Πρόσωπα & Πράγματα:

Κώστα Τριανταφυλλίδη:

Δράμα σε τόνο ελάσσονα

(ή ο Παλαμάς "αντιπαλαμικός")


Κωστής Παλαμάς

Ο ΚΩΣΤΗΣ Παλαμάς, ο πληθωρικός καί ποικιλότροπος, είναι, αναμφισβήτητα, μια επιβλητική μορφή στα νεοελληνικά Γράμματα. H άκρα του ευαισθησία, συνδυασμένη με την τεράστια, αφομοιωτική δύναμη, καί η αγρυπνία του πνεύματός του, ενισχυμένη από μιαν οξύτατη συνείδηση του καιρού καί του τόπου, έδωσαν ένα έργο επιβλητικό σέ όγκο καί πλούσιο σε τρόπους καί ρυθμούς, που εκφράζει τις επώδυνες αντιθέσεις της ατομικής ψυχής καί — ευρύτερα «χρονογραφεί» την πορεία τοΰ ελληνικού καί τοϋ ευρωπαϊκού πνεύματος (1) .

Άλλ’ άν ή πνευματικότητα του παλαμικοΰ έργου — συνολικά θεωρημένου — είναι αναμφισβήτητη, η καθαρά ποιητική του ουσία δεν κερδίζει τήν ανεπιφύλαχτη αναγνώριση. Δεν είναι τής ώρας νά αναπτύξουμε τό θέμα. Είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο τής παλαμικής φιλολογίας, πού ανοίγει μέ τήν κατάφαση καί τον ενθουσιασμό καί προχωρεί στήν επιφύλαξη καί κάποτε τή σκληρή καί απόλυτη άρνηση (2) . Τούτο μόνο λέμε: Το μεγαλύτερο μέρος τοΰ έργου αυτού, θεωρημένο τουλάχιστο μέ τά κριτήρια τής «καθαρής» ποιήσεως (3) — καί τέτοια είναι η ποίηση όπως τήν εννοούμε απ’ τον Baudelaire καί δώθε — είναι «αντιποιητικό».

'Ωστόσο δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις πού ο Παλαμάς, υπερνικώντας τη γνωστή του μεγαληγορία καί την «Καταθλιπτική» πολυμάθεια καί λογιότητα, καταλήγει σέ καθαρά λυρικές συμπυκνώσεις καί γνησιώτατες καί ακρότατες» υποστασιακές αποκρυσταλλώσεις. Μια τέτοια ευτυχισμένη στιγμή θαρρώ πώς είναι το ποίημά του «Ρόδου μοσχοβόλημα» — αληθινό διαμάντι τής «Πολιτείας καί Μοναξιάς»:

Ρ ό δ ο υ   μ ο σ χ ο β ό λ η μ α

Εφέτος άγρια μ’ έδειρεν η βαρυχειμωνιά,

που μ’ έπιασε χωρίς φωτιά και μ’ ηύρε χωρίς νιάτα,

κι ώρα την ώρα πρόσμενα να σωριαστώ βαριά

στη χιονισμένη στράτα.

 

Μα χτες καθώς με θάρρεψε το γέλιο του Μαρτιού

και τράβηξα να ξαναβρώ τ’ αρχαία τα μονοπάτια,

στο πρώτο μοσκοβόλημα ενός ρόδου μακρυνού

μου δάκρυσαν τα μάτια.

(1905)

Τί να πρωτοθαυμάση κανείς: την αμεσότητα του βιώματος ή την άρτια και «οριστική» ποιητική απόδοση; Την αποκαλυπτική καθαρότητα του νοήματος ή την άκρα πυκνότητα καί «εγκράτεια» των εκφραστικών μέσων; Θαρρώ πώς η ποίηση του Παλαμά ευρίσκεται εδώ σέ μια πολύ ευτυχισμένη της ώρα! ”Ας επιχειρήσωμε, λοιπόν, μια προσέγγιση. Ή Τέχνη — κι ολόκληρη η πνευματική ζωή -— είναι μια αναίρεση τής αδράνειας καί τής ακηδίας του πνεύματος. Ό πνευματικός άνθρωπος διασπά τον ασφαλιστικό καί επαναπαυτικό περίβολο τής «μακαριότητας» καί εισέρχεται πιά στο χώρο της διακινδυνεύσεως. Ή ζωή τότε αποκτά (ή πλουτίζεται με) το αίσθημα τής ανεστιότητος καί της μοναξιάς καί ακροβατεί πάνω άπ’ το κενό του απιθάνου καί του επωδύνου (4).

Άλλ’ άν ο πόνος ευρίσκεται στον πυρήνα κάθε δημιουργικού οίστρου, τότε ή βίωση του «τραγικού» (ή, τουλάχιστο, μιας «στερήσεως») είναι απαραίτητη για να λειτουργήση αισθητικά ή ψυχή μας. Καί το τραγικό στο «Ρόδου μοσκοβόλημα» είναι τα γηρατειά.

