Τα γεγονότα είναι σεβαστά. Τα σχόλια ελεύθερα.

Image description goes here Image description goes here Image description goes here

Επίκαιρα:

Επιζεί «ερήμην των Ελλήνων» και «παρά τους Έλληνας»… 

Γράφει ο Σπύρος Χ. Τάγκας



 


    
Aθήνα, Φεβρουάριος του 1967 : Ο πολύ γνωστός και σημαντικός Έλληνας συγγραφέας Ι. Μ. Παναγωτόπουλος (Αιτωλικό 1901 – Αθήνα 1982)· γράφει ένα άρθρο στην πανίσχυρη τότε κεντρώα - δημοκρατική και φιλελεύθερη (ωστόσο, ατυχή ως προς τις κεντρικές πολιτικές επιλογές της)· εφημερίδα «Ελευθερία» του Πάνου Κόκκα στο οποίο, εν πολλοίς, θεωρεί, αναλύει και γνωματεύει ότι :

(…) «Νομίζω πως η Ελλάδα επιζεί «ερήμην των Ελλήνων» ή «παρά τους Έλληνας». Χιλιάδες χρόνια έχουν πλάσει μια οντότητα που κατορθώνει να υπάρχει από μόνη της. Είναι μια δύναμη που εξακολουθεί να υφίσταται παρά τη θέληση των Ελλήνων, που αντιστέκεται σε κάθε καταδρομή, που εμπνέει και εμψυχώνει κατά την ώρα του κινδύνου, που αναγκάζει τους Έλληνες να κάνουν το χρέος τους κατά τις βαρυχειμωνιές της Ιστορίας. Είναι περισσότερο μια πνευματική παρά μια υλική παρουσία. Ένα στοιχείο εσωτερικής ζωής που χρειάζονται όλοι οι άνθρωποι, για να μπορούν «μετά λόγου» να υπάρχουν».

Αναμφίβολα, ο σοφός τεχνίτης του λόγου και, ας τονιστεί, επιτυχημένος «Αντελκιώτης» -καθώς ο Παναγιωτόπουλος εκτός από αναγνωρισμένος άνθρωπος των γραμμάτων υπήρξε και καινοτόμος επιχειρηματίας για την εποχή του-, επιχειρεί εδώ, μια καθολική –οντολογικής φύσεως διείσδυση και ανάλυση στο, κυρίως ειπείν, «Είναι» του παλαιότερου και πιο σύγχρονου ελληνισμού (και, άρα, της Πολιτείας και του Κράτους  που, εκάστοτε, αυτός δημιούργησε).

Γνωρίζοντας άριστα όλους τους αρχαίους κλασσικούς· και, ασφαλώς, όλη την γραμματεία και Ιστορία ως τις μέρες του· κάνει χρήση του ακριβού δικαιώματος που έχει ως παλιός και δοκιμασμένος άνθρωπος των γραμμάτων και του Πολιτισμού : να βάλει ένα «πλαίσιο» –την δική του σειρά και τάξη τέλος πάντων, στην ατελεύτητη αναζήτηση και συζήτηση περί του «αιώνιου προβλήματος» της Ελλάδος που δεν είναι άλλο από το «τις πταίει;» και τελικά αυτός  – τούτος ο Τόπος είχε και συνεχίζει να έχει την τύχη και την ολισθηρή πορεία που έχει.

Και, είναι προφανές, το πλαίσιο που καίρια επισημαίνει, προσδιορίζει και αναφέρεται με τόσο λυρισμό, αλλά, παράλληλα και με τέτοια σαφήνεια ο Παναγιωτόπουλος· αποδομεί εκ των προτέρων (αν δεν ακυρώνει κιόλας), κάθε αλλότρια προσπάθεια ανάλυσης -όσο οξύνους, όσο τεκμηριωμένη, όσο σθεναρά εκλογικευμένη κι αν είναι αυτή. Διότι, η δική του ανάλυση αναφέρεται κυρίαρχα στον «Χώρο και Τόπο Ελλάδα» και όχι τόσο στους «Έλληνες»· που σε πιο δεύτερη φάση πια (και μετά από αυτό που κατέληγαν συνήθως να παθαίνουν και να βιώνουν), τους ΑΝΑΓΚΑΖΕΙ, ήγουν, τους υποχρεώνει να εμπνευστούν, να εμψυχωθούν και να πράξουν, επιτέλους, το καθήκον τους : να σταθούν ξανά όρθιοι και, μέσα στις καταδρομές και τις βαρυχειμωνιές της ιστορίας, τις εκτροπές και τις κάθε είδους ανωμαλίες που εμφανίζονται· να συνεχίσουν να υπάρχουν.

