O XΑΡΙΔΗΜΟΣ ΤΣΟΥΚΑΣ

 



Ο Χαρίδημoς Κ. Τσούκας γεννήθηκε το 1961 στο Καρπενήσι. Σπούδασε στην Πολυτεχνική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και, αργότερα, εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή στην κοινωνιολογία των οργανώσεων στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ. Έχει εργασθεί στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και στα Πανεπιστήμια Μάντσεστερ, Έσσεξ και Στραθκλάιντ της Βρετανίας. Σήμερα είναι καθηγητής Οργανωσιακής Θεωρίας στo ΑLΒΑ (στην ερευνητική θέση «Γεώργιος Δ. Μαύρος») και στο University of Warwick (Βρετανία), καθώς και διευθυντής (Editor-in-Chief) του διεθνούς επιστημονικού περιοδικού Organization Studies. 
Δεκάδες εργασίες του έχουν δημοσιευθεί σε διακεκριμένα διεθνή ακαδημαϊκά περιοδικά διοικητικών και κοινωνικών επιστημών. Έχει συγγράψει τα βιβλία: Αν ο Αριστοτέλης ήταν διευθύνων σύμβουλος (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2005, 2η έκδοση),Complex Knowledge: Studies in Organizational Epistemology (Oxford University Press, 2005, 2η έκδοση) και Κατευθύvσεις για τη μεταρρύθμιση τoυ Κράτoυς (με τον Δ.Β. Παπούλια, Εκδόσεις Κασταvιώτη, 1998). Έχει
 συνεπιμεληθεί ταβιβλία The Oxford Handbook of Organization Theory: Meta-theoretical Perspectives (Oxford University Press, 2003), Organizations as Knowledge Systems (με τον Ν. Μυλωνόπουλο, Palgrave Macmillan, 2004) και Managing the Future: Foresight in the Knowledge Economy (μετη Jill Shepherd, Blackwell, 2004). 
Είναι συνεργάτης των εφημερίδων Το Βήμα και Κέρδος (και παλαιότερα τουΟικονομικού Ταχυδρόμου), επιστημονικός σύμβουλος της Ελληνικής Εταιρίας Ανωτάτων Στελεχών Επιχειρήσεων και διευθύνει τη σειρά βιβλίων «Διοίκηση» στις Εκδόσεις Καστανιώτη. 
Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τη διαχείριση της οργανωσιακής γνώσης και μάθησης, τη διαχείριση αλλαγών και μεταρρυθμίσεων, τη σχέση θεωρίας και πράξης στις κοινωνικές επιστήμες (με έμφαση στην οργανωσιακή-διοικητική επιστήμη) και επιστημολογικά θέματα σχετικά με την ανάπτυξη των διοικητικών και κοινωνικών επιστημών. Η οπτική του γωνία είναι αυτή της μετα-ρασιοναλιστικής φιλοσοφίας και της επιστήμης της πολυπλοκότητας. Μακροπρόθεσμος ερευνητικός στόχος του είναι η συμβολή αφενός μεν στη διαμόρφωση μιας νεο-αριστοτελικής θεωρίας της οργάνωσης, αφετέρου δε στη δημιουργία σύνθετων μορφών κατανόησης των διοικητικών και κοινωνικών φαινομένων.

  

Προβληματισμοί

Χαρίδημου Τσούκα:

Ο Αϊχμαν, ο Κουφοντίνας και η κοινοτοπία του κακού

 

ΣΤΙΣ 11 ΜΑΪΟΥ 1960, ο Οτο Αντολφ Αϊχμαν, αξιωματικός των Es Εs οργανωπκός υπεύθυνος για την «Τελική Λύση» - τη μαζική εξόντωση έξι εκατομμυρίων Εβραίων στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης - συνελήφθη σε προάστιο του Μπουένος Αϊρες και προσήχθη στο Ισραήλ προκειμένου να δικασθεί για τα εγκλήματα του. Η δίκη άρχισε στις 11 Απριλίου 1961 και το κατηγορητήριο περιελάμβανε 15 κατηγορίες, μεταξύ των οποίων εγκλήματα κατά του εβραϊκού λαού, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και εγκλήματα πολέμου, τα οποία, σύμφωνα με τον Νόμο του 1950 περί συνεργασθέντων με τους ναζί, επέσυραν τη θανατική ποινή.

