Προβληματισμοί

 

Δημοσθένη Γεωργοβασίλη:

 

Η πολιτική διάσταση της υπόσχεσης

 

 

Κάθε πράξη είναι αποτέλεσμα της ορθής γνώσης. Γνώση νομιμοποιεί την τόλμη, η οποία είναι η αναγκαία προϋπόθεση για την πράξη, αφού πράξη είναι η εκτέλεση ενός σχεδίου, το οποίο στηρίζεται στην υπόθεση και φανερώνεται με την εγγύηση του ορθού λόγου. Η πράξη καινοτομεί και δεν βρίσκεται ποτέ στην οδό την πεπατημένη. Γι’ αυτό και προϋποθέτει την τόλμη. Η επανάληψη του σχεδίου, από την εφαρμογή του οποίου προέκυψε η πράξη, είναι «μίμησις πράξεως». Η μίμηση αυτή ενεργείται σύμφωνα με την αποκτημένη εμπειρία, είναι δηλ. ενέργεια και όχι πράξη.

Η πράξη λοιπόν προκύπτει ως σύζευξη της αποκρυσταλλωμένης πείρας με τη θεωρία του πιθανού. Γι’ αυτό κάθε πράξη τελείται με σύνεση, με λογισμό. Αλλά ο «λογισμὸς ὄκνον φέρει» κατά τον Θουκυδίδη. Αυτό συμβαίνει, διότι ό,τι σχεδιάζεται επί τη βάσει του λογισμού, όσο κι αν είναι καλοσχεδιασμένο, δεν παρέχει κανένα εχέγγυο απόλυτα ασφαλές, ότι η πραγμάτωσή του θα είναι πιστή εφαρμογή του σχεδίου, επειδή η πραγμάτωση του σχεδίου θα γίνει στο συνήθως πάντοτε αβέβαιο μέλλον, οπότε είναι ενδεχόμενο πολλά σημεία του σχεδίου να αλλάξουν ή να μην είναι πραγματοποιήσιμα. Στο σημείο αυτό έγκειται η τραγικότητα του ανθρώπου, ο οποίος, επειδή είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος, όπως λέγει ο Σαρτρ, γι’ αυτό πιέζεται, αναγκάζεται ή υποχρεώνεται να υποσχεθεί, να τάξει, να ορκισθεί στον εαυτό του ή προπάντων στους άλλους, να δεσμευθεί με όρους, ρήτρες και υποθήκες για την εμπρόθεσμη και ακριβή εκπλήρωση κάποιου σχεδίου.

Στην παραλλαγή του «Νεκρού αδερφού» ο Κωνσταντής, ο νεότερος ανάμεσα στους εννιά αδερφούς και στη μονάκριβη αδελφή,  την Αρετή, παρακαλεί τη μάνα του να παντρέψουν την Αρετή στα ξένα. Επειδή η μάνα έχει δισταγμούς για μια τέτοια πράξη, εκείνος επιμένοντας τής δίνει την υπόσχεση, και μάλιστα δεμένη με όρκο, στον οποίο έβαλε «τον ουρανό κριτή και τους αγιούς  μαρτύρους,  αν τύχει κι έρτει θάνατος, αν τύχει κι έρτει αρρώστια, αν τύχει πίκρα γή χαρά, εγώ να σου τη φέρω». Στον όρκο τούτο τίθεται ο λογισμός σε δεινή δοκιμασία. Ποιός σκέπτεται ορθότερα: η μάνα, που διστάζει να παντρέψει τη μοναχοκόρη της στην ξενιτειά, ή ο αδερφός, που νομίζοντας πως έχει εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του και στο μέλλον του αποτολμάει και δένεται με ένορκες υποσχέσεις; Αλλά όποιος υπόσχεται πολλά, ή δίνει λίγα ή δεν δίνει τίποτε. Και στους προδότες δίνονται μεγάλες υποσχέσεις, οι οποίες όμως δεν τηρούνται μετά την προδοσία, αφού κατά το λόγιον «την προδοσίαν πολλοί ηγάπησαν, τον προδότην ουδείς». Και ασφαλώς όποιος υπόσχεται πολλά και τελικά δεν δίνει τίποτε, αυτός είναι ο καλύτερος τεχνίτης της απάτης, οπότε αληθεύει η παροιμία «όπου ακούς πολλά κεράσια πάρε μικρό καλάθι».

