Πρόσωπα & Πράγματα:

Κώστα Ι. Τριανταφυλλίδη:

O ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ Η ΣΙΩΠΗ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΔΗΜΑ

«Ποιήματα τής EMILY DICKINSON»

 

 Όταν, στα 1957, ο Πέτρος Δήμας δημοσίευσε τίς λεπτότατες καί αριστοτεχνικές μεταφράσεις των ποιημάτων τού FRANCIS ZAMMES, όλοι αισθανθήκαμε ζωηρά ευχάριστη έκπληξη. Γιατί νομίζαμε ότι ο λεπταίσθητος δημιουργός τής «Βορινής πλαγιάς τής Κυραβγένας» (1940) καί των «Δέκα μικρών ποιημάτων» (1944) είχε πιά σιγήσει οριστικά. Να όμως πού ό Δήμας, παρά τη φαινομενική του σιωπή - κι ίσως ακριβώς γι αυτή - προετοίμαζε ένα από τα πιο λαμπρά καί ευτυχισμένα φανερώματα του λυρικού του ταλέντου. Αποτραβηγμένος, πές, στήν κόγχη τής προσωπικής του γνησιότητας καί προσηλωμένος πάντα στο αίτημα του ποιοτικού λόγου, σαν άλλος χρυσικός, σφυρηλατούσε, επίμονα καί βασανιστικά, το μέταλλο τού στίχου κι εκείνο άστραψε τώρα μπροστά μας με μια πρωτόφαντη, παρθενική ομορφιά!

'Ακολούθησαν τά «Παλιά Χαρτιά» (1959), εντελέστατες αποδόσεις ποιημάτων τού Γκαίτε, τού Βερλαίν, τού Άπολλιναίρ καί τού Καρκώ, καί τέλος σκόρπιες «οριστικές» μεταφράσεις τού Όμάρ Καγιάμ καί ευρωπαίων λυρικών.

Το έγραψα, σέ μιάν ανάλογη ευκαιρία: Ό Πέτρος Δήμας έκαμε την εμφάνισή του στα νεοελληνικά Γράμματα με μια τρυφερότατη καί απαλότατη ερωτική αίσθηση. Κέντρο τής έμπνευσης καί τού νεανικού του θάμβους υπήρξε ή Παιδούλα - αυτή πού λικνίζει τίς συγκινήσεις μιας ευαίσθητης εφηβείας καί εξακολουθεί να ελαφροπατά μέσα στην ονειρικότητα του λυρικού ρεμβασμού).

Ή μικρή ηρωίδα τής «Βορινής πλαγιάς» σκορπίζει τη χάρη καί την εξαίσια ευωδιά ενός κρίνου του βουνού, περιβαλλόμενη από απαλότατο καί γλυκύτατο φως. Θάλεγε κανείς πώς είναι μια μακρυνή ανάμνηση τής Χαμσουνικής Έδουάρδας, άν δεν ανίχνευε συνεχώς τα στοιχεία μιας ελληνικής, καί δη αιτωλικής, ιθαγένειας.

Κι όλα αυτά μέσα σ' ένα κλίμα αισθητικής καί υπαρξιακής γνησιότητας- θέλω να πω όχι με τον τρόπο τής «τελειωμένης» εικονοπλασίας, αλλά με τη μέθοδο τής λεπτής ισορροπίας πάνω στην τεταμένη χορδή των άμεσων βιωματικών εμπειριών. Έτσι συνυφαίνονται εδώ, κατά τρόπο θαυμαστό, τα στιβαρότερα ανδρικά αιτήματα καί τα πιο λεπτά καί φίνα κοριτσίστικα καμώματα: καί τα καλέσματα καί οι παραιτήσεις· καί οι προσεγγίσεις καί οι απωθήσεις;· καί τα «ναι» καί τα «όχι»' καί οι εκρήξεις τής χαράς καί οι περιστερένιοι αναστεναγμοί. Ήγουν: οι ευφρόσυνες ταυτίσεις καί οι πικρότατοι αποχωρισμοί. Αυτό τό τελευταίο - τόν αποχωρισμό λέγω - πλουτίζει τήν έκφραση μ' έναν αβρό ελεγειακό τόνο καί την ύπαρξη με μια συνεχή καί επίμονη τρυφερή αναπόληση...