Τη δίκη του Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ κάλυψε για το περιοδικό «New Yorker» η Χάνα Αρένr, εβραιογερμανίδα εμιγκρές και διακεκριμένη πολιτική φιλόσοφος. Λίγα χρόνια αργότερα, η Χάνα Αρέντ επεξεργάσθηκε περαιτέρω τα άρθρα της και τα εξέδωσε σε βιβλίο με τίτλο «Ο Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ: Μια αναφορά για την κοινοτοπία του κακού {«Eichman in Jerusalem: A Report on the Banality of Evil», Penguin, 1964). Πρόκειται για σημαντικό βιβλίο, κυρίως διότι πραγματεύεται αυτό που αποκαλύπτει ο υπότιτλος - την κοινοτοπία του κακού, Ο Αϊχμαν ήταν ένας κοινός άνθρωπος: δεν ήταν παράφρων, ούτε μανιακός ούτε σαδιστής ούτε διεστραμμένος. Όπως ανέφερε σκωπτικά ένας από τους έξι ψυχολόγους που τον εξέτασαν, ο Αϊχμαν είναι «περισσότερο κανονικός από ό,τι ήμουν εγώ μετά την εξέταση».

 

Η  ΔΙΕΙΣΔΥΤΙΚΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ της Αρέντ για την κοινοτοπία του κακού» μας βοηθάει να καταλάβουμε καλύτερα την κοινοτοπία του εγχώριου κακού - την οικειότητα που αποπνέουν οι συλληφθέντες τρομοκράτες της «17Ν». Οι αδελφοί Ξηροί, για παράδειγμα, θα μπορούσαν να είναι οι άνθρωποι του διπλανού διαμερίσματος. «Καλά παιδιά», «ευγενικοί», «κανονικοί» άνθρωποι, όπως κατά κόρον διατείνονταν οι γείτονές τους. Ο Κουφοντίνας ήταν ένας στοργικός πατριός. Τέτοιος ήταν και ο Αϊχμαν. Ένας κοινός, κοινότατος άνθρωπος. Φιλήσυχος, ευγενέστατος, εξαίρετος γείτονας. Η ζωή του, επί χρόνια μετά το Ολοκαύτωμα, ήταν η τυπική ζωή ενός καλλιεργημένου μικροαστού. Και όμως, ο άνθρωπος αυτός υπήρξε ο εκτελεστής του γιγαντιαίου σχεδίου του Τ' Ράιχ για τη γενοκτονία των ευρωπαίων εβραίων.

Τα γνωστά ψυχολογικά πειράματα του Στόνλεϊ Μίλγκραμ στην Αμερική, τη δεκαετία του 1970, έδειξαν ότι ακόμη και οι πλέον κοινοί άνθρωποι είναι ικανοί για το κακό. Η Αρέντ, ο Μίλνκραμ, αλλά και αρκετοί ανθρωπολόγοι που μελέτησαν τις εθνοτικές φρικαλεότητες στην πρώην Γιουγκοσλαβία και στη Ρουάντα, μας βοήθησαν να καταλάβουμε ότι η ψυχή του καθενός μας περιέχει ένα «μαύρο κουτί», του οποίου το περιεχόμενο ούτε εμείς οι ίδιοι γνωρίζουμε πλήρως. Σε περιστάσεις όπου ευνοείται, π.χ., η αναντίρρητη υπακοή στην εξουσία, ή παρουσιάζεται η ευκαιρία για την ικανοποίηση ενός καταπιεσμένου αισθήματος υπεροχής, ή καλλιεργείται ένα ιδεοληπτικό μίσος για τον εχθρό-σύμβολο, κάθε «κανονικός» άνθρωπος είναι κατ' αρχήν ικανός να μεταμορφωθεί σε βασανιστή και δολοφόνο. Το σπέρμα υπάρχει, το έδαφος και το κλίμα διαφέρουν.

Η κοινοτοπία του Αϊχμαν, της Μάινχοφ, του Μαλλιού και των Ξηρών υπογραμμίζει ότι ο τρομοκράτης ο βασανιστής και ο δολοφόνος είναι εν δυνάμει μέσα μας, ελλοχεύει στα άδυτα της ψυχής μας, γι’ αυτά και πρέπει να θέτουμε τις πράξεις μας και τα κίνητρά μας σε έλεγχο - τόσο δικό μας όσο και των άλλων. Δεν πρέπει να εμπιστευόμαστε υπερβολικά τον εαυτό μας, και κατ' επέκταση τις πεποιθήσεις μας, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν τον γνωρίζουμε πλήρως και ούτε ποτέ θα τον γνωρίσουμε πλήρως. Ο βρετανός ψυχαναλύατε Ανταμ Φίλιπε εύστοχα παρατηρεί ότι, όπως είμαστε σε διαρκή διάλογο με τον εαυτό μας προκειμένου να αποσαφηνίσουμε τα κίνητρά μας και να κρίνουμε τα αποτελέσματα των πράξεών μας, έτσι και στη δημοκρατία είμαστε σε διαρκή διάλογο μεταξύ μας προκειμένου να προαγάγουμε την αμοιβαία κατανόηση και να συνεννοηθούμε για τον δέον γενέσθαι. Η πολιτική εγκράτεια και η ανοχή επιβάλλονται από τα πεπερασμένα όρια της αυτογνωσίας μας.

