τα θλιβερά μαντάτα. Αλλά ο Πέτρος του λέει πως που πρωτύτερα πηγαίνοντας στο σπίτι του, στο δρόμο του έτυχε να συναντήσει τον Κάραλη και μαθαίνοντας από τον ίδιο για το χρέος της Τρισεύγενης, του το εξόφλησε αμέσως και στη συνέχεια με μια δυνατή γροθιά στο κεφάλι τον έριξε κάτω, και έτσι οργισμένος πήγε στο σπίτι. Η Τρισεύγενη αρχικά αρνήθηκε τα πάντα, αλλά τελικά, βλέποντας την καταστροφή να πλησιάζει, ομολόγησε. Ο Πέτρος οργισμένος έφυγε, ενώ η Τρισεύγενη τον ικετεύει να μείνει. Λίγο μετά, από το παράθυρο του σπιτιού του Πέτρου ακούγεται η φωνή της Ποθούλας να κράζει τους γείτονες σε βοήθεια. Ο Πέτρος ακούει και υποπτεύεται πως κάποιο άλλο θέατρο προκάλεσε η Τρισεύγενη, για να τον πομπέψει στον κόσμο. Αλλά η αλήθεια είναι ότι η Τρισεύγενη φαρμακώθηκε και πεθαίνει. Φώναξαν το γιατρό, αλλά όλοι αναμένουν το τέλος. Έρχεται κι ο Δενδρογαλής με τη γυναίκα του, μαζί και ο Μπορνόβας, που μαλώντας τις γυναίκες, που θρηνούν για το χαμό της Τρισεύγενης, ξεσπάει: Αντί να τη σκοτώσει το φαρμάκι από το χέρι της, έπρεπε να τη σκοτώσει το μαχαίρι του άντρα της. Κι η Πραξιθέα (Γαλήνη Χατζηπασχάλη) με αποτροπιασμό αντιδρά: Χάνομε την ελεητική, την ανοιχτόκαρδη, τη χρυσοχέρα… Και συ τη γλωσσοτρώγεσ’ έτσι. Τράβα στη ντραγάτα σου κι όλες μαζί οι γυναίκες ακούγονται αγανακτισμένες, γιατί οι άλλοι δεν πιστεύουν ότι η Τρισεύγενη πεθαίνει, αφού λίγο πρωτύτερα είχαν ιδεί τον Πέτρο με τον Πάνο να φεύγουν προς το γιαλό· άλλωστε το μίσος τους δεν τους αφήνει περιθώρια ούτε για συμπόνια προς το μελλοθάνατο. Έτσι όλοι οι δικοί της την έχουν απαρνηθεί και η Τρισεύγενη πεθαίνει εγκαταλελειμμένη. Μόνο η πονόψυχη γειτονοπούλα, η αλαφροΐσκιωτη Ποθούλα, που μέσα στο όνειρό της άκουσε τη φωνή της ετοιμοθάνατης, έτρεξε να της συμπαρασταθεί καλώντας από το παράθυρο τον κόσμο σε βοήθεια. Σ’αυτή την νεραϊδοπαρμένη ψυχούλα αναθέτει και ο Ποιητής το ρόλο του εξάγγελου στην τραγωδία του για τη λύση του δράματος. Από την Ποθούλα μαθαίνουν τον τραγικό διάλογο όσοι προσέτρεξαν: Με φώναξες; - Όχι· μα σε συλλογίστηκα. Μονάχα εσύ με ξέρεις. Ήθελα να σου μιλήσω… - Κυρούλα μου, τι έχεις  - Τίποτε. Έφυγε. Δεν ξανάρχεται. Δε φταίει αυτός. Εγώ φταίω. – Μου ψιθύρισε γλυκά γλυκά. – Τον έχασα· μ’ αναθεμάτισεν ο πατέρας, μ’ αναθεμάτισεν ο άντρας, με καταράστηκαν και δικοί και ξένοι.  – Μούλεγε. Κι ενώ η Τρισεύγενη παρακινούσε την Ποθούλα να φύγει και να την αφήσει μόνη, στο νου της είχε πάντα τον Πέτρο και ψιθύρισε: Τον προσμένω. Θα γυρίσει.

