Τα γεγονότα είναι σεβαστά. Τα σχόλια ελεύθερα.

Image description goes here Image description goes here Image description goes here

Βυζαντινά μνημεία

Μνημεία βυζαντινής τέχνης στον Αχελώο

Τα σωζόμενα μοναστήρια του Αχελώου, τα βυθισμένα και τα απειλούμενα από την εκτροπή

Του Αθανασίου Παλιούρα
Καθηγητή Βυζαντινής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

Το μοναστηριακό συγκρότημα του Αγ. Γεωργίου στο Μυρόφυλλο. Περιλαμβάνει τρεις εκκλησίες,τον Αγ. Γεώργιο, την Παναγία και το παρεκκλήσι των Ταξιαρχών, τοξωτά κελλιά, ηγουμενείο και πύργο. Θα βυθιστούν στα νερά της τεχνητής λίμνης Συκιάς που κατασκευάζεται για την εκτροπή του Αχελώου. Μαζί με τα κτίρια θα χαθούν και οι μοναδικές τοιχογραφίες των Σαμαρινιωτών ζωγράφων Αθανασίου και Γεωργίου που κοσμούν το καθολικό από το 1869.

Το μοναστηριακό συγκρότημα του Αγ. Γεωργίου στο Μυρόφυλλο. Περιλαμβάνει τρεις εκκλησίες,τον Αγ. Γεώργιο, την Παναγία και το παρεκκλήσι των Ταξιαρχών, τοξωτά κελλιά, ηγουμενείο και πύργο. Θα βυθιστούν στα νερά της τεχνητής λίμνης Συκιάς που κατασκευάζεται για την εκτροπή του Αχελώου. Μαζί με τα κτίρια θα χαθούν και οι μοναδικές τοιχογραφίες των Σαμαρινιωτών ζωγράφων Αθανασίου και Γεωργίου που κοσμούν το καθολικό από το 1869.

Ο Αχελώος, ο οποίος στη μυθολογία ήταν Θεός, στα αρχαία ιστορικά χρόνια πλουτοδότης της εύφορης γης, στα βυζαντινά γίνεται θεατής πολεμικών συγκρούσεων, ειρηνικών επιδόσεων, λειτουργιών και πανηγύρεων σε εκκλησίες και μοναστήρια στη μία ή την άλλη του όχθη. Από τα παλαιοχριστιανικά χρόνια μέχρι το 1821, κατά μήκος των 220 χιλιομέτρων του μεγάλου ποταμού, χτίστηκαν παλαιοχριστιανικές βασιλικές, ναοί και μοναστηριακά συγκροτήματα, επισκοπεία και μητροπολιτικές εκκλησίες, ταπεινά ενοριακά κτίσματα και ερημοκκλήσια.
Ακολουθώντας τον Αχελώο στο αέναο ταξίδι του υδάτινου όγκου του, από τις πηγές μέχρι τις εκβολές, και μελετώντας την εκκλησιαστική αρχιτεκτονική και ζωγραφική που αναπτύσσεται σε καιρούς καλλιτεχνικής άνθησης ή παρακμής, έχεις την αίσθηση ότι μελετάς την παλαιοχριστιανική, βυζαντινή και μεταβυζαντινή τέχνη σε όλο της το μεγαλείο ή την τραγωδία, αντίστοιχα.