 

Ο ΑΥΤΟΕΛΕΓΧΟΣ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ανοχή είναι αυτά που απελπιστικά απουσιάζουν από τους τρομοκράτες. Είναι τόσο βέβαιοι για τις πεποιθήσεις τους που δεν διστάζουν να σκοτώσουν γι αυτές. Αρνούνται να υπαχθούν στους κανόνες της δημοκρατικής πολιτείας, με το επιχείρημα ότι αυτοί οι κανόνες  εξυπηρετούν συστηματικά τους ισχυρούς. Αρνούμενοι να υπαχθούν στους κανόνες της δημοκρατικής πολιτείας, τη συμμετοχή τους στον έλλογο δημόσιο χώρο, ο οποίος φυσικά δεν μοιάζει με έναν επίπεδο γεωμετρικό χώρο (αυτό μόνο στη σφαίρα της ουτοπικής σκέψης συμβαίνει), αλλά με ένα ιστορικά διαμορφωμένο ανώμαλο οροπέδιο, αρνούνται να θέσουν τις πεποιθήσεις τους στην κρίση των άλλων. Σχηματίζουν, κατά συνέπεια, ένα αυτοαναφορικό σύστημα αξιών, την ορθότητα του οποίου θεωρούν αυταπόδεικτη, ουδόλως διερωτώμενοι για την εγκυρότητα και τα όριά του. Οι τρομομοκράτες είναι υβριστές με την κλασική έννοια του όρου: δεν θεωρούν ότι υπάρχει το ενδεχόμενο να κάνουν λάθος (και η ευθύνη του αυτοελέγχου και αυτοπεριορισμού που απορρέει από το ενδεχόμενο αυτό), ούτε διακρίνουν πιθανές σκοτεινές πλευρές στα κίνητρά τους. Οι πεποιθήσεις τους είναι το μόνο σημείο αναφοράς τους. Γι' αυτό, άλλωστε, ο τελικός σκοπός τους δεν είμαστε εμείς οι «παραπλανημένοι» πολλοί με την «ψευδή συνείδηση», που αδυνατούμε να δούμε την «ουσία» των πραγμάτων, αλλά η Ιστορία, ή ο Θεός - δηλαδή κανένας!

Όταν ο Αϊχμαν ερωτήθηκε στο δικαστήριο αν ομολογεί την ενοχή του, αρνήθηκε λέγοντας: «Δεν είμαι ένοχος με την έννοια που διατυπώνεται στο κατηγορητήριο». Αυτό ακριβώς ισχυρίσθηκε και ο Κουφοντίνας στο υπόμνημά του στον ανακριτή: «Αρνούμαι το κατηγορητήριο ως έχει, καθώς και τις πράξεις που μου αποδίδονται όπως περιγράφονται σε αυτό» («Τα Νέα», 9.11.2002, υπογράμμιση δική μου). Προσέξτε ότι, όπως ο Αϊχμαν, ο Κουφοντίνας δεν αρνείται συνολικά το κατηγορητήριο (δεν θα μπορούσε, άλλωστε, να το κάνει, για λόγους στοιχειώδους λογικής συνέπειας, από τη στιγμή που ομολόγησε τη συμμετοχή του στη «17Ν»), αλλά την παρούσα εκδοχή του - το αρνείται «ως έχει». Υπονοεί ότι, αν το κατηγορητήριο ήταν διατυπωμένο διαφορετικά, ενδέχεται να το αποδεχόταν. Δεν μας είπε, βέβαια, ποια θα έπρεπε να είναι η σωστή διατύπωση του κατηγορητηρίου και πως θα την καταλαβαίναμε εμείς οι υπόλοιποι. Θα απαριθμούσε διαφορετικά εγκλήματα; Αν ναι, αυτό δεν αλλάζει ηθικώς τα πράγματα - θα εξακολουθούσε να βαρύνεται με κάποιες εγκληματικές πράξεις. Θα αρνούνταν ολοσχερώς τα εγκλήματα με τα οποία κατηγορείται; Λίγο δύσκολο, αφού η ίδια η «17Ν» ανέλαβε την ευθύνη για αρκετές δολοφονίες.