Βέβαια οι δύο φίλοι έμαθαν το συμβάν, και τρέχουν ανήσυχοι κοντά στην Τρισεύγενη, που στο μεταξύ είχε ξεψυχήσει. Η Ποθούλα μεταφέρει στον κόσμο, που πλησίασε, και τα τελευταία τραγικά λόγια της Τρισεύγενης: Όλες οι αγάπες μου όχεντρες μου γίνηκαν. Λάτρεψα τη μάνα μου, ίσκιου του άλλου κόσμου· και μούγινε όχεντρα. Μ’ άναψε μέσα στο αίμα μου την έγνοια του κόσμου. Όχεντρα κι ο κόσμος μου έγινε, και με πεθαίνει. Σε λάτρεψα και σένα, πατέρα, και με καταράστηκες· όχεντρα· δε φταις. Σ’ αρνήθηκα. Για τον άλλο που τον λάτρεψα, για σένα, για σένα, δίκιο είχες να μου ρίξεις το πικρότατο που στάθηκε ανάθεμα…. Έφτασε ο Πέτρος Φλώρης κι οργισμένος με τον κόσμο, γιατί τους θεωρεί ένοχους για τη δυστυχία του, με τη βοήθεια και του Τράτα τους διώχνει όλους βίαια από το σπίτι του. Ο Πάνος Τράτας ακούει βήματα στη σκάλα και λέει: Αυτός που ανεβαίνει, δεν μπορώ να τον διώξω. Είναι ο Δεντρογαλής.

Είναι τραγική η μοίρα της εξαίσιας ομορφιάς, γιατί ο φορέας της, που η παρουσία του σημαδεύει και απαθανατίζει την εποχή του, τελικά θα πέσει τραγικά κάτω από το βάρος ξένων αμπλακημάτων, στην ουσία ανένοχος κι όμως παρεξηγημένος από τους θαυμαστές του και περιφρονημένος ακόμα και από τους δικούς του, που θα αναλυθούν σε δακρυρρόους θρήνους, όταν τυχόν θα βρεθεί κάποιος Γοργίας, για να γράψει το Ελένης εγκώμιον ως αθωωτική απόφαση της αφυπνισμένης κοινωνικής συνείδησης για τη αδικοχαμένη ομορφιά.

* * *

Ένα δράμα, για να είναι τραγωδία, χρειάζεται απαραιτήτως τα στοιχεία της ύβρεως, της ενοχής και της τραγικότητας, δηλ. της σύγκρουσης του πρωταγωνιστή με το υπέρλογο ή με το παράλογο, χρειάζεται την τραγική ατμόσφαιρα, δηλ. τις τραγικές συγκρούσεις μεταξύ της Λογικής και του Παραλόγου. Αλλά όλα αυτά τα στοιχεία υπάρχουν έκδηλα στο δράμα του Παλαμά. Ύβριν διέπραξε η Τρισεύγενη, διότι οπλισμένη από τη φύση με τις αξιοζήλευτες αρετές-χαρίσματα σώματος και ψυχής, θέλησε να υπερβεί το αντικειμενικό πνεύμα της εποχής της και να καταξιώσει το πρόσωπο της ελεύθερης, της αυτοπροσδιορισμένης, της αυτοσυνείδητης, της ανδρείας, γενικά της καλοκάγαθης κοινωνικής οντότητας, κυρίως της γυναίκας, που τότε με τις γέννες της θα υπηρετεί ως σκοπό της κοινωνίας την με αυτογνωσία κατακτημένη ευδαιμονία όλων. Αλλά η κοινωνία την τιμώρησε.

Το στοιχείο της ενοχής αναζητείται μεταξύ όλων των προσώπων του δράματος. Τελικά όλοι αισθάνονται ένοχοι για τη συμφορά, γιατί στην συνεκτική αυτή μικρή κοινωνία λειτουργεί η ακατανίκητη δύναμη του συλλογικού ασυνειδήτου. Όμως ένοχη είναι μόνο η Τρισεύγενη, το συναισθάνθηκε στο τέλος και το ομολογεί, διότι μεταχειρίστηκε την αρετή και την τόλμη της για κατάκτηση της ελευθερίας με γνώμονα περισσότερο τη δύναμη της καρδιάς και λιγότερο του νου.

