Μελέτες

 

Μαρίας Ν. Αγγέλη,

Δρ. Κοινωνικής Λαογραφίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων:

 

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΑ ΚΑΠΝΟΧΩΡΑΦΑ ΚΑΙ ΣΤΑ ΚΑΠΝΟΜΑΓΑΖΑ  ΤΟΥ ΑΓΡΙΝΙΟΥ

 

 ****

Λεπτομέρεια από τον περίφημο πίνακα του χαράκτη Τάσσου (1914-1985), «Η καλλιέργεια του καπνού»

Περίληψη: Η παρούσα μελέτη θα επικεντρωθεί στην εργασία της γυναίκας στον καπνό. Στην πρώτη ενότητα θα παρουσιάσουμε την καπνοφύτισσα που μοχθεί στην καλλιέργεια και παραγωγή του καπνού και στη δεύτερη ενότητα την καπνεργάτρια που εργάζεται στη διαλογή και επεξεργασία του καπνού.

Οι γυναίκες του καπνού ένοιωθαν ικανοποιημένες από το σημαντικό ρόλο τους μέσα στην οικογένεια, όπως προκύπτει από την ανάλυση των ιστοριών ζωής τους που καταγράψαμε.

Η εργατικότητα, ο δυναμισμός και η προσφορά τους κερδίζουν την αναγνώριση και την εκτίμηση τόσο από την οικογένεια, όσο και από την κοινωνία.

Εισαγωγή : Αγρίνιο. Η καπνούπολη της Αιτωλοακαρνανίας

Tο Αγρίνιο είναι η μεγαλύτερη πόλη του νομού Αιτωλοακαρνανίας με πληθυσμό 46.899 κατοίκους, σύμφωνα με την απογραφή του 2011. Μαζί με την Πάτρα και τα Ιωάννινα αποτελούν τα τρία μεγαλύτερα αστικά κέντρα στο δυτικό τμήμα της Ελλάδας. Αποτελεί έδρα του Δήμου Αγρινίου , με συνολικό πληθυσμό 94.181 κατοίκους.1

Στην περιοχή του Αγρινίου η καπνοκαλλιέργεια χρονολογείται τουλάχιστον από το 17ο αιώνα. Ήδη στα 1668 ο Τούρκος περιηγητής Εvliya Celebi περιέγραφε τα πλατύφυλλα, με βαριά οσμή καπνά του Ζαπαντιού (σήμερα Μεγάλη Χώρα), που είχαν κατακτήσει όλο τον κόσμο. 2

Tο Αγρίνιο από τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αι. και κυρίως από τις αρχές του 20ου αι. είχε αναδειχτεί σε μεγάλο κέντρο παραγωγής και επεξεργασίας του καπνού. Οι ιδανικές εδαφολογικές και κλιματολογικές συνθήκες  ευνοούσαν την παραγωγή των «ανατολικών» καπνών, τα οποία ήταν από τα καλύτερα της παγκόσμιας παραγωγής.

Τα φημισμένα καπνά της ποικιλίας «τσεμπέλια Αγρινίου»3 διοχετεύονταν στην εσωτερική αγορά, αλλά και στις  αγορές της Γερμανίας και Ολλανδίας. Και τα εκλεκτά καπνά της ποικιλίας «μυρωδάτα Αγρινίου»4 εξάγονταν σε υψηλές τιμές κυρίως στην Αίγυπτο, όπως αναφέρει ο μεγάλος καπνέμπορος και καπνοβιομήχανος Ευ. Παπαστράτος 5.

Κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, η οικονομική ζωή της ευρύτερης περιοχής του Αγρινίου ταυτίζεται με την καλλιέργεια, την επεξεργασία και την εμπορία του καπνού.

Ο Καπνός  συνέβαλε θετικά στην ομαλή απορρόφηση των 2.500 περίπου προσφύγων  από τη Μικρά Ασία και τον Πόντο που είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή.6

Μεθοδολογικά:

Το υλικό της παρούσας μελέτης προκύπτει από τις λίγες γραπτές πηγές, αλλά κυρίως από την αξιοποίηση της προφορικής ιστορίας.Με τη μέθοδο της προφορικής ιστορίας μέσα από το λόγο που διατυπώνουν τα ίδια τα υποκείμενα για το παρελθόν, επιδιώκεται η ιστορία από τη βάση.Έρχονται στο προσκήνιο οι σιωπές και οι παρανοήσεις της επίσημης ιστορίας.7

Κατά τη  διάρκεια της εκπόνησης της Διδακτορικής διατριβής μου με θεματική τον καπνό,κατέγραψα πολλές συνεντεύξεις από καπνοκαλλιεργητές και καπνεργάτες/τριες τις οποίες χρησιμοποίησα και στην παρούσα εργασία.8

Ο συνδυασμός βέβαια των προφορικών μαρτυριών με τις υπάρχουσες γραπτές πηγές διευρύνει τις πηγές πληροφόρησης και αξιοποιεί τις διαφορετικές οπτικές γωνίες των απλών ανθρώπων που βίωσαν τα γεγονότα και δίνουν τη δική τους ερμηνεία γι 'αυτά.

 

ΚΥΡΙΩΣ ΘΕΜΑ

Ενότητα 1. ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΑ ΚΑΠΝΟΧΩΡΑΦΑ

 

Καπνοκαλλιέργεια:

Η καπνοκαλλιέργεια είναι μια αγροτική διαδικασία, η οποία απαιτεί πολλά εργατικά στις περιόδους έντασης που εστιάζονται κατά τους ανοιξιάτικους χέρια, ιδιαίτερα και καλοκαιρινούς μήνες (μεταφύτευση και συλλογή καπνού).

Τόσο η γραπτή, όσο και η προφορική ιστορία, καθώς και η φωτογραφική μαρτυρία και η έρευνα αποδεικνύουν ότι η αγροτική οικογένεια δινόταν ολόκληρη στην καλλιέργεια και στην παραγωγή καπνού.

Παρατηρείται και στην περιοχή Αγρινίου, όπου γίνεται η παρούσα έρευνα ένας καταμερισμός εργασίας ανάμεσα στα δύο φύλα, ανάλογος με αυτόν που μελέτησε ο Β.Vernier στους Έλληνες πομάκους, χωρίς βέβαια να διαφοροποιούνται τόσο αυστηρά οι εργασίες σύμφωνα με το φύλο, όσο στον Εχίνο.9

Στο Αγρίνιο άνδρες και γυναίκες ως δρώντα υποκείμενα, έχουν απέναντι στον καπνό ρόλους ανάλογους με εκείνους που έχουν απέναντι στα παιδιά τους. Η γυναίκα αναλαμβάνει όλες τις εργασίες για τη γέννηση, τη βλάστηση, την ανάπτυξη του καπνού, όπως ακριβώς φροντίζει το παιδί της, το γεννάει, το τρέφει, το φροντίζει σχεδόν αποκλειστικά εκείνη. Ο άνδρας επεμβαίνει στη διαπαιδαγώγηση του παιδιού μετά από ορισμένο στάδιο ανάπτυξής του. Κάπως έτσι επεμβαίνει και στον καπνό.

Επίσης οι ανδρικές εργασίες έρχονται σε αντιπαράθεση με τις γυναικείες εργασίες, ως εργασίες που βρίσκονται πιο κοντά στον πολιτισμό-τεχνολογία απέναντι σε εργασίες που βρίσκονται πιο κοντά στη φύση.

Ο  ΣΠΟΡΟΣ,Η ΜΕΤΑΦΥΤΕΥΣΗ,Η ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ

Ο καλλιεργητικός κύκλος του καπνού είναι ευρύς και τα στάδια πολλά: το όργωμα,ο σπόρος,η μεταφύτευση,το σκάλισμα, η συγκομιδή,το αρμάθιασμα,η αποξήρανση,η βαντακοποίηση,η δεματοποίηση και τελικά η πώληση.10

Εμείς στην παρούσα εργασία θα εστιάσουμε στις πιο σημαντικές φάσεις, όπου το γυναικείο φύλο έχει βαρύνοντα ρόλο.

Η ετοιμασία του σπόρου : Οι γυναίκες βγάζουν το σπόρο από την αποθήκη και τον τοποθετούν σε μια μάλλινη σακούλα, την οποία ακουμπούν δίπλα στο τζάκι ή στην ξυλόσομπα, αφού τη βρέξουν λιγάκι με χλιαρό νερό. Έτσι εξασφάλιζαν την κατάλληλη υγρασία και τη θερμοκρασία που χρειαζόταν για να «κλώσει» ο σπόρος και  «να σκάσει» το φύτρο.