Τα ονόματα της ακριβοθυγατέρας, που συχνάζουν μέσα στις διάφορες παραλλαγές αυτού του εξαίσιου δραματικού ποιήματος του λαού μας, είναι: Αρετή, Ευδοκία, Ειρήνη. Τρία ονόματα, που συνθέτουν ένα τρίπτυχο της ζωής του ανθρώπου ως ζώου πολιτικού, κοινωνικού και δημιουργικού. Οι τρεις μαζί αυτές ιδιότητες του ανθρώπου είναι ταυτόχρονα και προϋποθέσεις για την τέλεση κάθε πράξης. Με άλλα λόγια η πράξη έχει αποκλειστικά ηθικό περιεχόμενο και αποτελεί την ουσία της κοινωνίας, της προόδου και του πολιτισμού.

Έχει παρατηρηθεί πολύ εύστοχα ότι το τραγούδι αυτό είναι «κοινό πνευματικό αγώνισμα των λαών του Αίμου», μια και είναι αλήθεια ότι είναι πολύ προσφιλές και σ’ εκείνους τους λαούς. Και φαίνεται πως είχε δίκιο ο Ρήγας Βελεστινλής, όταν σχεδιάζοντας τη Χάρτα της Ελλάδας, όπως η χώρα έπρεπε να  αναγεννηθεί μετά την Επανάσταση, περιελάμβανε στο χάρτη εκείνο όλους τους λαούς της Βαλκανικής ως μια ομοσπονδία. Γιατί πρόκειται για τους λαούς εκείνους, των οποίων ο πολιτισμός μπορεί να σπονδυλώνεται με την αρετή τού ελληνικού πνεύματος, να εκφράζεται με την ευδόκιμη οικουμενικότητα του Βυζαντίου και να φτερώνει με την ελπίδα για μια παγκόσμια ειρήνη.

 

Αρετή και προαίρεση: Η «πολύμοχθος αρετή», όπως την ύμνησε ο Αριστοτέλης με τον περίφημο ύμνο, που είχε αφιερώσει στους Δελφούς προς τιμή του υποδειγματικώς βιώσαντος ενάρετου πεθερού του, του Ερμία, είναι «ἕξις προαιρετική, ἐν μεσότητι οὖσα τῇ πρὸς  ὑμᾶς ὡρισμένη  λόγῳ καὶ ὡς ἄν ὁ φρόνιμος ὁρίσειε» (: σταθερή ψυχική διάθεση που πηγάζει από την προαίρεση, η οποία διατηρείται πάντοτε σε μεσότητα, που προσδιορίζεται από το λόγο και μάλιστα όπως θα μπορούσε να ορίσει το λόγο ένας φρόνιμος. (Ηθικά Νικομάχεια, 1106 b 16).

Η προαίρεση, δηλ. η επιθυμία, που συνοδεύεται από τη σκέψη και αναφέρεται σε κάτι που εξαρτάται από τη δική μας εξoυσία (: «ἡ προαίρεσις ἄν εἴη  βουλευτικὴ ὄρεξις τῶν ἐφ’ ἡμῖν» Ἠθικά Νικ. 111-3'ia 11), είναι το κύριο συστατικό στοιχείο της αρετής. Πρέπει να θέλει να ζει ο άνθρωπος ενάρετα. «Ή αρετή», λέγει και ο Μονταίνι, «δεν θέλει να την ακολουθούμε παρά γι' αυτήν την ίδια». Κάθε σκοπιμότητα ως πρόθεση ή υστεροβουλία αποτελεί το προσωπείο της αρετής.