ο νάρθηκας του καθολικού

ο νάρθηκας του καθολικού

Το ποτάμι μοιράζονται τρία μεγάλα και ιστορικά διαμερίσματα της χώρας μας: η Θεσσαλία, η Ήπειρος και η Αιτωλοακαρνανία. Η τελευταία έχει τη μερίδα του λέοντος. Έτσι, καθώς βυζαίνει την Πίνδο, στο διάβα του μεγαλώνει και αντρειεύει. Περνά κοντά από το γοητευτικό και απόμερο μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου στην Κρανιά Καλαμπάκας, χαιρετά το τραγικό μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου στο Μυρόφυλλο Τρικάλων, σιγομουρμουρίζει στην Αγία Παρασκευή στο Χαλίκι και περηφανεύεται για τους καπετάνιους – αφιερωτές της ιστορικής Μονής Σέλτσου. Ύστερα, καμαρωτός και περήφανος, καθώς ο Ίναχος, ο Ταυρωπός, ο Αγραφιώτης, ο Κρικελιώτης τον ποτίζουν με υδάτινους τόνους, μπαίνει, από την ορεινή μεριά των ευρυτανικων Αγράφων, στη βαρυφορτωμένη μνήμες και ιστορία αιτωλοακαρνανική γη. Το στοιχείο της ιστορίας και της τέχνης προβάλλει σε κάθε βήμα του ενήμερου νεοέλληνα, καθώς με το δικό του τρόπο το σημειώνει ο Νίκος Πέτρου, που έγραψε για τον Αχελώο με το πάθος και το μεράκι του εξερευνητή: «Ψάχνοντας για τον Αχελώο κατάλαβα ότι δεν θα είχα να κάνω ένα ταξίδι στο χώρο αλλά και στο χρόνο».

άποψη του εσωτερικού του καθολικού αποκαλυπτική του τοιχογραφικού πλούτου που απλώνεται και στην παραμικρή κόγχη του ναού.

άποψη του εσωτερικού του καθολικού αποκαλυπτική του τοιχογραφικού πλούτου που απλώνεται και στην παραμικρή κόγχη
του ναού.

Αθελά του ξαναθυμάται κανείς σήμερα τη μυθική πάλη του Ηρακλή με τον Αχελώο όταν επισκέφθηκε το χωριό Μυρόφυλλο Τρικάλων. Θα συναντήσει ανήσυχους και ξεσηκωμένους τους ήσυχους κατοίκους του θεσσαλικού χωριού και τους επιστήμονες πο κατάγονται από την περιοχή να αγωνίζονται και να αντιστέκονται με συνέδρια διαμαρτυρίας, ενημερωτικά φυλλάδια και εκδόσεις. Το μοναστήρι τους, το ιστορικό μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου με τις τρεις εκκλησίες του, τον Άγιο Γεώργιο, την Παναγία και το παρεκκλήσι των Ταξιαρχών, πρόκειται να βυθιστεί στα νερά της τεχνητής λίμνης εν όψει του φράγματος Συκιάς, που κατασκευάζεται για την περιβόητη εκτροπή του Αχελώου.

Οι τρεις ναοί, τα τοξωτά κελιά, το ηγουμενείο, ο πύργος, οι χαρακτηριστικές τοιχογραφίες του καθολικού από τους Σαμαρινιώτες ζωγράφους Αθανάσιο και Γεώργιο του έτους 1869, θα πλημμυρίσουν και θα εξαφανισθούν. Μάταια ο λαογράφος καθηγητής Δημήτρης Ράπτης αγωνίζεται για τη σωτηρία τους. Το μεγάλο ποτάμι είναι ανελέητο και παίρνει με τη σειρά του εκδίκηση από τον άνθρωπο. Η ιστορία άλλωστε επαναλαμβάνεται. Οποιος φιλίστορας και φιλοπερίεργος κατεβεί χαμηλότερα προς τα μέρη της Ακαρνανίας θα συναντήσει το ίδιο τραγικό φαινόμενο. Οταν με μια βάρκα διασχίσει τα νερά της τεχνητής λίμνης του Καστρακίου θα ιδεί, λίγα μέτρα κάτω από την επιφάνεια, τον περίφημο ναό της Παναγίας της Πρεβέντζας να στέκει ασάλευτη στο βυθό. Το 1969 η περιοχή κατακλύστηκε από τα νερά του φράγματος που σχημάτισαν τη λίμνη Καστρακίου και μαζί με άλλα καταποντίστηκε και ο κομψός ναός. Κτίσμα του Δεσποτάτου της Ηπείρου, χρονολογείται στο 13ο αιώνα, και είχε θαυμάσιο κεραμοπλαστικό διάκοσμο στην ανατολική πλευρά όπου και πεντάστιχη κεράμινη επιγραφή με τα ονόματα των μαστόρων. Ευτυχώς, οι εξαιρετικής τέχνης τοιχογραφίες αποτοιχίστηκαν και περιμένουν υπομονετικά την ίδρυση του βυζαντινού Μουσείου Αγρινίου για να εκτεθούν.

