Τα γεγονότα είναι σεβαστά. Τα σχόλια ελεύθερα.

Image description goes here Image description goes here Image description goes here

Ιστορικά:

Λόφος Θυσίας  στο Κιλκίς και  Νικόλαος Κ. Γιολδάσης


Γράφει ο Θαν. Γιαννακόπουλος, καθηγητής Α.Π.Θ

 

 

Πέρασαν 163 χρόνια από την φονικώτερη μάχη του 2ου Βαλκανικού πολέμου,την Μάχη Κιλκίς και Λαχανά που έλαβε χώραν στο τριήμερο 19-21η Ιουλίου 1913.Ασχολήθηκαν πολλοί ιστορικοί και λόγιοι με την μάχη που στοίχισε στη ζωή 350 αξιωματικών και περίπου 8000 στρατιωτών χωρια από τους τραυματίες. Στη μάχη αυτή πήραν μέρος Ρουμελιωτες, Πελοπονησιοι, Κρητικοί και πολλοί θελοντές από όλα τα μέρη της τότε μικρής Ελλάδας, αλλα και Μακεδόνες που είχαν ετοιμασθή πρίν λίγα χρόνια από τον Μακεδονικό Αγώνα. Από τη δίδυμη μάχη, εκείνη του Κιλκίς έσωσε την Μακεδονία, ενώ του Λαχανά κυνήγησε του Βούλγαρους. Από εκείνους που έπεσαν άλλοι είναι γνωστοί και επώνυμοι και άλλοι άγνωστοι και τιμώνται στο μνημείο που βρίσκεται πάνω στον Ιερό λόφο ή Λόφο της Θυσίας που βρίσκεται αριστερά της πόλης του Κιλκίς και δίνεται στη φωτογραφία. Το μνημείο περιλαμβάνει το Περίβολο και το Ηρώον. Στην είσοδο δεσπόζουν από τα λάφυρα της μάχης δύο κανόνια και μπροστα από κάθε κανόνι αναθηματικές μαρμάρινες πλάκες με τα ονόματα νεκρών αξιωματικών και στρατιωτών που έπεσαν στη μάχη του Κιλκίς.Στην κάθε πλάκα υπάρχει  πρώτο το όνομα του διοικητού μονάδας του συντάγματος και ακολουθούν αξιωματικοί που έδειξαν ανδρεία και ηρωισμό.Στη δεξιά  πλάκατης εισόδου υπάρχει και το όνομα Γιολδάσης Νικόλαος υπολοχαγός πεζικού. Ο ήρωας από το Μαρίνο Δομνίστας  που με το αίματου πότισε το δέντρο της ελευθερίας στη Μακεδονία και τιμάται στο Λόφο της θυσίας. Αλλοίμονο όμως στο τόπο της γέννησης αν και ήταν εγγονός του Μήτρου Γιολδάση (αδελφού του Γιαννάκη Γιολδάση) δεν βρέθηκε όχι μόνο μνημείο αλλά ούτε οδός να πάρει το ονομά του. Εδώ και περισσότερο από δεκα –δεκαπέντε χρόνια ο Δήμος Καρπενησίου προσπαθεί να βρει δρόμο ή στράτα  για την ονομασία σε οδό «αγωνιστών Γιολδασαίων». Παίρνει αποφάσεις ομόφωνες που για κάποιο λόγο δεν υλοποιούνται. Ίσως οι ονομασίες και τα μνημεία στην Ευρυτανία και στο τόπο για τον οποίον οι γονείς  του Νικολάου Γιολδάση, γιού του Κωνσταντή Γιολδάση και της  Αρχόντως Σισμάνη, από την Αράχωβα Ναυπακτίας και την ιστορική οικογένεια των Σισμαναίων έδωσαν πολλά, έμειναν για  να τιμήσουν άλλους  που ελαβαν μέρος σε αγώνες του 1940-44 με αμφιλεγόμενη δράση και ωφέλεια στον τόπο.Μετα από αυτή την παρένθυση, γυρίζουμε στην περιγραφή του μνημείου. Σε αυτό ,στο περίβολο υπάρχουν μπρούτζινες προτομές με επιγραφές  όπως: Διαλέτης  Φωκίων, ταγματάρχης πεζικού, διοικητής 1ου Συντάγματος Πεζικού, Καραγιαννόπουλος Κων/νος, αντισυνταγματάρχης πεζικού, διοικητής 7ου Συνταγματος πεζικού, Π. Βελισσαρίου Ιωάννης, ταγματάρχης πεζικού,διοικητής 9ου τάγματος Ευζώνων,πολέμησε γεναία στη μάχη του Κιλκίς, Παπακυριαζής Ιων. συνταγματάρχης πεζικού ,διοικητης 4ου συντάγματος πεζικού, Π. Καμπάνης Αντ. συνταγματάρχης πεζικού, διοικητής 8ου συντάγματος πεζικού, Καμάρας Αντ, αντισυνταγματάρχης πεζικού διοικητής 16ου συντάγματος πεζικού. Το Ηρώον  βρίσκεται στο κέντρου του περιβόλου,απέναντι από την είσοδο, στραμμένο προς την πόλη του Κιλκίς. Το ύψος του βάθρου είναι περίπου 1 μέτρο και το ύψος του αγάλματος  περίπου τρία μέτρα. Το γλυπτικό σύμπλεγμα  περιλαμβάνει ένα κανόνι κάτω από τα πόδια του έλληνα αξιωματικού, νεκρό στρατιώτη στα πόδια του, κρατά από τη μέση ένα τραυματία με το αριστερό χέρι, ενώ με το άλλο προτεταμένο περίστροφο. Το έργο είναι του γλύπτη Γ. Δημητράδη, το όλο ύψος του μνημείου φθάνει  τα 4 μέτρα.