Όσο για τις συγκρούσεις και τις αντιφάσεις, το έργο εξυφαίνεται πάνω σε ένα στέρεο τέτοιο πλέγμα. Η αστάθεια της γνώμης, η παλιμβουλία όλων των άλλων προσώπων, πλην της Τρισεύγενης, τα αδιέξοδα στις προθέσεις και τις ενέργειές τους διαμορφώνουν την τραγική ατμόσφαιρα του έργου, η οποία διεγείρει το ενδιαφέρον και οξύνει την περιέργεια του αναγνώστη ή του θεατή για την τραγική κατάληξη. Και λέγεται τραγική (εκ του ρήματος τρώγω), γιατί ολόκληρη η υπόθεση φαίνεται σα να κατέφαγε τα ζώπυρα της θέλησης της ηρωίδας, την οποία οδήγησε στην αυτοθυσία. Γιατί το είδος αυτό της αυτοκτονίας, που φαίνεται να έχει προέλθει από την αδιέξοδη απελπισία, δεν είναι η ύστατη καταφυγή του απεγνωσμένου αγωνιστή στο θάνατο, αλλά είναι οικειοθελής θυσία των ατομικών συμφερόντων για χάρη κάποιων ιδανικών. Η ενδυνάμωση της θέλησης όχι μόνο προφύλαξε την ηρωίδα από ένα απονενοημένο διάβημα, αλλά τη γιγάντωσε, ώστε να βρει την τόλμη για αυτοθυσία. Η θέλησή της αυτή είναι η θέληση της Αντιγόνης, της Ιουλιέτας ή της Έντα Γκάμπλερ. Και εδώ τα ιδανικά αυτά είναι ο αγνός έρωτας, που για να μην τον προδώσει με συμβιβασμούς και ταπεινώσεις, αυτοθυσιάζεται, για να τον μεγαλύνει και να τον δοξάσει, αφήνοντάς τον ως ιερή παρακαταθήκη στο ταμείο της αιωνιότητας. Ο θάνατός της είναι άξιος θάνατος σα μια θυσία, αποφαίνεται ο Πάνος Τράτας.

Η πτώση της ηρωίδας, που διεγείρει τον έλαιον και τον φόβον, διδάσκει ότι η πραγμάτωση του ιδανικού απαιτεί και συνεπάγεται την τραγική πτώση του ασυμβίβαστου ήρωα, αλλά και την ταυτόχρονη καθιέρωσή του ως συμβόλου αιώνιας ηθικής αξίας.

* * *

Πώς λοιπόν μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι το έργο αυτό είναι αντιθεατρικό; Είχε δίκιο ο Ποιητής, όταν δεν επέτρεψε στον Κ. Χρηστομάνο το ψαλίδισμα και την τροποποίηση του έργου του, για να γίνει τάχα … θεατρικό. Και σα να προαισθανόταν ο Ποιητής ότι από τη Νέα Σκηνή θα άρχιζε η σκηνοθετική παράδοση στην Ελλάδα και οι σκηνοθέτες θα αναπαράγουν τον οξύθυμο και αυτογνώμονα χαρακτήρα του δασκάλου τους, του Κ. Χρηστομάνου, και θα είναι έτοιμοι να κόβουν αυθαιρέτως τα έργα στα μέτρα της δικής τους νοημοσύνης και καλλιτεχνικής ευαισθησίας, για να προειδοποιήσει τους ηθοποιούς και τους δραματουργούς, ώστε να βρίσκονται σε ετοιμότητα αντίστασης, έγραφε το 1903, χρονιά που παρουσίασε το έργο του αυτό σε μια συντροφιά: Ποτέ δεν πρέπει να λησμονεί ο υποκριτής πως όσο κι αν είναι τεχνίτης ανεξάρτητος, μα πάντα είναι οργανοπαίχτης της μουσικής του ποιητή· φτάνει να του προσφέρει ο ποιητής όλα όσα του χρειάζονται για να τη δείξει την τέχνη του. Και πρώτα ανάγκη να καταλάβει το νόημα το γενικό, που εμψυχώνει το έργο του, τον τόνο που απλώνεται μέσα στο έργο, και μ’ εκείνο να ταιριάξει το παίξιμό του, δίνοντας στην παράσταση την πιο πλαστική και την πιο ζωντανή, μα πάντα πιστή της ποιητικής ιδέας.

