Τα γεγονότα είναι σεβαστά. Τα σχόλια ελεύθερα.

Image description goes here Image description goes here Image description goes here

Αναμνήσεις Βραχωρίτικες

Η ταβέρνα του Σπανού και η παρέα της "γκρίνιας"


 

 

 

ίναι στιγμές που ο νους ακούραστος ταξιδευτής, γυρίζει στα παλιά και ψάχνοντας στα συρτάρια της ζωής, ανασκαλεύει πίκρες κι αντάμα γλύκες θύμησες και ζητάει να τις ξαναζωντανέψει. Κι ακούραστη η καρδιά τον  συντροφεύει έτοιμη ν'  ανεβάσει πικρό το δάκρυ στα μάτια μας, θρηνώντας έτσι το θάνατο της νιότης.

        Αποσταμένο τ’ όνειρο, ζητάει ξεκούραση σ ένα ποτήρι κοκκινέλι, μπρούσκο ή ξανθιά ρετσίνα, χρυσή κεχριμπαρένια, σέρνει τα βήματά του και χώνεται μεσ την «υπόγεια την ταβέρνα» του Αποστόλη καί Κώστα Σπανού δυο καλοκάγαθων ταβερνιάρηδων που πάντα μένουν αξέχαστοι στο βιβλίο της μνήμης των Αγρινιωτών.

       Ταβέρνα που τη καταβρόχθισε το τσιμέντο μιας πολυκατοικίας. Ταβέρνα που δεν είχε τίποτα να ζηλέψει απ' τα Πλακιώτικα κουτούκια τα πολυτραγουδισμένα.

      Ένα κατοστάρι - ζούσε τότε η οκά, δυο ελιές κι ένα σκόρδο, λίγο ταραμάς και απαλό ψωμί απ΄ το γείτονα φούρναρη - μακαρίτης κι αυτός- Βαγγέλη Παπαδόπουλο, έφταναν για να πεις έξω φτώχεια, έξω φροντίδα της καθημερινής ζωής, έξω πίκρα, ναρκώσου καημέ μεσ’ στης καρδιάς την άβυσσο.

      Μόνιμη παρέα της ταβέρνας λίγοι Βραχωρίτες, ζωντανοί, ζεστοί άνθρωποι με καρδιές ολάνθιστοι μπαξέδες. Άνθρωποι που στα χείλη τους άνθιζε το γέλιο, το κέφι ξεχνώντας την κούραση της ολοήμερης δουλειάς - σαν σουρούπωνε άραζαν στην «Ταβέρνα του Σπανού».- Και γύρω, τα τραπέζια γέμιζαν απ’ άλλους  συντοπίτες που ερχόταν να  γευθούν μιαν αξέχαστη βραδιά, στιγμές κεφιού στιγμές απίκραντες.

     Μια παρέα αγαπημένη, μονιασμένη, αδέρφια όλοι τους. Έφτυνε ο ένας κι έγλυφε ο άλλος, όπως λέμε. Και την είχαν βαφτίσει μόνοι τους «γκρίνια» κι ας μη γκρίνιαζαν ποτέ τους κι ας ήταν όλοι τους η άδολη αγάπη.  Σκαλεύει η μνήμη για να τους βρει όλους αυτούς τους γλεντζέδες, μα της είναι ανήμπορο. Βρίσκει μονάχα τ΄ αδέρφια Κώστα και Πάνο Κροτσέτη το Μίμη Καπέρδα, το  Μπαρχαμπά, τον Κώστα, τον Βαγγέλη Κουκούλη, τον Θανάση Κρικοχωρίτη, τον Γάκια Ψιλόπουλο, τ΄ αδέρφια Μίμη και Νιόνιο Τσακανίκα τον Αποστόλη Γιώτη, το Μήτσο Ζαχαρόπουλο  και τον Πάνο Βλασσόπουλο δημοσιογράφο, εκδότη εφημερίδας, που πρόσφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες στο Αγρίνιο.

      Μια ζωή χαράς μέσα στην ταβέρνα σαν άρχιζαν τα τραγούδια τους. Και δεν ήταν ένας που να μην παίζει όνο όργανο. Φωνές λαγαρές αυτοδίδακτοι μουσικοί οι περισσότεροι, σύνθεταν μια κομπανία απλήρωτη τραγουδιστών για το σεβντά τους για  το μεράκι τους.

       Τα καλαμπούρια τους, τα πειράγματά τους τα ανέκδοτα  που διηγούνταν, οι φάρσες που σκάρωναν οι μιμήσεις  άλλων Αγρινιωτών οι αυτοσχεδιασμοί σατιρικών μαντινάδων, οι μεταμφιέσεις τους όλα της στιγμής και πάνω στη γλεντζέδικη διάθεσή τους είχαν φέρει τη φήμη τους και στην Αθήνα ακόμα.

     Τροβαδούροι αξέχαστοι της «Γκρίνιας τα παιδιά δεν είχαν σε τίποτα να παρατήσουν τα όργανά τους και τις παλιές γλυκιές καντάδες τους και να σηκωθούν να παραστήσουν χωρίς υποβολέα «Γκόλφω» ή τον «Αγαπητικό της Βοσκοπούλας». Ήταν υπέροχοι όλοι τους.

       Τα χρόνια - ποτάμι αγύριστο - πέρασαν. Και το όνειρο της κάθε βραδιάς που  έπλαθε η «Γκρίνια» με τις εκδηλώσεις της διαλύθηκε. Και τα παιδιά της σκόρπισαν αφήνοντας κενό ανεκπλήρωτο  στη νυχτερινή καντάδα του Αγρίνιου, στο κέφι της αφροντισιάς.

       Τα χρόνια τραγάνισαν τη ζωή  τους. Κι όλοι σκεπάστηκαν  απ’ τη μάνα γη. Με εξαίρεση - αν η μνήμη δε λαθεύει - τον αειθαλέστατο Μίμη Καπέδρα. Τον Μίμη που με την  κιθάρα με τα δυο τα μπράτσα ακόμα - αν και κρεμασμένη για πάντα στον τοίχο  του σπιτιού του - φέρνει στα αυτιά μας τον απόηχο των  γλυκών τραγουδιών της «Γκρίνιας». Φέρνει μπροστά μας όλους της παρέας του που θα μείνουν αξέχαστοι που θα μείνουν ανεπανάληπτοι.

ΣΠΥΡΟΣ ΒΡΑΧΩΡΙΤΗΣ