Τα γεγονότα είναι σεβαστά. Τα σχόλια ελεύθερα.

Image description goes here Image description goes here Image description goes here

Αναμνήσεις:

Νεανικές κατασκηνώσεις ενός παλιού Αγρινιώτη


 

 

 

Στην αρχή θέλω να ξεκαθαρίσω ορισμένα πράγματα:

Όταν μου ζήτησαν οι φίλοι της Οργανωτικής Επιτροπής να «πω δυό λόγια» από τις αναμνήσεις μου από την κατασκηνωτική εμπειρία τα περισσότερα χρόνια στην ευρύτερη περιοχή του Αγίου Βλασίου δεν συνειδητοποίησα ότι επρόκειτο για «βαρειά δουλειά» και δέσμευση μεγάλη, ήθελε και ζόρι και δυνατότητα να ανταπεξέλθω στην υπόσχεσή μου. Όταν προ ολίγων ημερών πήρα την επίσημη πρόσκληση κατάλαβα ότι ήταν βαρύ για μένα να μπλεχθώ σε μια εισήγηση σε «Συνέδριο». (Αλήθεια τι σημαίνει «Συνέδριο»: Είναι και η λέξη τώρα τελευταία που σοκάρει. Συνέδριο Κυβερν. Επιτροπής». Ελεγκτικό Συνέδριο! Πολύ μπλά-μπλά, πολλά λόγια και αποτέλεσμα ... τζίφος). Επειδή λοιπόν ο ΤΙΤΛΟΣ ως συνέδρου με ξενίζει, δεν έχω σχεδόν συμμετάσχει ποτέ ούτε ως ακροατής, εξηγούμε απ’ την αρχή ότι όσα θα σας πω που η κα Σπυρέλη τα ήθελε και γραπτώς σε δέκα περίπου σελίδες δακτυλογραφημένες παρακαλώ, εδώ ήταν που τρόμαξα. Γι αυτό εξηγούμαι: όσα θα διαβάζω και ακούτε (αν με ακούτε κιόλας γιατί και στην προφορά δεν τα καταφέρνω...) μην περιμένετε συστηματική οργάνωση, επιστημονική τεκμηρίωση, βοηθήματα, διασταύρωση, και παραπομπές κ.λ.π. Εγώ ήθελα να σας διηγηθώ από καρδιάς (στήθους) όσες θύμισες, βιώματα και εμπειρίες που μένουν ριζωμένες στο μυαλό και στην καρδιά μου από τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια στον τόπο αυτό στην δυτική πλευρά της Κυραβγένας στο χώρο των Παρακαμπολίων στο όμορφο δασοχωριό του Αγ. Βλάση, στα Καραμανέϊκα, στ’ Αμπέλια, στο Πεντάκορφο και στο ωραίο Λάπατο που ήταν και ο πρώτος τόπος που ανέβηκα για ξεκαλοκαιριό το 1946 με την οικογένειά μου σε μια καλύβα που μας έφτιαξε ένας ντόπιος γιδοβοσκός φίλος του παππούλη μου με λατσούδες και με απομεινάρι καπνόπανο από προπολεμικά. Ένα φορτηγό «τζέϊμς» του Καράμπελα ήταν, αν θυμάμαι καλά, που έκανε το δρομολόγιο απ’ το Αγρίνιο στον Αγ. Βλάση σε τρεις περίπου ώρες με πολλές στάσεις τακτικές ή έκτακτες. Ήμασταν πέντε περίπου οικογένειες που παραθερίζαμε στο Λάπατο τότε, και όταν θα ερχόταν το φορτηγό με επιβάτες και τρόφιμα απ’ το Αγρίνιο κατεβαίναμε όλοι κάτω στο δρόμο, στην πρώτη στροφή για το χωριό, για να πάρουμε τα καλάθια με τα καλούδια που μας έστελναν οι δικοί μας από το Αγρίνιο. Εκεί στο «περίμενε» ήταν και η «αγορά μας» τόπος συνάντησης και συναναστροφής. Εδώ θα άξιζε να σας διηγηθώ και ένα περιστατικό που μου στοίχισε το ξύλο της χρονιάς από τη μάνα μου.

Δίπλα στα λιθάρια που καθόμασταν και περιμέναμε το αμάξι ήταν μια μεγάλη στέρνα, λούμπα με νερό μέσα, κοινά μπόι περίπου. Τη λούμπα την έκρυβαν όμως μερικά ψιλά πουρνάρια που ήταν μπροστά της. Ήμουνα τότε έντεκα χρονών και πολύ ζωηρός. Στην παρέα μαζί με δυο τρία άλλα αγόρια ήταν και δυο κοπέλες συνομήλικές μου. Τώρα αυτές ήταν η αιτία, ο διάτανος μέσα μου, δεν ξέρω. Αυτό που θυμάμαι είναι ότι βρήκα μια μεγάλη πέτρα εκεί κοντά, την πέταξα μέσα στη λούμπα κι όταν ο παφλασμός της ακούστηκε ως πέρα, άρχιζα να ουρλιάζω και φώναζα πως πνίγομαι, κι’ αμέσως πήγα και κρύφτηκα πίσω από κάτι βάτα. Άκουσαν μικροί και μεγάλοι που ήταν στο δρόμο τις φωνές, αναστατώθηκαν, τρόμαξαν και έτρεξαν να με... σώσουν. Φώναζαν βλαστημούσαν οι άνδρες, ένας κατέβηκε μέχρι τη μέση στο νερό, οι γυναίκες φώναζαν «το παιδί, το παιδί θα πήγε στο βάθος»    εκεί είναι που τα χρειάστηκα, κατάλαβα πως αν έπεφτα στα χέρια κανενός απ’ αυτούς θα με τσάκιζαν στο ξύλο.