Φυσικά οι γυναίκες συνέχεια παρακολουθούν το σπόρο, για να μη στεγνώσει πολύ και ξεραθεί, μην καεί εκεί στο γωνόλιθο, μην κρυώσει και γενικά αγωνιούν μέχρι να δουν να φυτρώνει.

"Έφκιανες μια μάλλινη σακούλα, από ένα ρούχο μάλλινο, τόση μεγάλη τετράγωνη κι τον έβαζες μέσα και τον άφνες στην άκρη απ΄το τζάκι.Τον έβρεχες με το νερό, το ζέσταινες χλιαρό και τον έβρεχες το πρωί και το βράδυ το σπόρο και καθότανε...Μόλις πέραγανε 8 μέρες άρχιζε ν΄ασπρίζει ο σπόρος, τακ, να πετάει τα φυτράκια ΄!" 11

Και όταν μετά από τόση φροντίδα και περιποίηση στις 6-8 μέρες «σκάει ο σπόρος», δηλαδή πετάει τα μικροσκοπικά φύτρα του, τότε άσπριζε η σακκούλα, αφού από κάθε σπόρο ξεμύτιζε κι ένα φύτρο.

Οι γυναίκες τότε νιώθουν ικανοποίηση για το αποτέλεσμα και χαρά, γιατί είχαν εξασφαλίσει καλό σπόρο κι επομένως μια καλή προϋπόθεση για πετυχημένη καλλιέργεια.

Ακολουθεί η σπορά σε κατάλληλα διαμορφωμένο χώρο, το καπνοσπορείο ή φυντανίστρα, όπως λέγεται.

Μετά τη σπορά σκεπάζεται και πάλι το σπορείο με ψιλοκοσκινισμένη παλιά κοπριά. Ακολουθεί  το πότισμα της επιφάνειας με ένα ποτιστήρι που έχει στην άκρη του ένα εξάρτημα με ψιλές τρύπες, για να μην πέφτει μεγάλη ποσότητα νερού. Την επικάλυψη με κοπριά, καθώς και το πότισμα συνήθως το αναλαμβάνουν οι γυναίκες. Αυτές έχουν σχεδόν την αποκλειστική φροντίδα στο καπνοσπορείο, όπως και την αποκλειστικότητα στο μεγάλωμα  των παιδιών, εκτός από λίγες περιπτώσεις στις οποίες επεμβαίνουν οι άνδρες.

Η μεταφύτευση: Μεταφύτευση είναι η καλλιεργητική διαδικασία κατά την οποία τα καπνόφυτα  εκριζώνονται από το σπορείο και μεταφέρονται για να φυτευτούν ένα προς ένα στο καπνοχώραφο. Πρόκειται για τη δυσκολότερη ίσως διαδικασία  αφού οι εργασίες διεξάγονται στο χωράφι, όπου τόσο η ένταση της εργασίας, όσο και οι συνθήκες εκεί εξαντλούν τους καλλιεργητές.

Η μεταφύτευση είναι κατ’ εξοχήν γυναικεία εργασία, χωρίς βέβαια να υπάρχει αυστηρός αποκλεισμός των ανδρών. Ωστόσο η ανδρική συμμετοχή στο φύτεμα του καπνού αποτελεί εξαίρεση του κανόνα.

Οι γυναίκες της οικογένειας, μάνα και κόρες συνήθως αναλαμβάνουν τη δραστηριότητα αυτή, η οποία είναι ιδιαίτερα κουραστική μα τα πρωτόγονα μέσα που συντελούνταν στην παραδοσιακή καλλιέργεια του καπνού. Ολημερίς σκυμμένες στο χώμα, σουφλίζουν αδιάκοπα το έδαφος ανοίγοντας τρύπες, όπου φυτεύουν ένα ένα τα φυντάνια μέχρι αργά όταν ο ήλιος γέρνει στη δύση του.

Οι δύσκολες συνθήκες εργασίας σε συνδυασμό με το αγροτικό ωράριο, που ορίζεται από την ανατολή μέχρι τη δύση του ηλίου, καθιστά τη μεταφύτευση μια από τις πιο σκληρές φάσεις της καπνοκαλλιέργειας.

Ωστόσο η συλλογικότητα της εργασίας και η συμμετοχή σ’ αυτή όλων των μελών της οικογένειας συντελεί στην καλύτερη διεξαγωγή της και στην αντιμετώπιση των δυσκολιών.

Επίσης οι συνεχείς συνομιλίες , οι διάφοροι αστεϊσμοί και τα πειράγματα μεταξύ τους απαλύνουν τη σκληρότητα της εργασίας και αποτελούν τρόπους άμυνας και στρατηγικές χαλάρωσης, ιδιαίτερα κατά τα διαλείμματα, που γίνονται στη διάρκεια της εργασίας.

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι και τεχνικές μεταφύτευσης του καπνού στις καπνικές περιφέρειες της Ελλάδας που ποικίλουν ανάαλογα με τις κλιματολογικές συνθήκες , τη φύση του εδάφους, τις ποικιλίες του καπνού και τις συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή.

Στην περιοχή του Αγρινίου και στην ευρύτερη, κατά την παραδοσιακή καλλιέργεια το φύτεμα γινόταν με ένα απλό εργαλείο, ένα ξύλινο σουφλί που συναντάται και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, με διαφορετικές κατά τόπους ονομασίες.12

Οι γυναίκες καπνοφύτισσες, σκυφτές στο χώμα, με το δεξί χέρι κρατάνε το σουφλί και με τα τρία δάχτυλα του αριστερού χεριού την κορυφή του φυτού, που παίρνουν από ένα παλιό πιάτο, τσίγκινο συνήθως, στο οποίο έχουν τοποθετήσει φυντάνια, και το σέρνουν δίπλα τους στο αυλάκι.

Πιέζουν λοιπόν στο χώμα το σουφλί και στη συνέχεια ταυτόχρονα με το δεξί χέρι σύρουν προς τα έξω το σουφλί και με το αριστερό      μπήγουν στη γη το φυτό. Μετά ρίχνουν χώμα στη ρίζα του πάλι με τη βοήθεια του σουφλιού, για να φράξει η τρύπα, από τα πλάγια δεξιά. Οι κινήσεις αυτές βέβαια γίνονται με δεξιότητα και γρηγοράδα που παρακολουθώντας την εξέλιξή της φαίνεται ότι οι γυναίκες κυνηγιούνται μεταξύ τους.

Στα νεότερα χρόνια το ξύλινο σουφλί αντικαταστάθηκε με το σιδερένιο, το οποίο συνήθως το χειρίζονταν οι άνδρες. Ήταν  σαν μια σιδερένια ράβδο με την οποία οι άνδρες άνοιγαν τρύπα στο χώμα, ενώ ταυτόχρονα έπεφτε και νερό από το λάστιχο με το οποίο συνδεόταν το σιδερένιο αυτό εργαλείο.

Οι γυναίκες ακολουθούσαν τοποθετώντας τα φυτά και φράζοντας με χώμα τις τρύπες. Απαραίτητη όμως προυπόθεση της χρήσης του σιδερένιου σουφλιού ήταν να υπάρχει αρκετό νερό για την καπνοφυτεία.