Το έργο αυτό γνώρισε μεγάλη σκηνική επιτυχία μόνον, όταν είχε την τύχη να έχει σκηνοθέτες φωτισμένους και γενναίους, όπως το 1915 στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών με σκηνοθέτη τον Θωμά Οικονόμου, το 1935, 1938 και 1939 στο Εθνικό Θέατρο με τον μεγάλο σκηνοθέτη Δημήτρη Ροντήρη, ή το 1958 στο Εθνικό Θέατρο με σκηνοθέτη τον Κωστή Μιχαηλίδη, ή το 1963 στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος με σκηνοθέτη την Σωκράτη Καραντινό.

Αλλά η διδασκαλία του την άνοιξη του 2011 από το Εθνικό Θέατρο με καρναβαλίστικη σκηνοθεσία από την άξια μεν ηθοποιό Λυδία Κονιόρδου, αλλά αδέξια σκηνοθέτιδα, με τα υποτυπώδη, σχεδόν μπρεχτικά σκηνικά του Βασίλη Μαντζούκη και με νευρωσική κινησιολογία από την Αποστολία Παπαδημάκη, καθώς και την αντικατάσταση του βιολιού, αναντικατάστατου συμβόλου μεγάλων εθνικών οραματισμών του Ποιητή, με μια επταμελή, σαν τσιγγάνικη, κομπανία ή με την παρεμβολή τραγουδιών, που δεν υπάρχουν στο κείμενο του Ποιητή, είχε ένα πληκτικό αποτέλεσμα. Γι’ αυτό όσοι είδαν το ίδιο έργο στην ίδια σκηνή την προηγούμενη μέρα σε παράσταση από μαθητές κάποιου Λυκείου της Αθήνας, υπερέβαλλαν σε επαίνους το κατόρθωμα των μαθητών και συγκρίνοντας κατηγορούσαν τους υπευθύνους του Εθνικού Θεάτρου για την αποτυχία του έργου. Μόνο τα κοστούμια με δημιουργό τον Άγγελο Μέντη ήσαν υπέροχα. Αυτό το έργο του Παλαμά επιβάλλει βαθύ σεβασμό και μεγάλη αγάπη. Γιατί;

Ο Παλαμάς στο έργο αυτό δεν παράγει τις ηθικές αρχές των ηρώων του στηριζόμενος στη θρησκεία, αλλά τις βλέπει να προέρχονται μέσα από την γνήσια φύση του ανθρώπου, στην οποία έχει βαθειά εμπιστοσύνη. Η όρασή του αυτή θυμίζει αρχαίους Έλληνες στοχαστές και δραματουργούς. Η Ηθική των ανθρώπων δεν είναι τίποτε άλλο από μιαν αρμονική διαμόρφωση αυτού, το οποίο βρίσκεται ως καταβολή μέσα στη φύση κάθε ανθρώπου. Από αυτό προέρχεται η εδραία βεβαιότητα για τον εαυτό του και η αυτογνωσία του, η οποία είναι μεγαλύτερη από κάθε άλλη βεβαιότητα, που θα μπορούσε να παράσχει η θρησκεία ή όποια άλλη κοινωνική Ηθική. Αυτό, που είναι ηθικώς καλό, αυτό το αισθανόμαστε άμεσα, διαισθητικά: Δεν ξέρω από βιβλία· κι αν έτυχε καμιά φορά στο χέρι μου κανένα, δεν το κατάλαβα· και γι’ αυτό δε μ’ άγγιξε την ψυχή. Δεν τα γράφουνε για μας οι γραμματισμένοι απαντάει ο Πάνος Τράτας (Γιώργος Γάλλος), που, όπως είπαμε, είναι μάστορας καραβιών και επιστήθιος φίλος του καραβοκύρη Πέτρου Φλώρη (Νἰκος Κουρής). Αλλά άμοιροι σχολικής εκπαίδευσης ή έστω μέτοχοι μόνο στοιχειώδους είναι οι περισσότεροι της μικρής εκείνης κοινωνίας, η οποία νοιάζεται για το μετασχηματισμό της σε μεσοαστική. Όλοι είναι βαπτισμένοι ως χριστιανοί ορθόδοξοι, όμως η θρησκευτική τους πίστη δε στηρίζεται στα δόγματα της εκκλησίας, αλλά σε μια μορφή ήπιας φυσικής θρησκείας, όπως περίπου την εννοούσαν οι Άγγλοι ντεϊστές του 18ου αιώνα ή όπως την ανέπτυξε ο Ιμμάνουελ Καντ, ο κορυφαίος φιλοσοφικός υπερασπιστής του Διαφωτισμού. Για τους ήρωες του θεατρικού έργου του Παλαμά οι ηθικές αρχές δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας θείας αποκάλυψης, αλλά προέρχονται από τη δομή του λόγου του ανθρώπου. Η Εμπειρική Ψυχολογία μπορεί να εύρει στο έργο αυτό τον άνθρωπο ως ενότητα με τον εαυτό του και με τις σχέσεις του προς μεγαλύτερες κοινωνικές ομάδες, αλλά και με σύνολη την ανθρωπότητα.