 

Xτισμένο στην άκρη του γκρεμού, εκατοντάδες μέτρα πάνω από το ποτάμι, απρόσιτο ανάμεσα σε απότομες πλαγιές το μοναστήρι της Kοιμήσεως της Θεοτόκου, γνωστότερο ως μονή Σέλτσου, χρονολογείται από το 1698.

Xτισμένo στην άκρη του γκρεμού, εκατοντάδες μέτρα πάνω από τo ποτάμι, απρόσιτο ανάμεσα σε απότομες πλαγιές το μοναστήρι της Kοιμήσεως της Θεοτόκου, γνωστότερο ως μονή Σέλτσου, χρονολογείται από το 1698.

Καθώς ο Αχελώος κυλάει στην περιοχή της Άρτας περνάει κοντά και από το Μοναστήρι Κοίμησης της Θεοτόκου του Σέλτσου. Σε απόκρημνη πλαγιά πάνω από τον ποταμό, απέναντι από το χωριό Πετρωτό και με πρόσβαση από το χωριό Πηγές, βρίσκεται εκεί το μοναστήρι από το 1697. Το καθολικό της Παναγίας, μονόχωρο, με ημικυκλικές αψίδες βόρεια και νότια, αθωνικού τύπου και καμαροσκέπαστο νάρθηκα, είναι κατάγραφο με τοιχογραφίες που ζωγράφισε το 1698 ο «αμαρτωλός Νικόλαος, ιερεύς από την Αρτα». Ανάμε σα στο συνηθισμένο για την εποχή εικονογραφικό πρόγραμμα (σε πέντε ζώνες Παντοκράτωρ, Δεσποτικές και Θεομητορικές σκηνές, Ακάθιστος Ύμνος, στηθάρια, ολόσωμοι άγιοι) στον ανατολικό χορό παριστάνονται, σε μια πρωτότυπη, μοναδική και χαριτωμένη σύνθεση, οι καπεταναίοι αδελφοί Νίκος και Αποστόλης. Κρατούν ως κτίτορες ομοίωμα του ναού, φορούν τις επίσημες στολές τους με αρχοντικά καπέλα και φέρουν φωτοστέφανα ως άγιοι. 0 παπάς και ζωγράφος τούς περιποιήθηκε με το παραπάνω. Οι ατρόμητοι καπεταναίοι προτίμησαν από τα γιαταγάνια τα φωτοστέφανα «εις εξιλέωσιν των πολλών πταισμάτων». Κατάφεραν έτσι να περάσουν στην ιστορία ως επώνυμοι πολεμιστές, όχι όμως και ως άγιοι.

Κοντά στο χωριό Μάστρου σώζεται ο ναός του Αγ. Ιωάννη της Επισκοπής χτισμένος πάνω στο κεντρικό κλίτος μεγάλης παλαιοχριστιανικής βασιλικής. Ο ναός αυτός πρέπει να ήταν έδρα του επισκόπου της πόλεως Αχελώος που ήκμασε τον ύστερο μεσαίωνα και της οποίας τα λιγοστά ίχνη χάνονται γύρω στο 1360.

Κοντά στο χωριό Μάστρου σώζεται ο ναός του Αγ. Ιωάννη της Επισκοπής χτισμένος πάνω στο κεντρικό κλίτος μεγάλης παλαιοχριστιανικής βασιλικής. Ο ναός αυτός πρέπει να ήταν έδρα του επισκόπου της πόλεως Αχελώος που ήκμασε τον ύστερο μεσαίωνα και της οποίας τα λιγοστά ίχνη χάνονται γύρω στο 1360.