Οι ίδιες αφηγούνται σήμερα το μόχθο τους στα καπνοχώραφα, τότε που δεν υπήρχαν οι μηχανές και ήταν αναγκασμένες να φυτεύουν με το πρωτόγονο μέσο, σκυμμένες ώρες ατέλειωτες στο αυλάκι:

 

"Όχι, πού βρέθ’κανε οι μηχανές! Ποτέ δε φυτέψαμε με μηχανή, με το χέρι. Έβανες ένα γάντι κι φύτευες φλουτς- φλουτς. Με το ξύλινο το σουφλί. Δε φυτέψαμε με μηχανή. Ήτανε αμμουδερό το χωράφ’, ήτανε τραγάνα το χωράφι.[…]Κουραστική , πολύ κουραστική  δουλειά ήτανε. Κοίταξε να δεις η αγροτική δουλειά πάντα κουραστική είναι. Άμα είσαι όλη μέρα στο χωράφι και στη λάσπη δεν είναι κουραστική; Άμα σκάβεις όλη μέρα να φτεύεις καπνό, δεν πρίζονται τα μάτια σ’, πετάγονται κορέλα π’λένε, όλη μέρα.[…] 13

 

Η εργασία της μεταφύτευσης διακόπτεται κατά διαστήματα με ολιγόλεπτες στάσεις για να πάρουν μια ανάσα οι δουλευτάδες του καπνού και να συνεχίσουν πάλι. Κατά το μεσημέρι όμως γίνεται μια μεγάλη παύση για φαγητό και ξεκούραση, αφού ο ήλιος και η ζέστη κάνουν ακόμα πιο δύσκολη την εργασία τους. Τότε εκεί στου χωραφιού την άκρη, κάτω από τον ίσκιο ενός δέντρου η νοικοκυρά στρώνει το τραπέζι του "χωραφιού", με τα λιτά φαγητά που έχει μαζί της: ψωμί, ελιές, τυρί, σκόρδα, κρεμμύδια και παστές σαρδέλες, ήταν τα συνηθισμένα φαγητά της εποχής. Το μπουκάλι με το λαδόξιδο ήταν επίσης απαραίτητο συμπλήρωμα της διατροφής στο καπνοτόπι. 14

Η φυτευτική μηχανή έφερε μεγάλη  αλλαγή στη μεταφύτευση του καπνού και μείωσε σημαντικά το χρόνο εργασίας.Το γυναικείο φύλο βγήκε αρκετά κερδισμένο από την εξέλιξη αυτή...

 Η συγκομιδή:  Συγκομιδή είναι η διαδικασία κατά την οποία τα φύλλα του καπνού που βρίσκονται στο κατάλληλο στάδιο ωρίμανσης, αποκόπτονται από το φυτό, συλλέγονται και μεταφέρονται στο σπίτι ή την αποθήκη του παραγωγού, όπου ακολουθεί το στάδιο του αρμαθιάσματος. Πρόκειται για την πιο κουραστική και χρονοβόρα εργασία της καπνοκαλλιέργειας, η οποία διεξάγεται  κυρίως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες και απαιτεί την εργασία όλων των μελών της οικογένειας, αφού ο καπνός είναι ευαίσθητο προϊόν και για τούτο τα φύλλα του πρέπει να μαζευτούν στην ώρα τους για να διατηρήσουν την ποιοτική και ποσοτική αξία τους.

Εκείνο που είναι ιδιαίτερα εξαντλητικό βέβαια στη φάση αυτή είναι το ωράριο, το οποίο οριοθετείται από "νύχτα σε νύχτα" σύμφωνα με τη λαϊκή έκφραση, η οποία αποδίδει έτσι το μακρύ ωράριο από τις 2 ή 3 η ώρα τη νύχτα μέχρι τις 9 με 10 το βράδυ. Το καλοκαίρι των καπνοπαραγωγών δεν ταυτίζεται με χρόνο διακοπών και ξεκούρασης, αλλά παρομοιάζεται με τη σκληρή ζωή στις αμερικάνικες φυτείες.

Η συλλογή, το "μάζεμα" του καπνού, είναι από τις εργασίες εκείνες που απαιτούν χειρωνακτική εργασία, ακόμα και μετά τη μηχανοποίηση της καλλιέργειας. Οι έμπειροι μαζωχτάδες, στην πλειοψηφία τους γυναίκες, σπάζουν τα ώριμα καπνόφυλλα πιέζοντας τη βάση τους . Το "σπάσιμο", όπως αποκαλούν οι παραγωγοί τη συγκομιδή, γίνεται με το ένα χέρι, ενώ το άλλο δέχεται τις δεσμίδες των φύλλων, "αγκαλιές" στην αγροτική γλώσσα. Ένας άλλος τρόπος είναι το σπάσιμο με τα δύο χέρια από δύο σειρές φυτών και τα φύλλα τοποθετούνται κατά δεσμίδες στο έδαφος.  Όταν ο εξασκημένος μαζωχτής κόψει από κάθε φυτό  τα φύλλα που θέλει τότε προχωράει στην άλλη καπνουλιά και συνεχίζει.

Η συγκομιδή, "το σπάσιμο" ή " μάζεμα" του καπνού, όπως λέγεται στη γλώσσα των παραγωγών, γινόταν πολύ πρωί, σχεδόν νύχτα, όπως προαναφέραμε.  Δε θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι την περίοδο αυτή οι καπνάδες δεν κοιμούνται περισσότερο από 3 με 4 ώρες το εικοσιτετράωρο. Δουλεύουν από "νύχτα σε νύχτα", όπως δηλώνουν χαρακτηριστικά οι ίδιοι στις αφηγήσεις τους. Κι επειδή στο σκοτάδι δε βλέπουν τα ώριμα φύλλα για να φωτίζουν το χωράφι και να διευκολύνονται στην εργασία τους χρησιμοποιούσαν τα φαναράκια, τα λυχνάρια ή τις λάμπες ασετυλίνης.

 Το αρμάθιασμα: Μετά τη συλλογή, ακολουθεί το αρμάθιασμα ή βελόνιασμα του καπνού. Πρόκειται για μια συλλογική διαδικασία, στην οποία συμμετέχουν όλα τα μέλη της οικογένειας  ή και εργάτες όταν το απαιτεί η παραγωγή και μάλιστα στο στάδιο αυτό βαρύνουσα σημασία έχει η παιδική εργασία.

 Κατά τη διαδικασία του αρμαθιάσματος του καπνού, τα καπνόφυλλα μεταφέρονται στο σπίτι σε σκιερό μέρος ή στο τσαρδάκι του παραγωγού, όπου σε απλοχεριές απλώνονται κάτω, πάνω σε ψάθες, λινάτσες ή "τσόλια" κι ολόγυρα κάθονται όλοι οι αρμαθιαστάδες, κάθε φύλου και ηλικίας κι αρχίζουν να αρμαθιάζουν. Το αρμάθιασμα στον παραδοσιακό τρόπο γίνονταν με μια ατσάλινη βελόνα, 15 μήκους 50 εκατοστών και πλάτους 1,5 εκατοστού, με μύτη μπροστά, για να περνάει το φύλλο και τρύπα πίσω για να περνά ο σπάγκος, στον οποίο συγκρατούνται τα καπνόφυλλα, σχηματίζοντας έτσι μια αρμάθα, όπως λέγεται.

Το αρμάθιασμα με το χέρι ήταν μια χρονοβόρα και κοπιαστική εργασία για τούτο απαιτούσε πολύ μεγάλη ανθρωπο-δύναμη. Με την εκμηχάνιση όμως της καλλιέργειας, οι μηχανές αντικατέστησαν τις ατσάλινες βελόνες, οπότε η εργασία γινόταν και γρήγορα και το ωράριο μειώθηκε σημαντικά.

Ήταν τόσο χρονοβόρα η εργασία του αρμαθιάσματος με το χέρι, που διαρκούσε ως αργά το βράδυ. Αυτή την περίοδο δηλαδή οι καπνοπαραγωγοί δουλεύουν δύο οχτάωρα μαζί και περισσότερο:

"Δε χόρταινα τον ύπνο" λένε οι περισσότεροι στις αφηγήσεις τους.  Δεν προλαβαίνανε ούτε να πλυθούν καλά – καλά, και μάλιστα σε νοικοκυριά που δεν είχαν τις σύγχρονες ανέσεις. Ο καπνός άφηνε μια κολλώδη ουσία, που δύσκολα έβγαινε από τα χέρια και τα ρούχα τους. Οι "παλιόρομπες" και τα  "παλιοπαντέλονα", τα μαντίλια και τα καπέλα που φορούσαν αντίστοιχα άνδρες και γυναίκες δύσκολα καθάριζαν από το χώμα, τον ιδρώτα και την κόλλα του "πικρού καπνού".

 Ο Αγρινιώτης ποιητής Πάνος Χατζόπουλος στο ποίημα Βραχωρίτικο, αποτυπώνει τη βαρύνουσα συμμετοχή του γυναικείου φύλου στην καπνοκαλλιέργεια.

ΒΡΑΧΩΡΙΤΙΚΟ

Μάνα μου, Βραχωρίτισσα, με το λερό φουστάνι,

το κόκκινο, που το ’καμε σταχτί σαν καταχνιά,

η μαύρη κόλλα του καπνού, φαρμακερό βοτάνι,

όλα της τα φαρμάκωσες, μεδούλι και καρδιά…

 Μάνα μου, καπνοφύτισσα, του Ζαπαντιού δουλεύτρα,

στο φύτεμα, στο σκάλισμα πρώτη στην αργατιά,

 [....]