Ή πρώτη στροφή κυριαρχείται απ’ τη βαρειά καί παγερή πραγματικότητα των γηρατειών. 'Όλα συντελούν σ’ αυτό (μετουσιωμένα, φυσικά), καί τα νοήματα, καί οι εικόνες, καί οι ήχοι: «άγρια», «έδειρεν», «βαρυχειμωνιά», «χωρίς φωτιά», «χωρίς νιάτα», «σωριαστώ», «βαριά» — τί θανάσιμο βάρος! Και νάναι τάχα τυχαίο ότι στην πρώτη στροφή ηχεί ό «ανοιχτός» φθόγγος «α», πού στην αίσθηση πολλών μπορεί να συνδυαστή με τη λευκότητα καί παγερότητα του χιονιού;

Άλλα το γήρας δεν είναι ικανό να προκαλέση μόνο του το δράμα. Τό δράμα γεννιέται απ’ τή στιγμή πού το γήρας θά λάβη  σ υ ν ε ί δ η σ η  τού εαυτού του. Κι αυτό συντελείται  μ ε  τ α  ν ι ά τ α !  Ή αντιπαράθεση τοΰ λαμπερού έαρος στο ζοφερό φθινόπωρο δημιουργεί το μέγα χάσμα. Τρέμει τότε καί ριγεί ή ψυχή καθώς μετεωρίζεται πάνω από την άβυσσο καί αναλογίζεται το μέγεθος τής απώλειας. Τόσο δα να κινηθή καί είναι ολότελα χαμένη...

Γιατί δεν υπάρχει οδυνηρότερη πενία απ το αντίκρυσμα της πλησμονής καί σπαραχτικώτερη αναχώρηση στη χώρα του ζόφου από εκείνη, σαν πού ταράσσουν γλυκά τις αισθήσεις τα έλκυστικώτερα καί μεθυστικώτερα καλέσματα τής άνοίξεως. Τότε το (απλά) τραγικό γίνεται τραγωδία!...

Καί ιδού: "Αν στην πρώτη στροφή κυριαρχή η βαρειά καί καταθλιπτική ευθεία, στη δεύτερη (πού εισάγεται με τον αντιθετικό σύνδεσμο) διαγράφεται μια διακριτική καί ανάλαφρη εορταστική καμπύλη. Οι τόνοι εδώ είναι «ζεστότεροι», προσηνέστεροι καί «αγαπητικώτεροι». Μια συγκρατημένη ευφροσύνη κυριεύει τα πάντα καθώς ξυπνούν μέσα σέ ευτυχισμένο απαλώτατο φώς. Τί εράσμιο εκείνο το χαμόγελο του Μαρτιού (αφού θαρρύνει) καί πώς απευθύνουν τα πλάσματα δειλά καλέσματα αγάπης! Κι όμως...

... “Όποιος έζησε μιάν ελληνική άνοιξη είδε τα έαρα να ανεβαίνουν στούς λόφους καί το χελιδονάκι νά σπαθίζη το ζαφειρένιο ουρανό.  Έζησε τη μακάρια ώρα πού ανθίζει ή αγριοβιολέττα, καί τα περιβολάκια καί οι γλάστρες πλημμυρίζουν με λογής μυριστικά. Όποιος άπλωσε το βλέμμα του πάνω απ’ τη φωτεινή ειρήνη του πελάγου ή πλανήθηκε σέ δάση γιομάτα με κελαηδισμούς κι αρώματα, αυτός ίσως μπόρεσε να ερμηνέψη καί τη βαθύτατη υπαρξιακή μελαγχολία πού δυναστεύει την ψυχή τού ποιητικού ανθρώπου...

***

Ό     Παλαμάς «περιφρουρεί» το δράμα, διατηρεί δηλαδή καί αρτιώνει την αισθητική του υπόσταση, με δυο έξοχους ποιητικούς τρόπους: την α π ό σ τ α σ η καί τη  σ ι ω π ή.

Το ρόδο — σύμβολο τής ζωής μέσα στο πολύβοο δάσος των παλαμικών συμβόλων -— είναι «μ α κ ρ υ ν ό»! Το κάλεσμα δηλ. τής ζωής δεν έχει τη βαναυσότητα καί «χυδαιότητα» τής αμεσότητος — πού απωθεί. Έχει τη διάκριση καί τη μαγική αοριστία τής α π ο σ τ ά σ ε ω ς — πού ελκύει (5). Δεν είναι η βοή, πού αιφνιδιάζει καί επιβάλει είναι το μ ή ν υ μ α, πού α π ε υ θ ύ ν ε τα ι. "Αν ή βοή πλήττη, ως κεραυνός, καί καταλύη, το μ ή ν υ μ α  γίνεται αισθητό ως χάδι καί έμψυχοί...