 

Λιθογραφία του Σ. Χρηστίδη για τη μάχη του Κιλκίς

Για τη μάχη του Κιλκίς, ο δάσκαλος –θεολόγος κ. Νάτσιος, συνεργάτης του κανάλι 4Ε αναφέρει: «Ὅλα τά εἶχα προβλέψει, τά εἶχα σκεφθεῖ, ὅλα ἐκτός ἀπό τήν τρέλλα τῶν Ἑλλήνων». Εἶναι λόγια τοῦ Νικολάου Ἰβανώφ, ἀντιστρατήγου, διοικητῆ τῆς 2ης Βουλγαρικῆς Στρατιᾶς, μετά τήν ἥττα του στό Κιλκίς. Χωρίς νά τό γνωρίζει ὁ Βούλγαρος στρατηγός ἐπαναλαμβάνει τά λόγια τοῦ θρυλικοῦ Γέρου τοῦ Μοριά, τοῦ Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, πού ἔλεγε λίγα χρόνια μετά τήν ἁγιασμένη Ἐπανάσταση τοῦ ’21: «Ὁ κόσμος μᾶς ἔλεγε τρελλούς. Ἠμεῖς, ἄν δέν ἤμεθα τρελλοί, δέν ἐκάναμεν τήν ἐπανάστασιν, διατί ἠθέλαμεν συλλογισθῆ πρῶτον διά πολεμοφόδιαν, καβαλλαρία μας, πυροβολικό μας, πυροτοθῆκες μας, τά μαγαζιά μας, ἠθέλαμεν λογαριάσει τήν δύναμιν τῆν ἐδικήν μας, τήν τούρκικη δύναμη. Τώρα ὅπου ἐνικήσαμεν, ὅπου ἐτελιώσαμεν μέ καλό τόν πόλεμό μας, μακαριζόμεθα, ἐπαινόμεθα. Ἄν δέν εὐτυχούσαμεν, ἠθέλαμεν τρώγει κατάρες ἀναθέματα…» («Ἅπαντα περί Κολοκοτρωναίων», ἐκ. «ΙΔΕΒ», σελ. 215). Ναί, ἡ ἴδια «τρέλλα», ὁ ἡρωισμός, ἡ «νηφάλιος μέθη» τῶν Ἑλλήνων, φανερώθηκε καί στή Σαλαμίνα καί στήν Πόλη καί στό Μεσολλόγι καί στό ἔνδοξο ’40. Ακόμη, ὁ στρατηγός Μακρυγιάννης στά «ἀπομνημονεύματά» του γράφει: «Ὅτι ἀρχή καί τέλος, παλαιόθεν καί ὡς τώρα, ὅλα τά θερία πολεμοῦν νά μᾶς φᾶνε καί δέν μποροῦνε· τρῶνε ἀπό μας καί μένει καί μαγιά…».