Μες στο χωράφι γέρασες και πολεμάς ακόμα,

ως τη στερνή σου την πνοή, να ζήσει η φαμελιά...

Η εκμηχάνιση της καπνοκαλλιέργειας έφερε σημαντικές αλλαγές.Δεν επινοήθηκε  βέβαια μηχανή για τη συγκομιδή των καπνόφυλλων.Η μηχανή αρμαθιάσματος όμως αντικατέστησε την ατσάλινη βελόνα και ανακούφησε τους αρμαθιαστάδες από μια χρονοβόρα και επίπονη εργασία.16

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΚΑΠΝΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑΣ

"Εμείς ζήσαμε από τον καπνό παιδί μου!"

 

Από τη μελέτη των προφορικών μαρτυριών προκύπτει η μεγάλη σημασία που είχε η καπνοκαλλιέργεια στο Αγρίνιο και την ευρύτερη περιοχή.

 Μερικές γυναίκες στις αφηγήσεις τους λένε ότι ξεκίνησαν να φυτεύουν καπνά σε ξένα χωράφια ως σέμπροι ή ενοικιαστές και κατάφεραν με τη δούλεψή τους και με "καλό κουμάντο" να αγοράσουν δικά τους χωράφια στη συνέχεια, ώστε το κέρδος από την καπνοπαραγωγή να είναι όλο δικό τους και να μην το μοιράζονται με τους μεγαλοκτηματίες της πόλης.

Αυτό τις κάνει να αισθάνονται σημαντικές, να έχουν συναίσθηση του σπουδαίου ρόλου τους στην οικογένεια και στην κοινωνία. Και αφηγούμενες σήμερα τις δραστηριότητες αυτές καμαρώνουν για τα όσα σημαντικά κατάφεραν με τη σκληρή δουλειά τους, "σκυλίσια δουλειά", όπως λένε χαρακτηριστικά. Αισθάνονται υπερήφανες που οι ίδιες σήκωναν σχεδόν όλο το βάρος της καλλιέργειας και νιώθουν αυτοεκτίμηση και δικαίωση για το αποτέλεσμα της τολμηρής απόφασης, να βάλουν καπνό. Κάνοντας έναν απολογισμό με το δικό τους χαρακτηριστικό τρόπο, μετράνε ποιοτικά και ποσοτικά το κέρδος τους:

"Ο καπνός μόβγαλε τέσσερα πτυχία! ".

"Ο καπνός μόδωσε τόσα στρέμματα χωράφι, σπίτι, οικόπεδο…",

"Ο καπνός ήταν πηγή ζωής..."

"Κειό άμα δε φυτεύαμε καπνό κι τ’ σκυλιού καρβέλι θα χρωστάγαμε!" λένε με το δικό τους απλό, αλλά βαρύνουσας σημασίας λόγο.

Μέσα σε αυτές τις απλές φράσεις των γυναικών καταγράφεται η σημασία του καπνού στην οικονομία της οικογένειας των παραγωγών. Χάρη σ’ αυτόν κατάφεραν να στήσουν τα νοικοκυριά τους και να  αναστήσουν τα παιδιά τους. Με τα έσοδα για τις σπουδές των παιδιών, οι οποίες αποτελούσαν στόχο πολλών αγροτικών οικογενειών από τη δεκαετία του ’60, όπως προαναφέραμε. Η κοινή αυτή επιθυμία γονιών και παιδιών γίνεται κατανοητή, γιατί βιώνοντας τη σκληρή εργασία στο καπνοχώραφο, βλέπουν τις σπουδές ως μόνη λύση, που θα τους εξασφαλίσει μια άνετη ζωή μακριά από τα καπνά.

Επίσης με την εργασία αυτή μπόρεσαν να εξασφαλίσουν μια καλή «προίκα» για τα κορίτσια, η οποία προσμετράται σε ρουχισμό, χρήμα, χωράφι ή και διαμέρισμα (κυρίως μετά το ’60). Δουλεύοντας «σαν τα σκυλιά», για να χρησιμοποιήσουμε την επαναλαμβανόμενη αυτή έκφρασή τους, απέκτησαν δική τους γη, αγόρασαν χωράφι, κι έπαψαν να είναι "σέμπροι", με όλες τις υποχρεώσεις, που η θέση αυτή συνεπαγόταν. Η ιδιοκτησία γης, ο μικρός έστω κλήρος, «το χωραφάκι»,  σηματοδοτεί μια σπουδαία αλλαγή στη ζωή τους και φυσικά τονώνει αρκετά την ψυχολογία και την αυτοπεποίθηση κυρίως των γυναικών, οι οποίες τόλμησαν να σηκώσουν το βάρος μιας καπνοκαλλιέργειας και φυσικά δικαιώθηκαν για την επιλογή τους αυτή.

 Βέβαια, οι γυναίκες για την πολλαπλή δραστηριότητά τους, στο σπίτι και στα καπνά, κερδίζουν την αναγνώριση και την εκτίμηση της προσφοράς τους τόσο από την οικογένεια, όσο και από την τοπική κοινωνία.

 

ΕΝΟΤΗΤΑ 2.  ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΑ ΚΑΠΝΟΜΑΓΑΖΑ

Η καπνεργασία

Το Αγρίνιο από τις αρχές του 20ου αιώνα είχε αναδειχτεί σε μεγάλο κέντρο παραγωγής ,επεξεργασίας και εμπορίας του καπνού.

Η ανάπτυξη της παραγωγής καπνού και του εξαγωγικού επμορίου δημιούργησαν τις προϋποθέσεις γιατην ανάπτυξη και της δευτερογενούς παραγωγής.Επειδή ο καπνός που προοριζόταν για εξαγωγή έπρπε να γίνει αντικείμενο προσεκτικής διαλογής και δεματοποίησης, δημιουργήθηκαν στο Αγρίνιο μεγάλες καπναποθήκες - καπνομάγαζα στα οποία απασχολούνταν εκατοντάδες εργάτες και εργάτριες. Ενδεικτικά αναφέρουμε τις αποθήκες: Αφών Παπαπέτρου1923, Αφών Παπαστράτου1924, Αφών Παναγοπούλου 1925,Ηλία Ηλιού,Ι. Καμποσιώρα, Ι. Κόκκαλη κλπ.Πρόκειται για μεγάλα βιοτεχνικά  κτήρια όπου γίνεται η εμπορική επεξεργασία του καπνού.

Ένα μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού του Αγρινίου, αλλά και της ευρύτερης περιοχής βρίσκει εργασία στις καπναποθήκες και ζει κυριολεκτικά από την επεξεργασία του καπνού.Αυτό προκύπτει από τη μελέτη της ελάχιστης τοπικής βιβλιογραφίας, αλλά κυρίως της προφορικής ιστορίας που καταγράφεται στις προφορικές αφηγήσεις κατά τη διάρκεια της εκπόνησης της Διδακτορικής διατριβής μου με θεματική τον καπνό.

Η εμπορική επεξεργασία του καπνού συνίσταται: στην διαλογή των καπνόφυλλων  και την κάθαρσή τους από τα άχρηστα φύλλα( σάπια, πολύ μαύρα κ.ά.) και άλλες ξένες ύλες.Στη συνέχεια την ποιοτική ταξινόμηση και κατάταξη στην ανάλογη κλίμακα και τέλος την επαναδεματοποίησή τους σε εμπορικά δέματα με μεγαλύτερη καλαισθησία.

Η επεξεργασία του καπνού ήταν εποχική εργασία.Η περίοδος έναρξης γινόταν κάθε χρόνο την Άνοιξη και τελείωνε το Φθινόπωρο.Ορισμένες μεγάλες επιχειρήσεις δουλεύανε μέχρι τα Χριστούγεννα.Το χειμώνα υπήρχε ανεργία.