Ακριβώς σ' αυτή τη δυνατότητα, δηλ. στην ελευθερία του ανθρώπου να προαιρείται, ήτοι να επιλέγει ο ίδιος τους στόχους του και να ορίζει μόνος του τις ενέργειές του, έγκειται και η τραγικότητά του, δηλ. η ευθύνη του ως πολιτικού ζώου. Και η μεν αρετή προϋποθέτει την ύπαρξη στον χαρακτήρα του ανθρώπου κάποιου σταθερού πυρήνα, κάποιας δεδομένης αξίας, η οποία ρυθμίζει τις σκέψεις και τα διαβήματα του ανθρώπου˙ η ζωή εντούτοις αποτελείται από πράξεις ετερόκλητες και αντιφατικές, οι οποίες αποδείχνουν ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί όχι μόνο ένα σταθερό και μακρόπνοο πρόγραμμα βίου να καταστρώσει, αλλ’ ούτε μια και μοναδική πράξη να επιτελέσει, η οποία να είναι απαλλαγμένη από το αυθόρμητο και το τυχαίο. Διότι ζούμε κατά τύχη!

Ο Εμπεδοκλής μέμφεται τους Συβαρίτες, οι οποίοι διασκέδαζαν τόσο έντονα, ωσάν να αποχαιρετούσαν τη ζωή, δηλ. ωσάν την επόμενη ημέρα να επρόκειτο να πεθάνουν, έχτιζαν όμως τόσο στέρεα και πολυτελή σπίτια, ωσάν να επρόκειτο να ζήσουν αιώνια! Αυτή η αντιφατικότητα του ανθρώπου έχει ασφαλώς τους λόγους της.

Η προαίρεση λοιπόν λέγει ο Αριστοτέλης είναι «βουλευτική», δηλ. έχει να κάμει με τη σκέψη, με το λογισμό. Ο λογισμός, όταν η διάνοια λειτουργεί καθαρά, απαλλαγμένη από την επήρεια του συναισθήματος και των στοιχείων του υποσυνειδήτου, καταλήγει στα ίδια συμπεράσματα, όσες φορές κι αν στοχασθεί ο άνθρωπος επάνω στα ίδια προβλήματα. Το παράδειγμα του Σωκράτη, ο οποίος, ακόμη και λίγες στιγμές προτού να πιει το κώνειο, δεν άφηνε τον εαυτό του να παρακρούεται από τη συμφορά του, αλλά προσπαθούσε με νηφάλια σκέψη να συζητάει με τον Κρίτωνα το πρόβλημα της σταθερής πίστης στους νόμους, είναι ενδεικτικό.

 

Ο άνθρωπoc είναι λογικό ον, πράγμα που σημαίνει ότι σ' όποια ηλικία κι αν βρίσκεται, όποια κατάσταση κι αν αντιμετωπίζει, η λογική του πρέπει να παραμένει αταλάντευτη. Ο rigorismus  του Καντ, δηλ. η θεωρία της ηθικής αυστηρότητας και ακαμψίας, η οποία στηρίζει και την «Κατηγορική προστακτική» της πρακτικής φιλοσοφίας, δεν έχει σχέση με την ηθική ακαμψία του μωσαϊκού νόμου, αλλά στηρίζεται επάνω στη λογική ακρίβεια της κριτικής ορθολογιστικής θεωρίας, η οποία είναι σχεδόν ταυτόσημη με την καθαρότητα της μαθηματικής σκέψης. Στη δυνατότητα λοιπόν, που έχει ο άνθρωπος ως λογικά σκεπτόμενο ον να λέγει και να αποφασίζει βάσει της λογικής, έγκειται και η λειτουργία της προαίρεσης.

 

Ο άνθρωπος ως ζώο της υπόσχεσης: Ο  κοινωνικός χαρακτήρας του ανθρώπου είναι η παράμετρος εκείνη που προσδιορίζει και τη φιλοσοφία της υπόσχεσης. Αλλά τί είναι η υπόσχεση; Ο Νίτσε γράφει: «Ο άνθρωπος είναι το ζώο, που μπορεί να υπόσχεται». Προς ποιον και τί μπορεί να υπόσχεται; Υπόσχεται προς το συνάνθρωπό του αρχικά και υπόσχεται κάποιο πράγμα ή κάποια βοήθεια, που ο άλλος χρειάζεται, επιθυμεί και ζητάει. Αλλά η εκπλήρωση της υπόσχεσης παραπέμπει στο μέλλον. Άρα η υπόσχεση στηρίζεται στην εμπιστοσύνη, ερεθίζει τη φαντασία και εκτρέφει την ελπίδα. Αντίθετα, η αθέτηση της υπόσχεσης προκαλεί την αναξιοπιστία και την απογοήτευση, πυροδοτεί τα όπλα της οργής και θεριεύει την επιθετικότητα για τιμωρία του αθετητή της υπόσχεσής του.