Εμφιλοχωρεί, βεβαίως, ένα τεράστιο ρήγμα σ’ αυτή την ανάλυση: ρήγμα που ξεχωρίζει, τοιουτοτρόπως, τον Χώρο και τον Τόπο από τον Άνθρωπο που διαχειρίζεται αυτόν – τούτο, τον ίδιο Χώρο και Τόπο. Εν τούτοις, και μόνο το γεγονός ότι κάποια στιγμή, αυτός ο Χώρος και Τόπος κινητοποιεί και υποχρεώνει το ανθρώπινο υποκείμενο και συντελεστή να συναισθανθεί τον κίνδυνο που διατρέχει, σημειώνει την αμφίδρομη εσωτερική σχέση που, αείποτε, έχει ο Χώρος και Τόπος «Ελλάδα» με τους ίδιους τους «Έλληνες» σαν λαό. Είναι, λοιπόν, το μήνυμα του Παναγιωτόπουλου, πέραν από ένα μνημείο αφήγησης, και εξαιρετικά διττό -αμφίσημο μήνυμα.

Και, τούτο, διότι, ο ίδιος θέλει να αφήσει (σκόπιμα λίγο παραπάνω)· την αισιοδοξία και την ελπίδα να διασπαρθεί με την σχετική λογοτεχνική συνέπεια, κομψότητα και φιλοπατρία που τον χαρακτήριζαν. Είναι, μάλιστα, της ίδιας αγέρωχης σχολής (αν και σε διαφορετικές πολιτικές πλευρές ή ταξικές κατευθύνσεις)·της ίδιας ποιότητας, οντολογική θέαση, αντίληψη και άποψη που, πιο συμπυκνωμένα και διακριτά, ίσως, ο Γ. Ρίτσος μορφοποιεί και αναδεικνύει δύο – τρία χρόνια αργότερα στην συλλογή : «Δεκαοκτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας» και πιο συγκεκριμένα στο ποίημα : «Τη Ρωμιοσύνη μη τη κλαις» όπου γράφει :

«Την ρωμιοσύνη μη την κλαις

Εκεί που πάει να σκύψει

Με το  σουγιά στο κόκκαλο

Με το λουρί στο σβέρκο

***

Να τη πετιέται από ξαρχής

Κι αντρειεύει και θεριεύει

Και καμακώνει το θεριό

Με το καμάκι του ήλιου».

 

Η παράξενη Δύναμη που, αίφνης θαρρείς, εμπνέει και ξεσηκώνει τον Έλληνα (κατά τις καταδρομές και τις βαρυχειμωνιές της ιστορίας)· είναι  η Δύναμη και η διαύγεια που του προσφέρει το Φως. Το Φως του Ήλιου : η φωταύγεια και η διάρκεια που έχει αυτός στη χώρα μας. Σ’ αυτό οφείλουμε τα πάντα : την γεωμορφολογική και ψυχοσωματική φτιαξιά μας .Την πνευματική μας συγκρότηση και διάθεση. Την ίδια την Οντολογική μας υπόσταση. Και αυτό το ίδιο φως (και ότι άλλο δημιουργεί τούτο σαν βίωση επί γης) τελικώς, θέλουμε να δαμάσουμε –να χαρούμε και να απολαύσουμε στην διάρκεια των αιώνων (ίσως και λίγο άπληστα) σαν Άνθρωποι και σαν Λαός. Για την χαλαρή αυτή και, κάπως, μονοσήμαντα εγωιστική κατανόηση και συμπεριφορά μας· παθαίνουμε κι αυτά που παθαίνουμε…

                                                                                       s.h.tagas@hotmail.gr