Η ποσότητα και η ποιότητα της εργατικής δύναμης που χρειαζόταν το καπνεμπόριο ποίκιλε από εποχή σε εποχή, αναλόγως με τις ανάγκες τους.Το γεγονός αυτό έκανε τους καπνεργάτες να αισθάνονται ότι οι εργοδότες μπροστά στο συμφέρον τουςανέτρεπαν συνεχώς τις εργασιακές σχέσεις.Κατέφευγαν έτσι, στη συλλογική διαπραγμάτευση της εργατικής τους δύναμης και στην ενίσχυση της συνδικαλιστικής τους δραστηριότητας.Έτσι εξηγείται η τόσο υψηλή συμμετοχή των καπνεργατών στο Σωματείο τους , όσο και η αγωνιστικότητα και η μαχητικότητα της καπνεργατικής τάξης στις διεκδικήσεις της.

Μελετώντας τις  προφορικές μαρτυρίες, αλλά και τις φωτογραφικές αναπαραστάσεις17, αντλούμε  πληροφορίες και καταγράφουμε περιγραφές, της επεξεργασίας του καπνού στα διάφορα στάδια καθώς και για την εξειδίκευση των εργαζομένων. Παρακολουθούμε ακόμα την εξέλιξη της στο πέρασμα των χρόνων: από τη χειροποίητη ως τη μηχανοποιημένη μορφή. Για παράδειγμα κάποιες υπέργηρες γυναίκες, αφηγούνται πως ξεκίνησαν από το "τσόλι", δηλαδή καθισμένες στο πάτωμα πάνω σε λινάτσες, με τα πανέρια του καπνού δίπλα τους, όπου τοποθετούσαν τα καπνόφυλλα κατά ποιότητες. Αργότερα κάθισαν "στα θρανία" και τελικά  στη δεκαετία του ‘60, εργάστηκαν "στα ταπιά". Σημειώθηκε δηλ. η αλλαγή: ήρθαν οι μηχανές!

Η χρήση των μηχανών στην επεξεργασία του καπνού έφερε σημαντικές αλλαγές και περιόρισε τις ανάγκες σε εργατικό δυναμικό, κυρίως ανδρικό.

Ιδιαίτερα μετά το 1953 με την εφαρμογή του Νόμου 2348 (30 Μαρτίου 1953),  οι καπνέμποροι προσλαμβάνουν αποκλειστικά γυναίκες στο ξεφύλλισμα και στη διαλογή του καπνού, οπότε η επεξεργασία ορίζεται κατά βάση ως γυναικεία υπόθεση.      

Όσο για τον εργασιακό χώρο, οι αφηγητές στην πλειοψηφία τους δηλώνουν ότι το ανθυγιεινό περιβάλλον και οι συνθήκες εργασίας στις καπναποθήκες ήταν δυσβάσταχτες και επιβλαβείς για την υγεία των εργαζομένων. Κατά τα μεταγενέστερα χρόνια οι χώροι βέβαια εκσυγχρονίστηκαν και οι συνθήκες βελτιώθηκαν σημαντικά.   

Ο καπνός είναι ένα ευαίσθητο προϊόν και για την επεξεργασία του έπρεπε να υπάρχουν κατάλληλες καιρικές και ατμοσφαιρικές συνθήκες ώστε να μην είναι ούτε πολύ ξηρός ούτε πολύ υγρός, για να εξασφαλίζεται η ποιότητά του και να μην υπάρχει φθορά. Γι’ αυτό κατά τους ψυχρούς μήνες της επεξεργασίας, οι αποθήκες δεν έπρεπε να μένουν κλειστές. Αντίθετα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες έπρεπε τα παράθυρα να είναι κλειστά για να μην ξηραίνονται τα καπνά. Στην πρώτη περίπτωση οι καπνεργάτες αντιμετώπιζαν το κρύο και την υγρασία και στη δεύτερη υπέφεραν από την αφόρητη ζέστη και ο ιδρώτας πότιζε τα ρούχα τους. Αυτή η καλοκαιρινή ζέστη σε συνδυασμό με την καπνόσκονη, που αιωρούνταν στην ατμόσφαιρα, την ένταση της εργασίας και την έντονη μυρωδιά του "πικρού καπνού", δημιουργούσαν ένα αποπνικτικό περιβάλλον επιβλαβές για την υγεία των εργαζομένων.

Η κατάσταση βελτιωνόταν κάπως με κάποια ημίμετρα και παραχωρήσεις που απαιτούσαν οι καπνεργάτες: οι γυναίκες κατάβρεχαν τα πατώματα, άνοιγαν για λίγο τα παράθυρα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. 

Κατά το δεύτερο μισό του 20ου αι. περίπου, με τη χρήση των σύγχρονων μηχανημάτων, όπως για παράδειγμα των υγραντηρίων με ατμό, τα δέματα του καπνού υγραίνονταν κατάλληλα και έτσι βελτιώθηκαν οι συνθήκες εργασίας των εργατών, αφού τα παράθυρα έμεναν ανοιχτά και η ατμόσφαιρα διατηρούνταν κάπως πιο καθαρή.

Γυναίκες καπνεργάτριες

Στην επεξεργασία των καπνών εργάζονταν άνδρες, γυναίκες καθώς και ανήλικα παιδιά. Αξίζει να σημειωθεί όμως ότι στην φάση του ξεφυλλίσματος – διαλογής του καπνού, ιδιαίτερα βαρύνουσα ήταν η συμμετοχή των γυναικών, κυρίως των προσφύγων οι οποίες έφτασαν στην περιοχή μετά τη Μικρασιατική καταστροφή(1922).

 Οι πληροφορίες για τον κατά φύλο καταμερισμό της καπνεργασίας είναι για τις γυναίκες: "γυναίκες ξεφυλλίστριες", "γυναίκες καροτσιέρες", "γυναίκες ράφτριες", "γυναίκες σοπάνι", "γυναίκες νεροφόρες", "γυναίκες καθαρίστριες", αλλά και γυναίκες "τογκαδόρισσες". Για τους άνδρες: "πρωτομάστοροι" "άνδρες στιβαδόροι", "άνδρες στα υγραντήρια", "άνδρες χαρμαντζήδες", "άνδρες τογκαδόροι". Ανάλογες σχεδόν ειδικότητες ήταν και για τα παιδιά- εργάτες.

 Οι γυναίκες "ξεφυλλίστριες" εργάζονταν σε μεγάλες αίθουσες, τις σάλες που ονομάζονταν "σαλόνια", κάτω από την επίβλεψη του αρχιεργάτη ή "μάστορα" και ασχολούνταν με το ξεφύλλισμα, τη διαλογή των καπνόφυλλων και την κατάταξή τους σε ποιότητες .Φυσικά η διαλογή ήταν ανάλογη με τη μέθοδο της επεξεργασίας  που εφαρμοζόταν. Στην "κλασσική" επεξεργασία που κυριαρχούσε στη δεκαετία του 1920 και στις αρχές του 1930, γινόταν αυστηρή και λεπτομερής διαλογή του καπνού και απαιτούνταν πολύς χρόνος, με αποτέλεσμα η απόδοση της εργασίας να είναι χαμηλή. Στην επεξεργασία "τόγκα" η διαλογή δεν ήταν λεπτομερής και η απόδοση ήταν μεγάλη.

Οι "γυναίκες καροτσιέρες", είναι οι εργάτριες οι οποίες με ένα καρότσι μάζευαν τα φύλλα του καπνού, μετά τη διαλογή και κατάταξή τους σε ποιότητες.

Οι "γυναίκες ράφτριες", αναλάμβαναν το ράψιμο του καναβάτσου (λινάτσα), με το οποίο τυλίγονταν ο καπνός κατά τη δεματοποίησή του .

 Οι "γυναίκες σοπάνι", εκτελούσαν μια σχετική εργασία με τις "ράφτριες", δηλαδή "σοπάνιαζαν", έραβαν το καναβάτσο με το οποίο κάλυπταν ολόκληρο πια το δέμα, προκειμένου να εξασφαλιστεί η χωρίς φθορές μεταφορά του στην αγορά, όπου θα συνεχιστεί η βιομηχανική επεξεργασία του .

 Οι προφορικές μαρτυρίες αναφέρουν ότι οι γυναίκες εργάζονται ακόμα και στην «τόγκα» ως «τογκαδόρισσες», δηλαδή στη δεματοποίηση του καπνού, μια εργασία που θεωρούνταν κατά κύριο λόγο ανδρική. Πιθανόν αυτό να πραγματοποιείται μετά το 1953, που αποφασίστηκε η άρση της κατοχύρωσης του καπνεργατικού επαγγέλματος και οι άνδρες καπνεργάτες βρέθηκαν άνεργοι. Στη θέση τους προτιμήθηκαν οι γυναίκες, με το επιχείρημα ότι είναι πιο αποδοτικές στην επεξεργασία του καπνού, αφού το ξεφύλλισμα προσιδιάζει περισσότερο στη γυναικεία χειροτεχνική δεξιότητα και επιπλέον κόστιζαν λιγότερο στο καπνεμπόριο λόγω της χαμηλότερης αμοιβής τους έναντι των ανδρών. Τότε ανέλαβαν και το ρόλο του "τογκαδόρου" .

