Τα γεγονότα είναι σεβαστά. Τα σχόλια ελεύθερα.

Image description goes here Image description goes here Image description goes here

Ιστορικά:

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΖΩΩΝ ΚΑΙ ΛΙΒΑΔΙΩΝ ΤΟ 1833


Γράφει ο Θαν. Γιαννακόπουλος, καθηγητής Α.Π.Θ

 

To νέο ελληνικό βασίλειο, κατά το 1833, περιελάμβανε κυρίως την Πελοπόννησο και τη Ρούμελή, την Εύβοια, τις Βόρειες Σποράδες ,τις Κυκλάδες και τα νησιά του Αργοσαρωνικού. H όλη έκταση του ,ήταν 48 χιλ. τετραγωνικά χιλιόμετρα. Η Πελοπόννησος είχε το 45 % και η Στερεά το 41% και το υπόλοιπο τα Νησιά αυτής της έκτασης. Το μεγαλύτερο ποσοστό της, περίπου το 1/4 ήταν βραχώδεις εκτάσεις και άγονες περιοχές κατάλληλες για λιβάδια για μικρά (πρόβατα, γίδια) και χοντρά ζώα. Τα έσοδα του Κράτους ήταν στην εποχή του Καποδίστρια, 1829-1831 περίπου 11.529.096 φοίνικες ή 10.145.604 δρχ. Η Αντιβασιλεία (από τους Βαυαρούς Άρμανσπεργκ (πρόεδρο), Μάουρερ, Χάιντεκ, Γκρένερ και Αμπελ) για να ανεβάσει τα έσοδα του Κράτους επέβαλε νέους φόρους όπως επιτηδευμάτων οικοδομών και επικαρπίας. Ανάμεσα στους φόρους ήταν και ο ποιμενικός ή επί των ζώων. Η επιβολή των φόρων ήταν απαραίτητη για τα έξοδα του κράτους. Ο φόρος επικαρπίας και επί των ζώων ήταν σημαντικοί. Από το Διάταγμα του Όθων που εκδίδει η Αντιβασιλεία το 1833 μαθαίνουμε ότι ο φόρος επί των ζώων που ονομαζόταν ποιμενικός , ήταν ανάλογος του είδους του ζώου και της ηλικίας του. Τα νεαρά ζώα απαλλάσσονταν, ενώ τα βοοειδή και τα ιπποειδή φορολογούνταν περισσότερο από ότι τα πρόβατα και τα γίδια. Έτσι, ανά κεφαλή για τα πρόβατα και γίδια ήταν 7 δρχ, ενώ για τους βόες και βουβάλια 30 δρχ. Για τους ίππους και ημιόνους 16 δρχ, και για τους χοίρους 13 δρχ. Αργότερα το 1838 με άλλο διάταγμα ,επεβλήθη φόρος και επί των μελισσιών (μελισσών) που ήταν ανάλογος των κυψελών ή των εγχωρίων (κουφινίων).
Τα έσοδα των δημόσιων ταμείων υπολείπονταν μέχρι και του 1839 των κρατικών δαπανών . Μεγάλο μέρος των τελευταίων ήταν προϊόν σπατάλης, βασικός υπεύθυνος της οποίας ήταν ο κόμης Άρμανσμπεργκ . Τη διαφορά αυτή κάλυψε υπονομεύοντας τη φερεγγυότητα του Ελληνικού Βασιλείου, το δάνειο των 60 εκατ. φράγκων , δάνειο που ενώ προοριζόταν για παραγωγικούς αναπτυξιακούς σκοπούς, χρησιμοποιήθηκε τελικά σε μισθούς και χορηγίες.

Η επικαρπία, ως φόρος αφορούσε κυρίως τα λιβάδια. Η επικαρπία καταβαλλόταν ανάλογα αν το Λιβάδι ήταν δημόσιο ή είχε παραχωρηθεί με ταπί από τους Οθωμανούς ή μη. Συγκεκριμένα κατά το άρθρο 1 του διατάγματος του 1833 «όλα τα λιβάδια ,δια την επικαρπίαν δεν έχει τις να παρουσιάσει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκικής εξουσίας ή ακόμη από τις τοπικές αρχές στη διάρκεια της επανάστασης , θεωρούνται ως δημόσια ,και η νομή αυτών μένει ως και μέχρι τούδε εις το δημόσιον. Κατά το άρθρο 2,του ίδιου διατάγματος «τα λιβάδια ,των οποίων η επικαρπία είχε δοθεί εκ μέρους της οθωμανικής εξουσίας εις τινά ιδιώτην δια ταπίου ,και τα οποία νέμεται είτε αυτός ,είτε άλλος τις, εις το οποίον ηδύναντο να παραχωρήσει το τις επικαρπίας δικαίωμα κατά τους τουρκικούς νόμους , μένουσης και εις το εξής εις τον νόμιμον επικαρπωτήν με δυνατότητα εμφύτευσης της επικαρπίας. Κατά το άρθρο 8 «Δια τα εθνικά ιδιόκτητα λιβάδια πληρώνει ο επικαρπωτής 16 τοις εκατό επί του εισοδηματός του, ενώ με άρθρο 9, αν δια του ταπίου επικαρπωτής ενοικιάσει τα λιβάδια του, η τιμή της ενοικιάσεως θέλει θεωρείται ως εισόδημα.
Στα άρθρα (βλέπε διάταγμα) αναφέρεται πότε γίνεται η καταμέτρησης των ζώων (Μάιος), ακόμη πόσο φόρο πληρώνει ο επικαρπωτής όταν χρησιμοποιήσει το λιβάδι για τα ζώα του (στην περίπτωση αυτή καταβάλει το ήμισυ του φόρου).Ακόμη περιλαμβάνει περιπτώσεις μετατροπής των λιβαδιών σε λειμώνες για την παραγωγή χόρτου κτλ. Είναι σημαντικό, ότι η καταβολή των φόρων (δεκάτη κτλ.) ακολούθησε περίπου το Οθωμανικό σύστημα και ότι στις ρίζες του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους θεμέλιο για έσοδα και διατροφή του λαού, αποτέλεσε η κτηνοτροφία (μισοκατεστραμμένη από τον πολυετή αγώνα της ανεξαρτησίας) που αξιοποιούσε τον φυσικό πόρο, το βοσκότοπο.