Το ομόλογο τής «Βορινής πλαγιάς» είναι τα «Δέκα μικρά ποιήματα». Κι εδώ ή θεσπέσια μορφή θάλλει μέσα στό κλίμα τών ευτυχισμένων προσμονών καί συναντήσεων καί τών περιαλγών αποχωρισμών. ’Έρχεται σαν τα έαρα, τά θαμπωτικά καί τα ευώδη, καί αναχωρεί σαν το χελιδονάκι το χινόπωρο - σαν πού φυσάει αγέρας κ έρχονται πρωτοβρόχια....:

Τα πρωτοβρόχια αρχίζανε νωρίς στήν Κυραβγένα.

Θυμάσαι;... Στην απόμερη σέ πρόσμενα σπηλιά·

κι ερχόσουν! Ήταν τα λινά γοβάκια σου βρεγμένα,

μύριζαν κρίνα καί βροχή τα σκόρπια σου μαλλιά.

………..

Άχ, έλα! Κι ας ήτανε να' ρθείς από τα Περασμένα,

δροσάτη αγάπη, μάγεμα των είκοσι χρονώ!

Τα πρωτοβρόχια αρχίσανε νωρίς στην Κυραβγένα

κι είναι, χωρίς το βλέμμα σου, το δάσος σκοτεινό.

                                                                («’Αφιέρωμα»)

 

Κι ένα ποίημα του ZAMMES - ενδεικτικό:

 

Οι σκόνες απ' τα κόσκινα στον ήλιο ήχολογάνε.

Τον ώμο σου καί τα μαλλιά σου βάλε τα στον ώμο

καί στα μαλλιά μου. Σα νερό τ' αγέρι, καί περνάνε

τα βόδια μες στο κρύο πρωί των λασπωμένων δρόμων

Τα σήμαντρα στις πράσινες πλαγιές σημαίνουν Κυριακή

Μόλις έχεις ξυπνήσει. Είσαι λευκή.

Γλυκιά, μεγάλη ή σιγαλιά στο σύμπαν απλωμένη

καθώς στους λόφους ή γραμμή πού ανεβοκατεβαίνει.

Όλος υγεία, στο πνεύμα μου βαθιά το γαλανό

προσεύχομαι, γιαπί ό Θεός είναι στον ουρανό.

 

Κι ένα ποίημα τού VERLAΙNE - κι αυτό ενδεικτικό:

 

Λοιπόν, αυτά θα γίνουνε μια μέρα θερινή:

Ό μέγας ήλιος, τής λαμπρής χαράς μου παραστάτης,

Θα κάνει, μέσα απ' το σατέν καί μέσα απ' το μετάξι,

Πιο ωραία τη λατρευτή σου καλλονή.

 

Ό ζαφειρένιος ουρανός, σαν υψηλή σκηνή,

Με πλούσιες, ό θαυμάσιος, πτυχές θά κυματίσει

Πάνω στα δυο μας μέτωπα, χλωμά από συγκινήσεις

Ευτυχισμένες κι από προσμονή

 

Κι όταν κυλήσει καί η βραδιά, γλυκό θα' ναι τό άγέρι

πού μες στα πέπλα σου δειλά θα παίξει ερωτικά’

Καί τα γαλήνια βλέμματα των άστρων φιλικά

θα μάς χαμογελούν, καλό μου ταίρι.

Όταν ό Δήμας - σέ ηλικία μόλις 23 χρονών - έκανε την εμφάνισή του στα Γράμματά μας, η λογοτεχνική κριτική τον υποδέχτηκε με ανεπιφύλαχτο εγκώμιο. Θυμάμαι ένα κριτικό σημείωμα τού Λαπαθιώτη - καί ξέρουμε πόσο άσφαλτη ήταν τού Λαπαθιώτη η αισθητική κρίση. ’Ανάμεσα στ' άλλα έγραφε: «Αυτά τα τέσσερα μικρά του αφηγήματα - έργο πραγματικής ευαισθησίας κι αυθεντικών συνθετικών ικανοτήτων - φρονώ πώς είναι υπεραρκετά, ώστε να θέσουν ασυζητητί τον νεαρόν των συγγραφέα σέ μοίραν όλως εξαιρετική»(!). ’Έπειτα έγραψαν πολλοί, εξ ίσου εγκωμιαστικά. Κι ό I.Μ. Παναγιωτόπουλος - ο πάντα προσεχτικός καί αισθητικά άγρυπνος - έλεγε: «Ό Πέτρος Δήμας, ό γεμάτος ποίηση καί αισθητική σοφία»! Σήμερα ό Αγρινιώτης ποιητής θεωρείται ένας από τούς εγκυρότερους εκπροσώπους τής ανανεωμένης μας Παράδοσης...