Επισκοπές
Το μεγάλο ποτάμι όμως, καθώς ορμητικό κατεβαίνει προς τα κάτω, εξακολουθεί να καταβροχθίζει τα έργα τέχνης. Δεν βρίσκεται μακριά η βυθισμένη σήμερα στην τεχνητή λίμνη Κρεμαστών Επισκοπής της Ευρυτανίας, ένα πρωτοποριακό και μεταβατικής τέχνης αρχιτεκτόνημα, το οποίο, σε τρίτη φάση, τον 13ο αιώνα, ζωγραφίζεται με «τοιχογραφίες υψηλής ποιότητας», καθώς σημείωσε ο Μανόλης Χατζηδάκης που ενδιαφέρθηκε να αποτοιχίσει αυτές τις τοιχογραφίες και το 1976 να τις εκθέσει στην Αθήνα φροντίζοντας ο ίδιος και τον κατάλογο.
Η Επισκοπή της Ευρυτανίας εξάλλου και η Επισκοπή Μάστρου, κοντά στις εκβολές του Αχελώου -ένας ναός με παλαιοχριστιανική και βυζαντινή φάση- φέρνουν στο προσκήνιο το διπλό πρόβλημα: της επισκοπής Αχελώου και της πόλης Αχελώου. Για την επισκοπή Αχελώου, καθώς και για την ομώνυμη πόλη, διασώθηκαν ελάχιστες πληροφορίες. Οι μελετητές προτείνουν διαφορετικές παραποτάμιες τοποθεσίες ως έδρα της επισκοπής, όπως την επισκοπή Ευρυτανίας, την Επισκοπή Μάστρου, το Αγγελόκαστρο, το Αιτωλικό, τις Δυο Εκκλησιές Στάμνας. Η επισκοπή αναφέρεται στα Τακτικά Λέοντος ΣΤ” του Σοφού, στον Νικόλαο Μυστικό και στον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο. 0 Καντακουζηνός και ο Γρηγοράς αναφέρουν την πόλη. Ετσι, ώς σήμερα, η επιστημονική διαμάχη που άνοιξε ανάμεσα στον ιστοριοδίφη Γεράσιμο Παπατρέχα και τον βυζαντινολόγο Σωτήρη Κίσσα -που έφυγαν δυστυχώς και οι δύο από κοντά μας- παραμένει ανοιχτή και η έρευνα συνεχίζεται από τον καθηγητή Φώτη Κατσαρό και τον Κώστα Τριανταφυλλίδη. Περιβόητη έμεινε η μάχη του Αχελώου, που χρονολογείται στα 1358/59, ανάμεσα στον Δεσπότη Νικηφόρο Β” του Δεσποτάτου της Ηπείρου και στους Αλβανούς του Καρόλου Τόπια. 0 στρατός του Νικηφόρου συντρίβεται και ο ίδιος συλλαμβάνεται και φονεύεται: «Ελθών δε εις Αχελώον και πόλεμον συγκροτήσας κατά των Αλβανιτών κατακρατείται υπ” αυτών και αναιρείται…».
Στην άκρη του Αχελώου, στον κάμπο, ανάμεσα στα χωριά της Παραχελωίτιδας Όχθια και Κυψέλη, βρίσκεται ερειπωμένη τεράστια βασιλική με βαπτιστήριο. Πάνω στην αψίδα είναι χτισμένο νεώτερο εξωκκλήσι, ο Αη Γιώργης ο Κισσώτης. Ολόκληρη η παραποτάμια περιοχή μέχρι τη λίμνη Οζερό είναι κατάσπαρτη με όστρακα, πλίνθους, μαρμάρινα θραύσματα και θεμέλια οικοδομημάτων. Οι αρχαιολόγοι Π. Λαζαρίδης και Σ. Αλεξανδροπούλου, που διενήργησαν στις αρχές της δεκαετίας του 1960 επιφανειακή έρευνα, έμειναν με την εντύπωση ότι σ” αυτό τον απέραντο ερειπιώνα πρέπει να αναζητηθεί η πόλη Αχελώος.