Η υπόσχεση όμως προϋποθέτει κάποια παράκληση, κάποιο αίτημα. Κανείς δεν υπόσχεται στον άλλον κάτι, αν εκείνος δεν έχει τη χρεία του, αν εκείνος δεν έχει εκφράσει σχετικό αίτημα, εκτός και θέλει να τον εξαπατήσει. Με την υπόσχεση ο υποσχόμενος δίνει προκαταβολικά - προφορικά ή γραπτά – ό,τι του ζητήθηκε˙  στο χρόνο απομένει η εκπλήρωση ή η αθέτηση της υπόσχεσης. Άρα ο υποσχόμενος αναλαμβάνει εκούσια μιαν υποχρέωση, η οποία τον συνδέει στερεότερα με τον αποδέκτη της υπόσχεσης. Με τον τρόπο αυτό η υπόσχεση αποβαίνει μια χρονικά διαρκής βούληση για την εκπλήρωση του υπεσχημένου, ανεξάρτητα από την ενδεχόμενη μεταβολή των αυτομεταβαλλόμενων όρων του χρόνου και της ζωής. 

Η άτεγκτη λογική συνέπεια επιβάλλει το χρέος, να μένει σταθερός στο λόγο του, «να κρατάει το λόγο του» αυτός που έδωσε την υπόσχεση, και να μη γίνεται παλίμβουλος ή άστατος. Οι κοινωνικές και οι συναλλακτικές σχέσεις στηρίζονται στην αρχή της εμπιστοσύνης, η τήρηση δε της υπόσχεσης, μονομερούς ή αμοιβαίας,  δεν αποτελεί μόνον τον πλέον αξιόπιστο εγγυητή του ήθους του υποσχόμενου, αλλά και το κρηπίδωμα για τη στήριξη της Ηθικής. Πρέπει να γνωρίζεις πρώτα τί, πώς, πότε και για ποιο σκοπό θέλεις να πράξεις κάτι, επομένως και να υποσχεθείς για κάτι, και ύστερα θα κληθείς να δώσεις λόγο, ύστερα θα αξιολογηθεί ηθικά η υπόσχεσή σου. Επομένως η υπόσχεση πρωταρχικά είναι θέμα της Γνωσιολογίας και κατά δεύτερο λόγο της Ηθικής.

 

Ο σχετικισμός της υπόσχεσης: Η υπόσχεση δεν έχει σχέση με τα συναισθήματα, τα οποία είναι ευμετάβλητα και ασταθή. Και είναι λογικά α-νόητες οι υποσχέσεις, που δίνουν τα παιδιά προς τους γονείς, στους ωρίμους, ή οι όρκοι των ερωτευμένων, ή τα τάματα προς τους αγίους, διότι η τήρηση των υποσχέσεων αυτού του είδους αποτελεί ηθική οφειλή και όχι λογική αναγκαιότητα. Γι’ αυτό η ηθική οφειλή, που δεν διασφαλίζεται από τα εχέγγυα της λογικής συνέπειας, οδηγεί συχνά στην αθέτηση της υπόσχεσης, στη μη εκπλήρωσή της.

Είναι χαρακτηριστική η συμπεριφορά των ανακριτών ή και των δικαστών: αν η προσωπικότητα του μάρτυρα εμπνέει κάποιο ιδιαίτερο σεβασμό, εκείνοι υποδέχονται το μἀρτυρα με την παράκληση να καταθέσει ως μαρτυρία του «πάσαν την αλήθειαν» και επισφραγίζουν την συγκατάνευσή του με απλή χειραψία. Η χειραψία σημαίνει ότι ο μάρτυρας υπόσχεται ότι θα ανταποκριθεί στην παράκληση του δικαστή. Μέχρι του σημείου τούτου λειτουργεί η ηθική οφειλή.