 

Εἶναι γνωστό πώς ἡ μάχη διεξήχθη ἐν μέσω φοβεροῦ καύσωνος (περίπου 40 βαθμούς Κελσίου). Τά σιταροχώραφα τοῦ κάμπου του Κιλκίς, ἐξαιτίας τῶν ὀβίδων πῆραν φωτιά. Πολλοί βαριά τραυματισμένοι στρατιῶτες, μή μπορώντας νά μετακινηθοῦν, κάηκαν ζωντανοί…Ζωντανός κάηκε,αφού ήταν τραυματισμένος και ο Γιολδάσης Νικόλαος, εγγονός του αντιστρατήγου του αγώνα του 21 Γιολδάση Μήτρου. Πριν καεί και μέσα στις φλόγες, ο  ίδιος από θυμό στην τύχη του «ξερίζωσε» το μουστάκι του. Δυστυχώς ενθυμήματα που στάλησαν στον αδελφό του Γιαννάκη   στη διάρκεια του εμφύλιου, χάθηκαν. Π.χ. το περίστροφο του,κειμήλιο και ενθύμιο για τον αδελφό του, το οποίο ζητούσαν συντοπίτες του Ελασίτες από το Μαρλινο να τους το παραδώσει. Ο Γιαννάκης βρίζοντας στην «τότε γλώσσα»,  και αρπάζοντας  την κουμπούρα τους έδιωξε. Όμως, αργότερα, με τον εκπατρισμό χάθηκε όπως κι άλλα κειμήλια π.χ. το κάψιμο του σπιτιού των Γιολδασαίων στα Σέλιτσα.

 

Η δεξιά στήλη με τα ονόματα των ηρωικώς πεσόντων στο Κιλκίς1913.

 

Στην ίδια στήλη διακρίνεται το όνομα του Διαλέτη, γόνου ιστορικής οικογένειας από τη Χρυσοβίτσα της Ατωλ/νίας, του Καππάνη  από την Άνδρο  και άλλων ηρώων.

Η ελληνική νίκη ήταν σπουδαία, από κάθε άποψη, αλλά το κόστος σε αίμα βαρύ. Οι νεκροί και οι τραυματίες πολλοί. Ιδιαίτερα υψηλές ήταν και οι απώλειες σε αξιωματικούς, καθώς ηγούνταν των μονάδων τους για να εμψυχώσουν τους άνδρες τους, πολλοί από τους οποίους ήταν νεοσύλλεκτοι. Μία άλλη εξήγηση μας δίνει ο στρατηγός Στέφανος Σαράφης στα απομνημονεύματά του:

Οι Βούλγαροι είχαν ορίσει καλούς σκοπευτές για να χτυπούν ειδικά τους αξιωματικούς που φαίνονταν γιατί γυάλιζαν τα χρυσά γαλόνια στο καπέλο και τις επωμίδες. Ύστερα από αυτό διατάχτηκε όλοι οι βαθμοφόροι να βγάλουν τα διακριτικά τους για να μην γνωρίζονται από μακριά».

Οι απώλειες από τη βουλγαρική πλευρά ήταν 6.971 άνδρες νεκροί και τραυματίες, καθώς και 2.500 αιχμάλωτοι.

Την άλλη μέρα κατά την ιστορική μάχη, ο Ιερέας της Μονάδας, πρεσβύτερος Καλλίμαχος Δημήτριος που είχε το θλιβερό καθήκον της ταφής των νεκρών, βρήκε μέσα στο ματωμένο χιτώνιο του  στρατιώτη Ανδρέα το γράμμα του προς τη Βασιλικούλα του. Έτσι, το γράμμα αυτό δεν πήγε ποτέ στη Βασιλικούλα, αλλά πήγε κατευθείαν στην Ιστορία. Ο Ιερέας το συμπεριέλαβε στο βιβλίο του «Από το Στρατόπεδο» που δημοσίευσε το 1914. Αργότερα, ο Υποστράτηγος Ν. Σιακαβέλλας το δημοσίευσε το 1986 στην εφημερίδα «Εθνικός Αγών» της Λαμίας. Επαναδημοσιεύουμε λοιπόν, στη μνήμη του Ανδρέα και όλων των άγνωστων ηρωικών νεκρών της μάχης εκείνης τη συγκινητική αυτή επιστολή: Εἶδα ματωμένο γράμμα νεκροῦ· τό ἐπῆρα καί ἀνέγνωσα: (παρατίθεται ὅπως το ἔγραψε ο ἡρωικός μαχητής)