 

Η ΠΙΘΑΝΟΤΕΡΗ ΕΚΔΟΧΗ είναι ότι ο Αϊχμαν και ο Κουφοντίνας αντιλαμβάνονται διαφορετικά την έννοια της εγκληματικής πράξης και την ευθύνη που απορρέει από αυτήν. Πώς την αντιλαμβάνονται; Πώς θα καταλάβουμε εμείς οι υπόλοιποι τις ιδιόμορφες αναλήψεις τους; Διότι, αν δεν τις καταλάβουμε, πώς θα ξέρουμε, και πώς θα ξέρουν και οι ίδιοι, αν πράγματι ακολουθούσαν κάποιους κανόνες στη δράση τους, η παράβαση των οποίων στοιχειοθετεί τα κατηγορητήριο; Πολύ απλά, πώς γνωρίζουμε, και πώς γνωρίζουν και οι ίδιοι, ότι δεν αυταπατώνται; Ότι οι λόγοι που επικαλούνται δεν αποτελούν βολική εκλογίκευση για να βγουν από τη δύσκολη θέση; Το πιθανότερο είναι ότι ο Αϊχμαν και ο Κουφοντίνας θα αποδέχονταν ένα κατηγορητήριο που θα συνέτασσαν μόνο οι ίδιοι - δηλαδή, κανένα! Αυτή ακριβώς είναι η ουσία της αυτο-αναφορικής συμπεριφοράς η αποφυγή του «λόγον διδόναι», η άρνηση της πιθανότητας να κάνεις λάθος, η απόρριψη του «κοινού λόγου» της πόλεως και η ad hoc επίκληση κάποιων ιδιωτικών κριτηρίων για την αιτιολόγηση της ατομικής συμπεριφοράς.

Ο συνήγορος του Αϊχμαν ανακοίνωσε στο δικαστήριο ότι «ο Αϊχμαν αισθάνεται ένοχος ενώπιον του Θεού, όχι ενώπιον του Νόμου». Μπορώ, αντιστοίχως, να φαντασθώ ευφραδή συνήγορο του Κουφοντίνα να ισχυρίζεται ότι τον πελάτη του θα τον κρίνει, τελικά, «η Ιστορία», όχι η «αστική» δημοκρατία. Σε κάθε περίπτωση, ο τρομοκράτης επιμένει να θέτει τις πράξεις του όχι στην κρίση των συμπολιτών του, μέσα από τους διαμορφωμένους σχετικούς θεσμούς, αλλά στην κρίση κάποιας μεταφυσικής οντότητας, πέρα και πάνω από την κοινωνία. Έχοντας ήδη θέσει με τη δράση του τον εαυτό του εκτός της κοινωνίας, ολοκληρώνει τον λογικό κύκλο του, αρνούμενος να ορίσει τις πράξεις του με την ισχύουσα γλώσσα της κοινωνίας και, περαιτέρω, να τις θέσει σε δημόσια κρίση.

Αν και η λογική του είναι αυτοαναφερόμενη («θα με κρίνετε με τα δικά μου κριτήρια») αδυνατεί, ωστόσο, να είναι συγχρόνως λογικά συνεπής μέχρι τέλους: ζητεί μια «δίκαιη δίκη» - επικαλείται δηλαδή τις αξίες της πόλεως, τις οποίες, ωστόσο, η τρομοκρατική δράση του συστηματικά υπονόμευε. Η παράδοξη θέση των τρομοκρατών - υπονομεύουν την πόλιν, αρνούνται τους νόμους της και τη γλώσσα της, αλλά συγχρόνως επικαλούνται τους περί δικαίου κανόνες της  προκειμένου να αποκομίσουν οφέλη - είναι η καλύτερη συνηγορία υπέρ της βαθύτατα και ανεξάλειπτα κοινωνικής φύσης του ανθρώπου. Ως έλλογα όντα είναι αδύνατον να αποχωρήσουμε από την κοινωνία, δεν μπορούμε να ιδιωτεύσουμε. Οποιος το έκανε, περιέπεσε σε κραυγαλέες αντιφάσεις. Όπως ακούραστα τόνιζε ο αείμνηστος Κορνήλιος Καστοριάδης, όλα διακυβεύονται, εδώ, στον κοινωνικό χώρο, εις την πόλιν. 0 λόγος και ο διάλογος είναι τα εργαλεία του πολίτη, οι καταστροφές και οι δολοφονίες είναι τα εργαλεία του τρομοκράτη.