Ο ναός του Αγ. Ιωάννη Ριγανά είναι σταυροειδής με τρούλλο και χρονολογείται στα 1815. Βρίσκεται πλάι στη λίμνη του Καστρακίου λίγο βορειότερα από τη γέφυρα Σπολάιτας.

Ο ναός του Αγ. Ιωάννη Ριγανά είναι σταυροειδής με τρούλλο και χρονολογείται στα 1815. Βρίσκεται πλάι στη λίμνη του Καστρακίου λίγο βορειότερα από τη γέφυρα Σπολάιτας.

Μια σειρά εξαίρετων μνημείων, βυζαντινών και μεταβυζαντινών, καταγράφεται στο μεγάλο κάμπο της Αιτωλίας και της Ακαρνανίας. Νοτιοανατολικά του μεγάλου ποταμού και ώς τον Πατραϊκό απλώνεται η απέραντη πεδιάδα της Αιτωλίας, ενώ βορειοδυτικά τα εδάφη της Ακαρνανίας μέχρι τον Αμβρακικό. 0 τόπος είναι ευλογημένος, με τις εφτά λίμνες και τα τρία ποτάμια (Αχελώος, Εύηνος, Μέγδοβας). 0 Αχελώος στην αρχαία εποχή χώριζε τους Αιτωλούς από τους Ακαρνάνες. Σήμερα τους ενώνει με τη μεγάλη γέφυρα κάτω από τα ερείπια της περιτειχισμένης πρωτεύουσας της Ακαρνανίας Στράτου. Δίπλα του, πότε από τη μια όχθη και πότε από την άλλη, συνοδεύουν το ταξίδι του τα χριστιανικά μνημεία. Πάνω από το ύψωμα της σπηλιάς του αγναντεύει την τεχνητή λίμνη των Κρεμαστών ο Αγιος Ανδρέας ο Ερημίτης.
Πρόκειται για το φημισμένο σπήλαιο-ασκηταριό, όπου ασκήτεψε, στο πρώτο μισό του 13ου αιώνα, ο ονομαστός όσιος της περιοχής Ανδρέας ο Ερημίτης. Το σπήλαιο έχει μικρό πλάτος και ύψος και μέγα βάθος. Σε απόσταση δώδεκα μέτρων από το άνοιγμα υπάρχει χτιστή κόγχη, που σε συνδυασμό με πρόχειρο νεώτερο τέμπλο δημιουργούν το χώρο του ιερού. Η κόγχη φιλοξενεί μια εκπληκτική Πλατυτέρα και τις μορφές τεσσάρων ιεραρχών που συλλειτουργούν, των αγίων Βασιλείου, Χρυσοστόμου, Αθανασίου και Επιφαvιoυ Κύπρου. Η Πλατυτέρα χωρίζεται από τους ιεράρχες με ταινία καστανού χρώματος, πάνω στην οποια γράφεται αλληγορικό κείμενο. Προσεκτική ανάγνωση του κειμένου αποκαλύπτει ιαμβικό ποίημα που αρχικά αποδόθηκε στο βυζαντινό ποιητή Μανουήλ Φιλή (1275-1345), αλλά που ανήκει στον Κωνσταντίνο Μιχαήλ Ψελλό (1018-1078). Το περιεχόμενο του ποιήματος αποτελεί ύμνο στην Παναγία. Η κλασική και σπουδαία αυτή τέχνη ανήκει στον 14ο αιώνα.