Δεν είναι πιά τυχαίο ότι έπειτα από χρόνια δημιουργικής, καί πάλι, σιωπής 6 Πέτρος Δήμας μάς ετοίμασε τη νέα του έκπληξη: ένα «Τετράδιο» - σαν το λευκό περιστέρι τής ευδοκίας - με 55 «Ποιήματα τής EMILY DICKINSON» - ’Αγρίνιο 1989.

Δεν ξέρω ποια εκλεκτική συγγένεια έφερε τον ποιητή μας στη νέα του - όντως αριστοτεχνική - μεταφραστική επιλογή. Πάντως το ίδιο γερό ένστικτο πού τον είχε οδηγήσει στο ZAMMES, τον ποιητή τού Προβηγκιανού φωτός καί των απλών, «στέρεων» καί καλοσυνάτων ανθρώπων, αυτό τώρα τον έφερε καί στην πλούσια καί διάφανη (αν καί συχνά αμφίσημη) καί εξαίσια ποίηση τής ’Αμερικανίδας ποιήτριας.

Ή EMILY DICKINSON (1830 - 1886) (καί εδώ δανείζομαι κάποια στοιχεία από το έξοχο δοκίμιο τού LE ROY BREUNIG «Μερικοί εκπρόσωποι τής Άμερικανικής λογοτεχνίας») έζησε καί πέθανε στο "Αμερστ, μικρή πόλη τής Μασσαχουσέτης. Σε ηλικία 23 χρόνων συνόδεψε τον πατέρα της στην Ουάσιγκτων, όπου έλαβε πείρα ενός σφοδρού, αλλά άτυχου, έρωτα. Γυρίζοντας στο σπίτι της στο Αμερσχ αυτοφυλακίστηκε σε μιά τέλεια μοναξιά - μη βyαίνοντας σχεδόν ποτέ έξω από τον κήπο της. ’Αλλά αυτός ο ολάνθιστος χώρος, ό γεμάτος χρωματισμούς κι άρωμα έγινε καί ο «μυστικός κήπος τής ψυχής της. Μέσα εκεί με οξυμμένες στο έπακρο · αισθήσεις της - άρχισε διαμορφώνει μια λεπτή και θαυμαστά αποκαλυπτική εικόνα του κόσμου. Να συλλαμβάνει στιλπνές καί απροσδόκητες όψεις τής φύσεως, να ακούει λεπτότατους κραδασμούς των πλασμάτων, να αισθάνεται τα πιο γλυκά καί μεθυστικά καλέσματα τής ζωής.

Αυτή ή κοσμογονία διαμόρφωσε τελικά καί την ποιητική της ιδιοτυπία. ’Έγραφε σέ κομματάκια χαρτί στίχους, πού όταν τούς βρήκαν καί τούς δημοσίεψαν, μετά το θάνατό της, αναγνωρίστηκαν: ως μερικά από τα ομορφότερα καί λαμπερότερα πετράδια τής αγγλικής γλώσσας.

Ή ποίηση τής DICKINSON αρδεύεται οπτό πηγές λαγαρές καί υψώνει το ευπροσήγορο τόξο της σέ προοπτικές ευγενών οριζόντων. Tα θέματά της είναι τα θέματα κάθε μεγάλης -ποίησης: ό Θεός, η φύση, ο έρωτας, η αιωνιότητα!

Να μια δροσερή εικόνα - πού τη διαστίζει ωστόσο καί ή γυναικεία κοκεταρία:

Τα πρωινά είναι πιο γλυκά.

Μαυρίζουν τα καρύδια,

Πιο στρογγυλό το μάγουλο γίνεται των καρπών.

Το ρόδο λείπει σέ ταξίδι.

 

Έβαλε πιο χαρούμενο φουλάρι το σφεντάμι

Κι άλικη ρόμπα το λιβάδι.

Για να μην είμαι ντεμοντέ

Θα βάλω ένα μπιζού.                                    (11)

 Για να προχωρήσει σέ συνθετότερες καί πνευματικότερες θεωρήσεις:

 Το μυστικό τους οι ουρανοί δεν μπορούν να φυλάξουν!