Όταν όμως οι καπναποθήκες εκσυγχρονίστηκαν και εξοπλίστηκαν με σύγχρονα μηχανήματα, πολλές από τις δύσκολες αυτές εργασίες διαφοροποιήθηκαν σε μέγιστο βαθμό, οπότε και οι ανάλογες ειδικότητες των εργαζομένων βελτιώθηκαν σημαντικά ή και εξέλειπαν:

Οι "ξεφυλλίστριες", εργάζονταν πια όχι καθιστές στα "τσόλια" ή στα "θρανία", αλλά όρθιες μπροστά σε κινούμενους ιμάντες διαλογής, τα «ταπί-ρολάν» και μάζευαν κάποια ελάχιστα μόνο καπνόφυλλα κατώτερης ποιότητας. Εκτελούσαν μια διαδικασία δηλαδή η οποία δεν απαιτούσε ιδιαίτερη εμπειρία, αλλά πολλή ορθοστασία.

Οι "καροτσιέρες", εξέλειπαν, αφού οι μηχανές μετέφεραν τα ξεδιαλεγμένα καπνόφυλλα σε ειδικό χώρο, τη χαρμανιέρα, όπου με αυτόματο σύστημα γινόταν το επιθυμητό χαρμάνι, καταργώντας ταυτόχρονα μια ακόμα ειδικότητα, εκείνη του άνδρα χαρματζή. Από τη χαρμανιέρα τα καπνόφυλλα διοχετεύονταν σε κόσκινα, όπου διαχωριζόταν το χώμα και οι άλλες ουσίες (π.χ. τρίμματα) και από εκεί μεταφέρονταν στις "πατητικές" μηχανές, τις "τόγκες" σε εμπορικά δέματα. Έτσι καταργήθηκε και η δύσκολη ειδικότητα του τογκαδόρου, αφού πλέον η τόγκα ήταν αυτοματοποιημένη. Εξακολουθούσε όμως το ράψιμο των καναβάτσων (λιναττσών ή τσολιών) γύρω από το δέμα, καθώς και το σοπάνι λίγο πριν την εξαγωγή τους από την αποθήκη προς τη βιομηχανική επεξεργασία τους. Επομένως, διατηρούνταν οι γυναίκες ράφτριες και οι σοπανιάστριες.      

Οι γυναίκες καπνεργάτριες στις αφηγήσεις τους αναφέρονται επίσης και στην παιδική εργασία, τότε που κοριτσάκια ακόμα πιεσμένα από την αδήριτη ανάγκη  για επιβίωση, αναλαμβάνουν εργασία στα καπνομάγαζα της πόλης.  Είναι οι "κοπέλες νεροφόρες",  που προσφέρουν νερό στους εργαζόμενους, οι "κοπέλες καθαρίστριες" που αναλαμβάνουν την καθαριότητα των χώρων επεξεργασίας κλπ., οι οποίες ακολουθούν συνήθως τη μάνα ή τη γειτόνισσα στην καπνεργασία, στον καθημερινό αγώνα για τον επιούσιο.

Η καπνεργάτρια Κωστούλα 18, προσφυγικής καταγωγής αφηγείται:

"Πήγα 13 χρονών στις αποθήκες...Και πρόσφερα νερό με ένα ποτηράκι στις καπνεργάτριες...Αργότερα δούλευα ως ασφαλισμένη καπνεργάτρια στη διαλογή καπνού.Έπρεπε να γνωρίζουμε την ποιότητα του καπνού, ποιο ήτανε το καλό, η τραγάνα, ποιό ήτανε το αρωματικό..''

 Χαρακτηριστικές είναι οι αφηγήσεις των γυναικών, που αναφέρονται στο φόβο και στα  παθήματά τους, προκειμένου να κρυφτούν για να αποφύγουν κάθε φορά τον έλεγχο της Επιθεώρησης Εργασίας, λόγω του νεαρού της ηλικίας τους. Κρύβονται, όπως λένε, μέσα σε κασόνια, ακόμα και μέσα στις τουαλέτες για να γλιτώσουν τον κίνδυνο της απόλυσης με ό,τι αυτός συνεπαγόταν για τις φτωχές οικογένειές τους. Η ανάγκη για το μεροκάματο, το "βδομαδιάτικο" όπως λεγόταν και η υποστήριξη που έχουν από τους μεγαλύτερους συναδέλφους και συναδέλφισσες εφευρίσκουν τρόπους και κρυψώνες στην αντιμετώπιση δύσκολων καταστάσεων. Η μνήμη καταγράφει και συγκρατεί αυτές τις στιγμές αγωνίας των παιδιών, καταδεικνύοντας την αδήριτη ανάγκη για εργασία προκειμένου να συμπληρωθεί το οικογενειακό εισόδημα, το οποίο αρκετές φορές ήταν εξαιρετικά πενιχρό λόγω και της έλλειψης κάποιου γονέα.

Παραθέτουμε ένα απόσπασμα από την προφορική αφήγηση μιας καπνεργάτριας, γυναίκας ξεφυλλίστριας,19 οποία περιγράφει διαχρονικά τα στάδια διαλογής του καπνού:

"Στις καπναποθήκες, εκεί ήταν παλιά, όπως λέγανε οι παλιές,ήταν διαφορετικά. Καθόντουσαν σταυροπόδι κάτω (μου δείχνει).  Λινάτσες είχανε και καθόντουσαν και κάνανε τα ματσάκια που βάζαν και χωρίζανε την ποιότητα του καπνού. Δεν υπήρχε βία τότε, τι θα βγάλεις, δουλειά. Άλλος απ’ τους ντόπιους δεν την ξέρανε τη δουλειά και ήταν περιζήτητοι οι πρόσφυγες, που κάναν τη δουλειά αυτή και δουλεύανε.

Το ’53 ελευθερώθηκε το επάγγελμα. Δεν ήταν ελευθερωμένο. Πήγε η μητέρα μου το ’53 και το ’55, 16 ετών εγώ πήγα για δουλειά. Θέλαμε μεροκάματο, δεν υπήρχαν δουλειές πουθενά, η μόνη δουλειά ήταν αυτή. Και θέλησα κι εγώ να πάω και ξεκίνησα και πήγα…

Ξεφύλλιζα, στο ξεφύλλισμα, διαλογή καπνού. Αλλά ήταν διαφορετική δουλειά, δεν ήταν όπως ήταν   τώρα. Δουλεύαμε πρώτον τα μυρωδάτα, τα καπνά που βάζαν τότε, πολύ το μυρωδάτο τότε είχε πέραση, ήταν τα καλύτερα καπνά βέβαια. Λοιπόν ήτανε μέσα στις αίθουσες που ήτανε, ήτανε τότε θρανία εδώ στις παλιές του Παπαστράτου. Είχανε θρανία. Στο θρανίο μπροστά είχανε τέσσερα κασονάκια, πέντε στενόμακρα,1ο,2ο 32ο,4ο,5ο.

Είχαμε δύο καρέκλες, δύο ζευγάρι-ζευγάρι δουλεύαμε. Ένα από ‘δω στο θρανίο ένα από κει. Μας έφερνε ο μάστορας που είχαμε, που επέβλεπε, το δέμα. Στην ακρινή την άκρη το δέμα, και στην άλλη από το άλλο το μέρος. Λοιπόν μας είχανε ποδιές μεγάλες σε όλες που δέναμε στη μέση, τη βάναμε απάν’ στο θρανίο την ποδιά μπροστά μας και παίρναμε απ’ το δέμα αρμάθα-αρμάθα, την ξεσπαγγιάζαμε στην ποδιά μας απάνω, όπως καθόμασταν στο θρανίο εκεί (μου δείχνει). [...]