(Υπάρχει μια ωραία διαλεκτική σχέση ανάμεσα σ’ αυτόν πού αγαπά καί σέ κάτι πού αγαπιέται. Όσο πιο αγνός καί ανυστερόβουλος είναι ο έρως, τόσο διαθέτει τη μαγική δύναμη να μεταθέτη το αντικείμενό του σ’ ένα «μακρυνό» καί ιδεατό χώρο, ώστε — με μιαν έξοχη παιδικότητα — ν ά   τ ό   θ α υ μ ά ζ η!  Έτσι όμως το αγάπημα, περιβεβλημένο από μιαν αχλύν ονείρου, γίνεται πιο αξιέραστο καί τελικά πιο κυριαρχικό...).

Άλλα το μοναδικό ποιητικό αποτέλεσμα ολοκληρώνεται καί με τη «σιωπή».

Η ποίηση — κι ολόκληρη η Τέχνη — είναι μία μεγάλη, σεπτή σιωπή. ’Όχι γιατί δε χρησιμοποιεί τούς ήχους, αλλά γιατί χρησιμοποιώντας τους τούς υ π ε ρ β α ί ν ε ι (6) . Είναι μια υπέρβαση καί μετουσίωση των πρώτων στοιχείων πού επιτυγχάνεται με τη θερμή ποιητική ιδιοσυγκρασία, αλλά καί την άσκηση καί την αυστηρή εσωτερική πειθαρχία.

Άν αυτό ισχύη για όλη την ποίηση, πολύ περισσότερο ισχύει για τη λυρική, ένα είδος πού, από τη φύση του, είναι πάντα στραμμένο «προς τα έσω». (Είναι τούτο ένα φαινόμενο πού, πέρα απ’ την αισθητική, εκφράζει, ας πούμε, καί μιαν «υπαρξιακή αγνότητα») .

Είναι αξιοπρόσεχτο ότι ο Παλαμάς, ο συχνά ρητορικός καί περισσολόγος, παρουσιάζει εδώ μια θαυμαστή εγκράτεια εκφραστικών μέσων. Κανένας πλατειασμός δεν έρχεται να «προδώση» τον πυρήνα τού βιώματος καί κανένα «βιβλιακό» στοιχείο δεν παρεμβάλλεται για να αλλοιώση την καθαρότητα καί παρθενικότητα τής αρχικής εμπνεύσεως. Καί να το αποτέλεσμα: τούτη η «συμπυκνωμένη» ποίηση εξακτινώνεται μέσα μας σέ ποικιλόχρωμες λάμψεις καί ορχηστρώνεται τελικά σέ μια πολύφθογγη καί πολυσήμαντη μουσική!...

’Αλλά εκεί όπου κορυφώνεται ο ελάσσων τόνος είναι το «δάκρυ». Δε θρηνεί ο ποιητής για το χαμένο παράδεισο. Δ α κ ρ ύ ζ ε ι !  ’Αλλά το δάκρυ, με την ευγένεια καί το συγκρατημένο του τόνο, είναι απείρως βαθύτερο καί απείρως πλουσιώτερο από τον οδυρμό. “Έχει κάτι από την «αιωνιότητα» τού χαμόγελου(7), το ανεξάντλητο καί το βαθύ τού μυστικού πόνου. Δεν είναι ή κραυγή, που ξεσπά καί που «εξαντλείται». Είναι ο αναστεναγμός, που συγκρατείται καί που «διαρκεί». Καί μη δεν είναι ο αναστεναγμός βαθύτερος καί συγκλονιστικώτερος από τον κοπετό καί το παράπονο περιπαθέστερο καί εντελέστερο από την κραυγαλέα επίδειξη τού πόνου; Καί μη δεν είναι ο ψίθυρος εκφραστικώτερος από τη φωνασκία καί η απόμακρη, θωπευτική μουσική κυριαρχικώτερη από τη βάναυση ηχερότητα;

Έτσι όμως κατασταλαγμένο καί μετουσιωμένο το ποίημά μας έχει πια καταλήξει στο τίποτε: έχει αποκτήσει την ιερή ευγλωττία της σιγής!...

’Άνθρωπος του  «κλειστού» χώρου ο Παλαμάς δεν είχε τη μοίρα να γνωρίση την ανοιχτή φύση καί να ζήση ευφραντικά καί ευδαιμονικά μέσα στην αγκάλη της. Κάποιες φορές πού την πλησίασε, ήταν για να αποκομίση πικρότατη τη γεύση της μοναξιάς του καί να συνειδητοποιήση βαθύτερα την ανέκκλητη καταδίκη του: Να ζήση το κρυφό δράμα του ανθρώπου πού ακούει από μακρυά τα μοιραία βήματα του τέλους ενώ αυτός είναι πλημμυρισμένος από πόθους. Γιατί το δράμα — αλλοίμονο — δεν είναι ότι γηράσκουμε. Το δράμα είναι ότι μένουμε πάντα νέοι (στις διαθέσεις, φυσικά) !...