Αν όμως κατά την πορεία της κατάθεσης διαπιστωθεί ότι ο μάρτυρας δεν τηρεί την υπόσχεσή του και ή ψεύδεται ή αποσιωπά την αλήθεια ή σιωπά ή αρνείται να αποκριθεί, αν δηλ. διαγνωσθεί δόλια προαίρεση του μάρτυρα, τότε η στάση κρίνεται ως αξιόποινη. Εδώ λειτουργεί ο τέταρτος νόμος της Λογικής, ο νόμος του αποχρώντος λόγου. Η τήρηση επομένως της υπόσχεσης επιβάλλεται από την πίεση της λογικής αναγκαιότητας.

Αλλά η υπόσχεση του Κωσταντή της μπαλλάντας του «Νεκρού αδερφού» ήταν μια υπόσχεση, που δόθηκε με αοριστία, αλλά και υπό την επήρεια των συναισθημάτων του: βιαζόταν να γίνει το θέλημά του και δεν έλαβε τον κόπο να σκεφθεί, να φαντασθεί κάπως τους κινδύνους και τις αντιφάσεις, μέσα στις οποίες θα τον ενέπλεκε η ασυλλόγιστα δοθείσα υπόσχεσή του. Και ιδού η αντιφατικότητα του προσώπου αυτού: Ο Κωσταντής (το όνομα Κωνσταντίνος, ως γνωστόν,  είναι ρωμαϊκό και προέρχεται από τη μετοχή constants, που σημαίνει «σταθερός») όφειλε να είναι σταθερός στις αποφάσεις του. Αλλά η εκτέλεση των υποσχέσεων δεν εξαρτάται πάντοτε με μαθηματική ακρίβεια από τις προθέσεις μας. Έπρεπε να γνωρίζει ο Κωνσταντής ότι η υπόσχεση και η τήρησή της είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Όφειλε να γνωρίζει ότι δεν έπρεπε να παρεμβάλλεται μεγάλο χρονικό διάστημα ανάμεσα στην υπόσχεση και στην εκπλήρωσή της, διότι «όσα φέρνει ή ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος», μια και τα ανθρώπινα είναι τόσο αβέβαια. Τόσο λιγότερο κινδυνεύει μια υπόσχεση να μείνει ανεκτέλεστη όσο συντομότερα επιχειρήσει κάποιος να την εκπληρώσει «ἅμ' ἔπος ἅμ' ἔργον». Και «κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρει». Επίσης όφειλε να γνωρίζει ο Κωσταντής ότι η αθετημένη υπόσχεση είναι ένα προμελετημένο έγκλημα. Μόνος αυτός μπορούσε να γνωρίζει ότι θα βρισκόταν μέσα στις δυνάμεις του ό,τι υποσχέθηκε. Επομένως έπρεπε να έχει υποσχεθεί κάτι το εφικτό, κάτι το γήινο, κι όχι κάτι ανέφικτο, όχι «τον ουρανό με τ' άστρα».

 

Οι κίνδυνοι της υπόσχεσης: Είναι αξιοπρόσεκτη η άποψη του Γάλλου ηθικολόγου La Rοchfoucault (1613-1680): «Υποσχόμαστε σύμφωνα με τις ελπίδες και τηρούμε τις υποσχέσεις μας σύμφωνα με τους φόβους μας», γράφει ο Γάλλος σοφός. Οι ελπίδες μας όμως και οι φόβοι είναι ασταθείς παράγοντες, ανίσχυροι να δεσμεύσουν έναν άνθρωπο, ώστε να παραμένει σταθερός μέχρι να εκπληρώσει την υπόσχεσή του. Γιατί, αν  οι ελπίδες μεταβληθούν, αν οι φόβοι αμβλυνθούν ή οξυνθούν, τότε και ο υποσχεθείς εύκολα ολισθαίνει προς την κατωφέρεια της παράβασης ή της αθέτησης.