Είναι εκπληκτικό πως σε ένα απομονωμένο σπήλαιο-ασκηταριό ασκείται ενας φημισμένος ασκητής, με μόνιμη συντροφιά τον ουρανό, το βουνό Κανάλα και τον Αχελώο. Το μεγάλο ποτάμι, στη σημερινή του μορφή, απέκτησε διαφορετική φυσιογνωμία εξαιτίας των τεχνητών λιμνών που δημιουργήθηκαν. Ολες αυτές τις αλλαγές παρακολούθησε από διπλανό λόφο ο Αγιος Ιωάννης ο Ριγανάς Σπολάιτας, κοντά στη σιδερένια γέφυρα. Ενας απλός, κομψός, πετροχτιστος ναισκος που χτίστηκε το 1815. Το ίδιο και ο Αγιος Γεώργιος στο βυζαντινό φρούριο του Αγγελοκαστρου, απο τη μια, και το μοναστηρι του Παντοκράτορα, από την άλλη. Το ποτάμι στον κάμπο κυλά νωχελικά ανάμεσά τους, δίνοντας το στίγμα της παρουσίας του.

Ο Απόστολος Πέτρος, λεπτομέρεια από τις θαυμάσιες τοιχογραφίες 16ου αι. που κοσμούν το καθολικό στο μοναστήρι των Ταξιαρχών Γουριάς (φωτ.: Από το βιβλίο του Αθανασίου Παλιούρα «Βυζαντινή Αιτωλοακαρνανία», εκδ. «Αρσινόη», Αθήνα 1985)

Ο Απόστολος Πέτρος, λεπτομέρεια από τις θαυμάσιες τοιχογραφίες 16ου αι. που κοσμούν το καθολικό στο μοναστήρι των Ταξιαρχών Γουριάς (φωτ.: Από το βιβλίο του Αθανασίου Παλιούρα «Βυζαντινή Αιτωλοακαρνανία», εκδ. «Αρσινόη», Αθήνα 1985)

Στις εκβολές
Ωσπου, ύστερα από το μακρύ ταξίδι του, βγαίνει στον υδροβιότοπο των εκβολών του Αχελώου. Εκεί γύρω εντοπίζουμε τον βυζαντινό ναό του Λεσινίου (Παλαιοκατούνας), του τέλους του 13ου αιώνα, το μοναστήρι της Παναγίας της Λεσινιώτισσας, της εποχής της Τουρκοκρατίας, τους Ταξιάρχες Γουριάς με θαυμάσιες τοιχογραφίες του 16ου αιώνα. Βέβαια κορυφαίο μνημείο στην παραχελωίτιδα περιοχή αποτελεί η Επισκοπή Μάστρου. Το όνομα, η μεγαλοπρεπής εμφάνιση, το μέγεθος και η θέση του εντυπωσιακού ναού συνηγορούν υπέρ της άποψης που διατύπωσαν ο Κίρστεν, ο Κώνστας, ο Κίσσας, ο Κατσαρός ότι εδώ πρέπει να ήταν η έδρα του επισκόπου Αχελώου και απορρίπτουν τις θέσεις που υπέδειξαν ο Heuzey (Κατοχή), ο Pouqueville (Αγγελόκαστρο), ο Nicol (Αιτωλικό) και ο Παπατρέχας (Δυο Εκκλησίες Σταμνάς). Η ιστορική και αρχαιολογική έρευνα, οι φιλολογικές πηγές και τα αρχεία δεν προωθούν την αποκάλυψη της αλήθειας και τη διαλεύκανση της υπόθεσης.
0 μόνος που ξέρει είναι ο μεγάλος ποταμός, γιατί είδε τόσα πολλά και γνώρισε περισσότερα στο πέρασμα των αιώνων. Αλλά σιωπά. Αμίλητος μεταφέρει τόννους νερού συνεχώς και τους αδειάζει στη Θάλασσα, όπου οι Εχινάδες νήσοι. Αλλωστε ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για την ανθρώπινη περιέργεια. Οι άνθρωποι συνέχεια γυρίζουν και κοιτάζουν στο παρελθόν. Το ποτάμι ποτέ δε γυρίζει πίσω.