Για κείνη την Ελλάδα, που με τούτο το έργο ονειρεύεται ο Παλαμάς, ως μέγιστη διαπλαστική αρχή και κυρίαρχη δύναμή της θεωρεί την αρμονία ή την ισορροπία των συστατικών δυνάμεων, την οποία θα έβλεπε να προκύπτει με βάση την καλαισθησία ή το συναίσθημα ως αντίθεση προς την κοινή Λογική. Ο Ποιητής δέχεται τον άνθρωπο ως ενότητα ορμών, παθών, συναισθηματικών καταστάσεων, που ελέγχονται από την κεντρική νόηση με περισσότερη ή λιγότερη δύναμη. Στον ηθικό άνθρωπο όλοι αυτοί οι παράγοντες είναι εύρυθμα ισοσταθμισμένοι. Ακόμα και ο αγροφύλακας Κώστας Μπορνόβας (Χρίστος Στέργιογλου) ως έκφραση της κρατικής εξουσίας κινείται αρμονικά ανάμεσα στη φύση και το νόμο. Η αρμονική σύζευξη όλων των δυνάμεων του ατόμου εγγυάται και συντηρεί την ψυχοσωματική υγεία του. Αντίθετα προς αυτή την αρχιτεκτονημένη Ηθική της αρμονίας, όποιος κυριεύεται από ένα μακρό ή έντονο πάθος, αυτός είναι καταδικασμένος να τιμωρείται με βαριές ποινές.

Ο άνθρωπος ως κοινωνικό ον αποτελεί μέρος μιας μεγαλύτερης αρμονίας και για να συντελέσει στην ευημερία του συνόλου, πρέπει να ελέγχει τις δραστηριότητές του, ώστε να μη συγκρούονται με το περιβάλλον του. Όταν ρυθμίζει τις εσωτερικές και τις κοινωνικές του σχέσεις σύμφωνα με αυτή την αρχή, μόνο τότε ασκεί συνάμα και την αρετή της ευεργεσίας ως απαραίτητο παράγοντα της Ηθικής, και μόνο τότε μπορεί να θεωρείται ως ηθικό άτομο και λειτουργός του Ανθρωπισμού. Η Τρισεύγενη είναι τέλεια ηθική κοινωνική οντότητα. Ούτε ο εγωιστής ούτε ο αλτρουϊστής είναι ηθικά άτομα, διότι ξεφεύγουν από το κριτήριο της αρμονίας.

Έτσι λοιπόν ο Παλαμάς σύρει δύο παράλληλες γραμμές ανάμεσα στα ηθικά και τα αισθητικά κριτήρια, γιατί πιστεύει ότι, όπως υπάρχει κάποια ικανότητα, η οποία προσεγγίζει το ωραίο μέσα στη σφαίρα της Τέχνης, έτσι και μέσα στη σφαίρα της Ηθικής υπάρχει άλλη ικανότητα, η οποία προσδιορίζει την ηθική αξία των πράξεων. Οι ικανότητες αυτές είναι  κυρίως συγκινησιακής και όχι διασκεπτικής φύσης.

Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Παλαμάς έχοντας ως βασικό κριτήριο των πράξεων των ηρώων του την Ηθική και την Αισθητική, που πηγάζουν από την -και εκρέουν στη- γενική αρμονία και ευημερία, άφησε έξω από τους προβληματισμούς του τη θρησκεία και τις πάντοτε έντονες συζητήσεις για την ελευθερία της βουλήσεως και τον ντετερμινισμό. Ούτε ο Θεός ούτε η Τύχη, η Αδράστεια ή η Μοίρα ούτε ακόμα και η Λογική ως σχολαστική σοφιστεία έχουν κάποιο ρόλο στο έργο αυτό. Ακόμα και η ύλη, που είναι αιώνια, αποτελεί τη ρίζα κάθε κακού. Μόνο η Τρισεύγενη, ως συνισταμένη όλων των αρετών, που ως συνθέσεις των αντίθετων άκρων, της υπερβολής και της έλλειψης, ενσαρκώνονται από τα πρόσωπα του δράματος, μόνο αυτή ως ιδανικός τύπος εκφράζει το ιδεώδες της καλοκαγαθίας και συμβολίζει την τραγική ομορφιά και αγαθότητα της Ελλάδας.

Αλ’ ούτε την Αισθητική τους, δηλ. τα κριτήριά τους για την ομορφιά, οι άνθρωποι εκείνοι τα αντλούν από διδαχές και θεωρίες, αλλά αυτά αναδύονται αυτόματα από τα τρίσβαθα της ψυχής τους. Το σπουδαιότερο κριτήριο της Αισθητικής είναι η χαρά των αισθήσεων: η γεύση, το άρωμα, η αφή, η θέα, το άκουσμα, είναι η αρμονική συνεργασία όλων αυτών με έκφρασή τους στη βίωση της ευτυχίας του ατόμου μέσα στο επίσης ευτυχισμένο σύνολο, όπου και η αρετή της ευεργεσίας έχει τη συμμετοχή της. Τα πανηγύρια, η φύση, που με χίλιες βρύσες χύνεται με χίλιες γλώσσες κραίνει, ο φιλέταιρος συνεγγισμός των ανθρώπων, η ομορφιά στο ντύσιμό τους, στις κινήσεις, στους τρόπους ζωής τους, η μεθυστική αγαλλίαση στον ξέφρενο χορό και στο λυρικότατο τραγούδι, μα πάνω απ’ όλα στη μαγεία των χορδών του βιολιού, όλα αυτά ασκούν το κριτήριο της Αισθητικής της λαϊκής ψυχής και τη φτερώνουν για ουράνιες μεταρσιώσεις.

Δεν είχε λοιπόν δίκιο ο μεταστραφείς προς τον Καθολικισμό Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, όταν ταλαιπωρούσε με τις ιδιοτροπίες της οξυθυμίας του τον Ποιητή: διότι ή δεν είχε με εμβρίθεια (ήταν διδάκτωρ βυζαντινής ιστορίας και παλαιογραφίας) κατανοήσει το βαθύτερο καλλιτεχνικό, φιλοσοφικό και εθνικής ανατάσεως οδηγητικό έργο ή από σολιψιστικό πλέγμα ανωτερότητας ήθελε να υποτάξει τον Ποιητή στο χώρο της χρυσής μετριότητας. Αλλά ο πράος Ποιητής είχε ήδη δείξει περιφανώς το σκοπό του και με το Θάνατο του παλικαριού και μετέπειτα με τον περίφημο Δωδεκάλογο του γύφτου.

Οι εγκωμιαστικές κριτικές, που δημοσιεύθηκαν κατά καιρούς γι’ αυτό το τάχα αντιθεατρικό έργο, θα ήταν δυνατόν συγκεντρωμένες να αποτελέσουν δύο ογκώδεις τόμους. Φαίνεται όμως ότι το φαρμάκι, με το οποίο πότισαν τον Ποιητή οι αντίζηλοι επαγγελματίες θεατρογράφοι και κάποιοι ημιμαθείς δημοσιογράφοι, συνετέλεσαν στο να μη προχωρήσει εκείνος στην ολοκλήρωση ή τη σύνθεση άλλων μισογεννημένων ή αγέννητων δραμάτων, όπως είχε γνωστοποιήσει, και που θα είχαν ως τίτλους: Καλλίμαχος, Φονιάς, Λυτρωτής, Δάσκαλος, Διγενής Ακρίτας. Ευτυχώς όμως, που άλλοι επίσης σπουδαίοι ποιητές, όπως ο Σικελιανός ή ο Καζαντζάκης, αδιαφόρησαν για την κρίση των βάναυσων και φθονερών και προίκισαν τη θεατρική γραμματεία μας με μεγάλα θεατρικά κατορθώματα.