Είπαμε παραπάνω ότι η υπόσχεση συνιστά μια πνευματική σχέση, ιδρύει μια διαπροσωπική επικοινωνία μεταξύ εκείνου, που εκφράζει την παράκληση, και εκείνου που απαντά με υπόσχεση. Η σχέση αυτή λογικά είναι αμφοτεροβαρής. Συνεπώς έχει δίκιο ο Λέσσιγκ, όταν θεωρεί στον ίδιο βαθμό συνυπεύθυνους τους κοινωνούς της υπόσχεσης: «Κι οι δύο μονάχοι τους ζημιώνονται: κι εκειός που τάζει τα πολλά κι όποιος δε στέργει λίγα». Γιατί και οι δυο τους θα πρέπει να γνωρίζουν - και είναι σ' ολόκληρο τον κόσμο ξακουστό – πως «όποιος υπόσχεται πολλά κρατάει λίγα». Όποιος υπόσχεται βουνά περσικού χρυσού, όποιος δηλ. «τάζει λαγούς με πετραχήλια», είναι κατεργάρης, είναι σκέτος παλιάνθρωπος.

 

Τα πολλά «θα» και η αθέτησή τους:  Τα πολλά «θα», που συνήθως εκφωνούνται σε προεκλογικές συγκεντρώσεις αφελών ψηφοφόρων από κάποιους ασυνείδητους, αμοραλιστές και λαοπλάνους πολιτικούς του αρριβισμού, ή που δίνονται αφειδώς από φλογερούς εραστές, είναι ψηφίδες, που συνθέτουν το πορτραίτο του τρελού. Αλλά ο «τρελός είναι έξυπνος», λέγει ο Γκαίτε στο Φάουστ ΙΙ, «γιατί υπόσχεται στους πάντες ό,τι ο καθένας του ποθεί». Έτσι με τις άμετρες υποσχέσεις του διαανοίγει στον καθένα μια προοπτική για το μέλλον, τους σπρώχνει μέσα σε μια εορταστική ατμόσφαιρα ευφορίας, τους μεθάει με τα αρώματα και τα ηδύποτα της τρυφής και τους παραδείσους της ευτυχίας, ενώ αυτός με την ησυχία του λυμαίνεται τη δική τους τιμή και τρυγάει το δικό τους βιός.

Γι’ αυτό όποιος υπόσχεται εύκολα κι επιπόλαια, αυτός γνωρίζει εκ των προτέρων ότι γρήγορα κι εύκολα θα λησμονήσει την υπόσχεσή του. Όποιος με τα λόγια του και την εν γένει συμπεριφορά του δημιουργεί στον άλλον ελπίδες, πως τάχα  θα του προσπορίσει κάποια ωφέλεια, πως δήθεν θα τον βοηθήσει να κατακτήσει κάποιο αγαθό, αυτός είναι ένας κοινός απατεώνας, διότι εξαργυρώνει την εμπιστοσύνη, που του έδειξαν οι άνθρωποι της ανάγκης, με αναξιοπιστία, την ελπίδα με απογοήτευση, τη βεβαιότητα με απάτη.

Είναι ορθός ο λόγος που λέει «όποιος πληρώνει με υποσχέσεις πληρώνει με ζωγραφιστό χρήμα». Αυτός λοιπόν που δεν τηρεί την υπόσχεσή του, είναι παραχαράκτης της εντιμότητας, είναι κιβδηλοποιός της ειλικρίνειας, ίσως είναι και εχθρός εκείνου, στον οποίο εμπιστεύθηκε τις ακάλυπτες επιταγές της μεγαλοψυχίας του, δηλ. εκμεταλλεύτηκε την ευπιστία του και του έταξε «ψάρια στο γιαλό». Αυτή η ανειλικρίνεια καταργεί την εμπιστοσύνη και εκτρέφει την αναξιοπιστία. Τότε θρασομανάει η αποθηρίωση των ανθρώπων, ο οποίοι περιέρχονται σε εμπόλεμη κατάσταση.

Δημοσθένης Γ. Γεωργοβασίλης