«Ἦνε τόρα δυό μέρες Ἀγαπημένη μου Βασιληκούλα, πού κάμωμε πόλεμο μέ αὐτά τά παληόσκυλα· μᾶς βαροῦνε πολί μί οὐβίδες· χαθήκανε πουλᾶ πεδιά θκάμας· πάγ κι’ ἡ Γιανςμας τὸν πῆρε οὐβίδα τοῦ κεφάλτ. Τόρα περιμένομ σέ μιά ρεματιά νά ξαπουστάσουμ λιγουλάκι κι σί γράφο. Βασιληκούλα σί χάνο γιά τή Πατρίδα· αὐτό τό χουριό πού θέλουμ νά πάρουμ τού λέν Κιλκίδα κέ λέν πὼς τό μουσχάρη θά πλέξ στό ἔμα· ἔχο ἕνα ἔστημα πώς κεγῶ θά πάγο νά φάγο κούμαρα νά βρό τόν παπούλημ ἀλά νά μή κλάψσ Βασιληκούλαμ· ἅμα ἦνε γιά τί Πατρίδα δάκρια δέν ἐχ’ κλάματα μοναχά γιά ὅσοι ψοφοῦν στό στρόμα· θημᾶμε τί ἔλεγε κι Μῆτρος τοῦ Παπούλ γιά τσεγναίκες τό παλιό κερό στή Σπάρτ: ἡ τάς ἡ ἐπιτᾶς. Κλάματα δέ θέλο· ντροπῆς πράματα νά σκοῦζτε γιά μᾶς ἐδό τσβουλγαροχτόν, ἐγκδιτάδες ντίπ κι γιά οὖλες τσατιμίες πού πράξαν σταδέλφια μας Μακεδόνοι. Μόνο ἕνα κερί στήν ἅγια Παρασκεβί φτάνι· γιά διαθήκ ἴνε τά πεδάκιά μας· ἅμα μιγαλόσν νά πᾶν κιφτά στόν πόλεμο, στή Πόλ μί τόν Βουλγαροχτόνο βασιληά μας νά μνιμονεύσν τόν τάφουν μί ἔμα.

Σί φιλό Βασιληκούλαμ πολύ· γιά χαρά γιά τή Πατρίδα. Ἁπτό ρέμα Κιλκίδας1 Ἀντρέας».

 

Μεγαλειώδης ὕμνος Ρουμελιώτη ἀγωνιστή τῆς νέας μας ἐποποιίας. Ἀπό τό γράμμα αὐτό τοῦ ἁπλοϊκοῦ ὀρεσιβίου σπαρταρίζει θυσία τοῦ ἀθανάτου μαχητοῦ, που βαδίζει εἰς τόν θάνατον ὡς νυμφίος καί ἀπαγορεύει τά δάκρυα, ἐνθυμίζων τήν ἡρωικήν καρτερίαν τῶν Σπαρτιατίδων εἰς τήν ἁπλοϊκήν σύντροφον τῆς ζωῆς του». Παρόμοιες θυσίες στην Έξοδο του Μεσολογγίου, στο χορό του Ζαλόγγου, στην Αραπίτσα της Νάουσας κτλ.

«Εἴμαστε παλαβοί ἐμείς οὶ Ἑλληνες, ἁλλά ἔχουμε γνωστικό Θεό» ἔλεγε ὁ Κολοκοτρώνης καί Αὐτός θά μᾶς σώσει. Δέν μᾶς πρέπει ὁ φόβος, καταγόμαστε ἀπό γενιές ἡρώων σάν αὐτούς πού δόξασαν τήν πατρίδα και έπεσαν».

Στον πόλεμο όμως νικάει το θάρρος και όχι η αριθμητική υπεροχή του εχθρού ή οπλισμός του αντιπάλου, αυτό ακριβώς έγινε στη μάχη Κιλκίς – Λαχανά. Οι Έλληνες Αξιωματικοί και στρατιώτες πρόταξαν τα στήθη και της ξιφολόγχες τους, και όντως η «λόγχη νίκησε το πυρ». Αυτό είναι μοναδικό Ελληνικό φαινόμενο.

Τα εγκαίνια του μνημείο στο Λοφο, έγιναν  το 1928 παρουσία του τότε πρωθυπουργού Ελευθερίου Βανιζέλου και ο εθνικός μας ποιητής  Κωστής Παλαμάς, εξηνταεννιάχρονος τότε, απάγγειλε το  μεγαλόπνοο ποίημα  «Η πατρίδα προς τα τέκνα της» που τελειώνει ως παρακάτω:

 

Πνοές κι αν πλανάσθε σ άλλη ζωή

Λείψανα κι αν κοιμάσθε,

Σας λειτουργώ στη δόξα μου,

μακαρισμένοι νάστε.


                                                                    

1 Ονομασία του Κιλκίς