 Πέντε ποιότητες! Πολύ ξεδιάλεγμα! Δεν συγκρίνεται όμως η δουλειά αυτή που δούλεψα εγώ τα χρόνια εκείνα, δούλεψα μέχρι το ’62. Εγώ απ’ το ’55 μέχρι το ’62, κάθε χρόνο. Όλα τα μεροκάματα μέχρι την τελευταία μέρα. Αυτά για τις ποιότητες. Η κάθε αίθουσα, ήταν τρεις, τέσσερις αίθουσες που δουλεύανε, κόσμος πολύς… Τότε δεν ήταν βέβαια, άλλα τα χρόνια εκείνα το μεροκάματο. Το μεροκάματο που πήρα τότε ήτανε, 17.000 το βδομαδιάτικο. 17.000  και είκοσι λεπτά! Το πρώτο βδομαδιάτικο, κάθε Παρασκευή πληρωνόμασταν. Είχαν αξία όμως τότε τα λεπτά εκείνα. Άλλες εποχές, άλλες οι τιμές ήταν τα είδη που αγόραζες, αναλόγως τη ζωή. Κινιόντουσαν όμως όλη η αγορά!…

Μετά, όπως αρρεβωνιάστηκα, δεν ξαναπήγα την άλλη χρονιά…

 Και θέλησα να ξαναεργαστώ, πήγα το ’84, ξανά για δουλειά… Δεν είχα εργαστεί και θέλησα μετά αφού μεγάλωσαν τα παιδιά μου, θέλησα να πάω ξανά να εργαστώ. Είχα και τα ενσήματα τα παλιά εγώ. Τα χρόνια αυτά ο άνδρας μου δεν με άφηνε, λέει: Πού το θυμήθηκες, τώρα πίσω, πίσω! Εγώ του λέω θα ξαναπάω για δουλειά και πήγα. Και εργάστηκα άλλα εννέα, δέκα χρόνια μέχρι το ’93, που έκλεισε ο Παπαστράτος, εργάστηκα που πήγα. Ε, τώρα ήταν διαφορετικά. Είχαν φέρει τις μηχανές.

Στο καινούργιο, στο Ζαπάντι πουχε γίνει, πήγα εκεί εγώ, δεν πήγα εδώ στις παλιές, είχε φύγει είχε κλείσει το εργοστάσιο εδώ. Εκεί τώρα ήταν διαφορετικά. Εκεί ήτανε οι λωρίδες, οι ταινίες που περνούσανε. Μας φέρναν το, όρθια εν τω μεταξύ, αυτό ήταν το κουραστικό, το πολύ. Η ορθοστασία. Γι’ αυτό όλες οι γυναίκες ειλικρινά υποφέρουν τώρα. Μεγάλο πρόβλημα ναι, τα πόδια τους. Μέσες δεν όριζες, τώρα οχτάωρο να στέκεσαι! Μας είχαν βέβαια σκαμπό, αλλά τα σκαμπό τα είχαν όταν έρχεται ο επόπτης! Σε κάθε δουλειά ξέρετε.. Την άλλη φορά: Αναγκάστε και μην κάθεστε! Γιατί ήταν ταινία, όρθια στεκόσουν (μου δείχνει). [...]    

Εδώ τώρα ήταν διαφορετικά: Δεν είχαμε μυρωδάτα. Τσεμπέλια, ήταν τσεμπέλια. Εδώ ήταν άλλη η διαλογή. Δεν υπήρχε φύλλο-φύλλο. Μας φέρναν το δέμα, παίρναμε, το ξαρμαθιάζαμε, φαινόταν καλό, δεν τόβγαζες φύλλο-φύλλο, όλο μέσα στη μηχανή, στην κορδέλα, να το πάρει η κορδέλα να το ρίξει κάτω. Εκεί που το, αν βλέπαμε σάπια αυτή, εκεί το βάζαμε δίπλα σ’ ένα κασονάκι εκεί το σάπιο ή το μουχλιασμένο και το βγάζαμε. Αλλά εάν ήτανε κι ήτανε για διαλογή, στα χοντρά, χοντρά. Και τόβγαζες δίπλα το άχρηστο και τ’ άλλο τόβαζες μέσα. Δεν είχε λεπτομέρεια και γι’ αυτό απαιτούσαν και πολλή δουλειά. Στις αρχές που πήγα ήταν αλλιώς…"

 

Γυναίκες καπνεργάτριες.Πρόσφυγες και γηγενείς.

Από τη μελέτη των προφορικών μαρτυριών, στις οποίες στηρίχτηκε η παρούσα μελέτη προκύπτει ότι η γυναικεία εργασία στο καπνομάγαζο, γενικεύτηκε μετά την έλευση των προσφύγων (1922).

 Οι πρόσφυγες γυναίκες,  αναζήτησαν εργασία στα καπνομάγαζα της πόλης, όπου τις οδήγησε η αδήριτος ανάγκη για τον επιούσιο και η έλλειψη άλλων πόρων. Αυτή η μισθωτή εργασία, αλλά και η γενικότερη εμφάνιση και συμπεριφορά τους κατακρίθηκε αρχικά από τους γηγενείς, οι οποίοι επιδοκίμαζαν τη γυναικεία εργασία στο καπνοχώραφο και θεωρούσαν μη ηθική την εργασία στο καπνομάγαζο. 20

Οι ντόπιες αργότερα από ανάγκη θα ακολουθήσουν και αυτές "δειλά-δειλά"  τις πρόσφυγες στην επεξεργασία του καπνού.Tα στερεότυπα που ήθελαν τη γυναίκα κλεισμένη στο σπίτι ή μόνο στο χωράφι κλονίστηκαν... Εκεί στο ξεφύλλισμα και τη διαλογή του καπνού, "ξεδιαλέγονται" σταδιακά και οι απόψεις και απορρίπτονται σαν τα "σκάρτα", άχρηστα καπνόφυλλα, οι ρατσιστικές αντιλήψεις για πρόσφυγες και ντόπιους αντίστοιχα. Αναγνωρίζεται η διαφορετική ταυτότητα των δύο πλευρών, όσον αφορά την καταγωγή τους και η κοινή ταυτότητα όσον αφορά την εργασία τους: ήταν και οι δύο καπνεργάτριες.

 Η αμοιβή – "Το βδομαδιάτικο":

"Αχ λέγαμε, έρχεται η Αγία Παρασκευούλα! ".

 Οι γραπτές πηγές, η συλλογική μνήμη, οι προφορικές μαρτυρίες και η μνήμη των ανθρώπων της καπνεργασίας μαρτυρούν τη σημασία της αμοιβής, του "βδομαδιάτικου" όπως λένε, στην οικονομική ζωή των ίδιων, αλλά και της πόλης του Αγρινίου γενικότερα. Ο μισθός του καπνεργάτη και της καπνεργάτριας είχε σα συνέπεια την τόνωση της εμπορικής κίνησης της πόλης και μάλιστα σε σημαντικό βαθμό, αν σκεφτεί κανείς τον αριθμό των εργαζομένων στην επεξεργασία την περίοδο της ακμής της. Ο μπακάλης, ο φούρναρης, ο καταστηματάρχης, ο έμπορας, όλοι περίμεναν τους καπνεργάτες καταναλωτές. Υπήρχε μια άλλη εξάρτηση. Γι’ αυτό και ο εμπορικός κόσμος του Αγρινίου υποστήριζε τους καπνεργάτες σε κάθε απεργιακή κίνησή τους και ήταν στο πλάι τους σε κάθε αγώνα ακόμα κι αν αυτός έπαιρνε ακραία μορφή, όπως θα δούμε στη συνέχεια λεπτομερέστερα στους καπνεργατικούς αγώνες.

Η πληρωμή τους γινόταν κάθε Παρασκευή.Γι' αυτό η ημέρα αυτή "αγιοποιείται" στο λαϊκό λόγο των καπνεργατριών που καταγράψαμε. Ο ταμίας περνούσε και άφηνε το φάκελο του καθενός με το "βδομαδιάτικο", ήταν ο μισθός μιας εβδομάδας εργασίας,  που τον περίμεναν οι εργάτες για να καλύψουν τις ανάγκες της οικογένειας και να ξεχρεώσουν τις υποχρεώσεις τους στο μπακάλη, στο φούρναρη, στον έμπορα, με τους οποίους είχαν σχετικές δοσοληψίες. Κάθε Παρασκευή λοιπόν, σύμφωνα με τις αφηγήσεις που έχουν καταγραφεί, αλλά και με τη σχετική βιβλιογραφία, όλη η αγορά αποκτούσε μια ιδιαίτερη κίνηση. 