Δημοσθένης Γ. Γεωργοβασίλης


KEIMENA:

Κείμενα Ιστορίας
Πρόσωπα & Πράγματα
Πεζογραφία
Ποίηση
Παραδόσεις & Έθιμα
Ταξιδεύοντας
Προβληματισμοί
Index....
Πρόσωπα & Πράγματα

Κ. Στεργιόπουλου:  "Η Κινέζικη ποίηση και η περίπτωση του Π. Δήμα"

Κ. Τριανταφυλλίδη: "Ο Κ. Χατζόπουλος και το πνεύμα της μουσικής"

Κωνσταντίνα Μπάδα: "Οι καπνεργάτριες του Αγρινίου"

Γεωρ. Μεταλληνού: "Κοσμάς ο Αιτωλός"

Γιάννη Βλασόπουλου: "Κ. Χατζόπουλος,  ως δικηγόρος Αγρινίου"

Μάρκου Γκιόλια: "Κωνσταντίνος Χατζόπουλος"

Γιάννη Βλασόπουλου: "Πέτρου Δήμα: Ολίγο φως και μακρινό..."

Γιάννη Βλασόπουλου: "Η ελευθερία του λόγου..."

Ντίνου Χριστιανόπουλου: "Ένα περιστατικό με τον Θανάση Κυριαζή"

Έρη Σταυροπούλου: Όψεις του γενεθλίου τόπου στη λογοτεχνία του Κ. Χατζόπουλου

Χρυσούλας Σπυρέλη: ΑΘ. Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ, Ένας Ρουμελιώτης ποιητής του Μεσοπολέμου

Γιάννη Βλασόπουλου: Η θεατρική performance και η Κάτια Γέρου

Κώστα Τριανταφυλλίδη: "Η Ποίηση της πέτρας"

Γερ. Παπατρέχα: Ο βελανιδώνας Ξηρομέρου

Μεταξούλας Μανικάρου: Τα "Αιτωλικά Γράμματα" και ο Μάρκος Γκιόλιας

Χρυσούλα Σπυρέλη: Θ. Παπαθανασόπουλος Αγρίνιο 1948

Χρυσούλας Σπυρέλη: Ο Χρήστος Τζούλης και το περιοδικό Διαλεκτική στο Αγρίνιο (πρώτη περίοδος)

Χρυσούλας Σπυρέλη: Ο Ποιητής Γιάννης Νικάνθης (Γιάννης Κουφός) 

Ν. Μαλιάρα: Όταν ο Μανώλης Καλομοίρης μελοποιεί Κωνσταντίνο Χατζόπουλο

Ποίηση

Κωστή Παλαμά: "Βραχώρι"....

Κωσταντίνου Χατζόπουλου: Ποιήματα.

Γιάννη Ρίτσου: "Αναστάσιμο μνημόσυνο"...

Πάνου Χατζόπουλου: "Βραχωρίτικο"...

Γιάννη Υφαντή: Ποιήματα...

Θ. Κυριαζή: Ποιήματα

Π. Δήμα "Μπάρμπαρα"

 


Η ποίηση και οι ποιητές

 

Κώστα Τριανταφυλλίδη: "Η Ποίηση της πέτρας"

Π. Καπώνη: Έλλη Γιαννοπούλου

 Χρυσούλας Σπυρέλη: Ο Ποιητής Γιάννης Νικάνθης (Γιάννης Κουφός) 

Δημοσθένη Γεωργοβασίλη: Κωστής Παλαμάς, ο ποιητής της εθνικής αυτογνωσίας

 

Νέα Εποχή 2006 

Πρώτη σελίδα | Μνήμες | Εικόνες | Αξιοθέατα | Γειτονιές