Στους λόφους τό αφηγούνται,

Κι οι λόφοι στα περβόλια,

Κι εκείνα στους ναρκίσσους!

 

Ένα πουλί πού διάβαινε

Τ' άκουσε, κατά τύχην, όλα.

"Αν το μικρό πουλί δωροδοκούσα,

Ποιος ξέρει τί θα μαρτυρούσε;

 

Το μυστικό σου, Κύριε, φύλαξέτο!

Δε θέλω, κι όταν το μπορώ, να ξέρω

Τί κάνουν του σαπφείρου οί σύντροφοι

Στον φανερό σου κόσμο!                                       (23)

 Ή μαγική αοριστία ανάμεσα στη γνώση καί την άγνοια δεν μπορούσε, θαρρώ, εντελέστερα να αποδοθεί. Ποίηση αιθέρια, παραδείσια - πού θυμίζει μεταξένιες μινιατούρες τής Άπω ’Ανατολής - αλλά καί βαθύτατα στοχαστική καί άπορη(μα)- τική:

Δύο πεταλούδες βγήκανε το μεσημέρι

Καί βαλς εχόρεψαν επάνω από ’να ρυάκι,

Έπειτα επέταξαν ολόισα στο στερέωμα,

Για να σταθούν απάνου σέ μια αχτίδα

Ύστερα εφύγανε μαζί

Σέ μια αστραφτερή θάλασσα -

Μ' όλο πού δεν ομίλησαν ως τώρα σέ κανένα

Λιμάνι για την άφιξή τους.

Αν τις ερώτησε το αλαργινό πουλί,

Αν τίς αντάμωσε μες στην αιθέρια θάλασσα

Ένα καράβι εμπορικό ή μια φρεγάτα,

Δεν τό' μαθα ποτέ.                                        (30)

 ’Αλλά καί «γνωμική» είναι η ποίηση τής DICKINSON. Κάποια συμπυκνωμένα τετράστιχα είναι πράγματι  σταλαγμοί σοφίας:

Ποίησις είναι να κοιτάζεις

Τον καλοκαιρινό ουρανό,

Χωρίς γι' αυτό να γράφουν τα βιβλία.

Τ' αληθινά ποιήματα’ δαφεύγουν      (34)

 

«Φρόνιμη!». "Αχ! οι σοφοί αν μαντεύαν,

Πώς χοροπήδαε το μυαλό μου,

Θα’ χάνε φυλακίσει ακόμη

Κι ένα πουλί για προδοσία !        (36)       

 

Όταν το ποταμάκι μου κυλά,

Ξέρω πώς έχει ελάχιστο νερό

Όταν είναι βουβό, ξέρω καλά

Πως είναι κι όλας πέλαγο.        (39)

 Δεν έχουμε, δυστυχώς, χώρο γιά νά κάνουμε μιά, στοιχειώδη έστω, ενδεικτική ανθολόγηση. "Ας κλείσουμε αυτήν την παρουσίαση με το βαθύτατα ερωτικό, αριστουργηματικό αυτό ποίημα:

 

Στον κόσμο καταφθάνει ή ’Άνοιξη'

Κοιτάζω τούς Απρίληδες, τούς άχρωμους για μένα

Πριν άπ' τον ερχομό σου,

Καθώς πριν άπ' τη μέλισσα αρνητικά είναι τ' άνθη

Πού μ' έναν βόμβο δέχονται την ολοκλήρωσή τους.     (14)

 Ή DICKINSON με την εκφραστική της πρωτοτυπία - με την οποία κάποτε θρυμματίζει κι αυτούς τούς μετρικούς καί συντακτικούς κανόνες - άσκησε μεγάλη επίδραση στους νέους ποιητές τής πατρίδας της - κι είναι ευτύχημα ότι μερικά από τα αστραφτερά της ποιήματα έχουμε τώρα στη γλώσσα μας.

Ή έκδοση είναι χειρόγραφη(!), σε λίγα «αντίτυπα», «πεποικιλμένα» με τονικά στολίδια. Το ότι είναι αφιερωμένη στην εγγονή του μεταφραστή, «την μικρή Μαργαρίτα - Σοφία, πού βρίσκεται στη χώρα της ποιήτριας», ίσως δεν είναι χωρίς σημασία. Ή ζωή, παρά τίς ασχήμιες καί τις αντιξοότητες της, στην ποιητική της «αθωότητα» εξακολουθεί ακόμα να είναι ωραία!,...