Αξίζει να αναφερθεί εδώ ότι αυτή η αλληλεξάρτηση ανάμεσα στον κόσμο της καπνεργασίας και στον εμπορικό κόσμο του Αγρινίου, οδηγεί τους εμπόρους στην υποστήριξη των καπνεργατών σε κάθε απεργιακή κινητοποίησή τους.21 Ήταν στο πλευρό τους σε κάθε αγώνα, ακόμα κι αν αυτός έπαιρνε ακραίες μορφές. Ενδεικτική είναι η περίπτωση της μεγάλης καπνεργατικής απεργίας που πραγματοποιήθηκε το 1926, η οποία κατέληξε σε αιματοχυσία  με δύο νεκρούς, τη Βασιλική Γεωργαντζέλη 22 και το Θεμιστοκλή Καρανικόλα. Από τη μελέτη των Αρχείων του Δήμου Αγρινίου, προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης απεργίας (Αύγουστος 1926), το Δημοτικό Συμβούλιο συνέρχεται σε έκτακτη συνεδρίαση, γεγονός που αποδεικνύει  την κρισιμότητα της κατάστασης. Η πολυήμερη αυτή απεργία είχε οδηγήσει σε  κρίση και την  εμπορική τάξη της πόλης γεγονός αναμενόμενο  τη στιγμή που οι καπνεργάτες αποτελούσαν κινητήρια δύναμη για την πόλη.

Χωρίς το "βδομαδιάτικο" των καπνεργατών η αγορά είχε νεκρωθεί. Οι δημοτικοί σύμβουλοι κατά τη διάρκεια Συνεδρίασης της 7/8/1926 θεωρούν το ζήτημα "σπουδαίον, ότι επήλθε κρίσις εις την αγορά".23

 

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΚΑΠΝΕΡΓΑΣΙΑΣ

"Απ' τις καπναποθήκες έφαγε ψωμί η φτώχεια παιδί μου!"

 

 Η μελέτη των προφορικών αφηγήσεων και  ιστοριών ζωής των καπνεργατών και καπνεργατριών, εκτός των άλλων φωτίζει και τις εργασιακές  σχέσεις τους...

 Η μνήμη σήμερα, προφανώς επιλεκτική με μια τάση ωραιοποίησης του παρελθόντος, συγκρατεί και διασώζει  μια θετική και εξιδανικευμένη εικόνα των καπνεμπόρων και επιχειρηματιών της πόλης.  Με τον απλό λαϊκό λόγο τους οι αφηγητές αναφέρονται στα "αφεντικά", τους επιχειρηματίες, αναγνωρίζοντας την προσφορά τους και εκφράζοντας ευγνωμοσύνη ως ευεργετημένοι προς αυτούς, από τους οποίους, "έφαγε ψωμί η φτώχεια", όπως λένε χαρακτηριστικά στην πλειοψηφία τους οι συνταξιούχοι σήμερα καπνεργάτες και καπνεργάτριες. Οι Αφοί Παπαστράτου, Ηλιού, Παναγόπουλοι και άλλοι μέσα από τις αφηγηματικές αναπαραστάσεις σχεδόν αγιοποιούνται, αφού τους αποδίδονται  χαρακτηριστικά υποδειγματικών αφεντικών. Και τούτο διότι η μνήμη επιλεκτικά έχει διατηρήσει το γεγονός ότι οι έμποροι και επιχειρηματίες του καπνού τους παρείχαν  τη δυνατότητα εργασίας στις καπναποθήκες του Αγρινίου, γεγονός που τους εξασφάλιζε την επιβίωση των οικογενειών τους στο παρελθόν, αφού με το "βδομαδιάτικο" κατάφεραν να ορθοποδήσουν πρόσφυγες και ντόπιοι καπνεργάτες/τριες.

"Τότε γέμιζε η τσεπούλα μας λεφτά", είναι μια κοινή φράση, δηλωτική της οικονομικής σημασίας που είχαν οι καπναποθήκες για τους εργαζομένους και για την οικονομία της πόλης γενικότερα, αφού οι καπνεργάτες αποτελούσαν κινητήρια δύναμη για την εμπορική τάξη της πόλης.

Οι γυναίκες καπνεργάτριες του Αγρινίου στις αυτο-αναπαραστάσεις τους αισθάνονται ότι έχουν πετύχει σημαντικά πράγματα χάρη στη μισθωτή εργασία, η οποία απέδιδε κάποια έσοδα στην οικογένεια και παρείχε μια σημαντική ευκαιρία για εμφάνιση και δράση των γυναικών στη δημόσια σφαίρα.

Κάποιες υπέργηρες καπνεργάτριες αναφέρονται βέβαια στις δύσκολες και ανθυγιεινές συνθήκες μέσα στη μυρωδιά και τη σκόνη του πικρού καπνού, και μάλιστα πριν τον εκσυγχρονισμό των κτιρίων και των τεχνικών επεξεργασίας,αλλά εκτιμούν ότι χάρη στην καπνεργασία εξασφάλιζαν "το μεροκάματο",  αναγκαίο για να αναστήσουν τα παιδιά τους,να τα παντρέψουν κλπ.Από την καπνεπεξεργασία επίσης εξασφάλισαν μια σύνταξη, η οποία τους επιτρέπει να ζουν σήμερα με αξιοπρέπεια.

Κάποιες νεώτερες καπνεργάτριες, οι οποίες δεν πρόλαβαν να συνταξιοδοτηθούν αφού έκλεισαν οι καπναποθήκες και αναγκάστηκαν να ζητήσουν αλλού εργασία, βιώνοντας και συγκρίνοντάς την με την καπνεργασία, βρίσκουν προτιμότερη τη δεύτερη. Για παράδειγμα η Ελένη Α. η οποία εργάζεται σήμερα σε ψητοπωλείο, λέει, ότι θα προτιμούσε να δουλεύει στα καπνά της αποθήκης, παρά στην κάπνα του κάρβουνου.24

 Και άλλες γυναίκες βιώνοντας το τέλος της καπνεργασίας  και την επακόλουθη ανεργία, έχουν κάθε λόγο να νοσταλγούν και να εξωραΐζουν το παρελθόν και φυσικά τους καπνεμπόρους, που τους έδωσαν τη δυνατότητα να εργαστούν.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η καλλιέργεια του καπνού, ο οποίος κρίθηκε ως " ιδεώδες προϊόν"  για την περιοχή Αγρινίου, στηρίχτηκε βασικά στην οικογενειακή εργασία.Ιδιαίτερα βαρύνουσα ήταν η συμμετοχή του γυναικείου φύλου σε όλες τις φάσεις και κυρίως στη μεταφύτευση και συγκομιδή. Η εκμηχάνιση της καλλιέργειας έφερε σημαντικές αλλαγές που επηρέασαν την ατομική,οικογενειακή και κοινωνική ζωή.Το γυναικείο φύλο κέρδισε σημαντικά από την τεχνική εξέλιξη. Η απελευθέρωση  των πολλών εργατικών χεριών έδωσε τη δυνατότητα να στραφούν οι νεώτερες γενιές σε άλλες δραστηριότητες και κυρίως σε ανώτερες και ανώτατες σπουδές.

 

Η ανάπτυξη της παραγωγής και του εξαγωγικού εμπορίου δημιούργησαν προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της δευτερογενούς παραγωγής ήδη από τις  αρχές του 20ου αι.Στα καπνομάγαζα-καπναποθήκες του Αγρινίου εργάζονταν εκατοντάδες καπνεργάτες και καπνεργάτριες. Μέχρι το 1952 στις καπναποθήκες δούλευαν μόνο πρόσφυγες γυναίκες. Μετά το 1953 ακολούθησαν και Αγρινιώτισσες.Πρόσφυγες και ντόπιες προωθούν τις σχέσεις επικοινωνίας και απορρίπτουν τις ρατσιστικές αντιλήψεις για πρόσφυγες και ντόπιους αντίστοιχα.Η μισθωτή εργασία της καπνεργάτριας συντέλεσε στο να βελτιωθεί αρκετά η θέση της στην οικογένεια και στην κοινωνία.

 

TO ΠΑΡΟΝ ΚΕΙΜΕΝΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΤΟΜΟ:

FRANK JAKOB- GERRIT DWOROK [HRSG.]

Tabak und Gesellschaft

Vom braunen Gold zum sozialen Stigma

 

NOMOS 2015