Για καλή μου τύχη εκείνη την ώρα περνούσε ένα άλλο σαράβαλο αυτοκίνητο από το δρόμο. Πετάχτηκα μέσ’ από τα βάτα φωνάζσντας ότι αστεία έκανα και χίμηξα και γαντζώθηκα πίσω από το κάσωμα της σακαράγκας που κατευθυνόταν για Αγ. Βλάση. Κατέληξα πιασμένος στην πίσω ρεζέρβα που ήταν απέξω, στα Καραμανέϊκα. Το αυτοκίνητο συνέχιζε για Χούνη και ’γω κατέβηκα και γύρισα με τα πόδια στο Λάπατο.

Σουρούπωνε, κανονικά σχεδόν νύχτωσε όταν πλησίαζα την καλύβα μας και είδα δυό τρεις μαζεμένους απ’ έξω «οχ τώρα τι γίνεται μπαίνω ή μένω;» Αλλά η μάνα μέσα ήταν πολύ φοβισμένη. Ήταν το πρώτο και μοναδικό ξύλο που έφαγα από τη μάνα μου. Ποτέ άλλοτε δεν άπλωσε χέρι επάνω μου. Ούτε αυτή ούτε ο πατέρας μου.

Πού είμαστε χαθήκαμε... στη Λούμπα...

Λοιπόν η Δεύτερη ένστασή μου ως προς την παρουσία μου εδώ σήμερα είναι ο τίτλος, η ιδιότητα που μου προσέδωσε αυθαίρετα στο πρόγραμμα ο κ. Παλιούρας. Το κάνει συχνά αυτό ο Θανάσης. Σου κολλάει κι έναν τίτλο έτσι για κολακεία!!

Ε, λοιπόν εγώ δεν είμαι ούτε συγγραφέας ούτε ζωγράφος ή μάλλον είμαι και το ένα και το άλλο και άλλα πολλά αλλά όμως με ένα επίθετο μπροστά: το «ερασιτέχνης» γιατί και μ’ άλλα καταπιάστηκα, υπήρξαν κάποιες φλογίτσες που έσβηναν γρήγορα. Και αθλητής καλός και πρωταθλητής θα μπορούσα να γίνω, και ηθοποιός (έφτασα μέχρι την πόρτα του Εθνικού Θεάτρου) και δημοσιογράφος καταπιάστηκα, με το Χρονογράφημα για κάμποσο καιρό και σε πολλές εφημερίδες. Ζωγραφίζω και έλαβα μέρος σε κάμποσες εκθέσεις, και τελευταία πάνω από 15 χρόνια το ξέρεις είμαι εραστής της... Αμπέλου και του λατρευτού τέκνου της του ΟΙΝΟΥ του αγαπητού. Οικονομολόγος είμαι στην ειδικότητα. Ανήκα στο Επιστημονικό προσωπικό της ΔΕΗ για τριάντα τόσα χρόνια, αλλά ποτέ μου δεν δηλώνω με τον επιστημονικό τίτλο. Ευτυχώς αισθάνομαι δικαιωμένος σήμερα μετά από όσα βλέπουν τα μάτια μας ακόμα και από Νομπελίστες του «είδους» μου.

Πάλι ξεφύγαμε. Στο θέμα, στο θέμα...

Λοιπόν το θέμα είναι Κατασκηνώσεις στον Αγ. Βλάση και όχι μόνο. Ωραία.

ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΣΕΙΣ

Οι κατασκηνώσεις είναι ένας ξενόφερτος θεσμός από την Αγγλία, που εμφανίστηκε στην αρχή, με το όνομα «κάμπινγκ» (οειηρϊημ) στις αρχές του περασμένου αιώνα. Πρωτοπόρος της σύγχρονης οργανωμένης κατασκήνωσης θεωρείται ο Βρετανός Χολντινγκ που έγραψε το 1908 τον Πρώτο Οδηγό Κατασκηνωτών. Κατά τον 20° αιώνα ο παραθερισμός σε κατασκήνωση γενικεύθηκε και εξελίχθηκε ραγδαία σε όλες τις χώρες. Έτσι και στη χώρα μας άρχισαν δειλά από κάποιες οργανωμένες ομάδες πρόσκοποι, νεολαιϊστικές οργανώσεις και μεταπολεμικά από πολλές θρησκευτικές εκκλησιαστικές και άλλες οργανώσεις να εξαπλώνεται στη χώρα και για να επουλωθούν πληγές που άφησαν πίσω ο Γερμανοϊταλικός πόλεμος και αργότερα ο Εμφύλιος.

Ο θεσμός των παιδικών κατασκηνώσεων

Οι χώροι που επιλέγονταν συνήθως για την δημιουργία κατασκήνωσης ήταν πρωτίστως μέρη με πλούσια φυσική ομορφιά και προπάντων το υγιεινό κλίμα. Πάντα στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια οι παιδικές κυρίως κατασκηνώσεις ήταν σε ορεινές πυκνοδασομένες περιοχές και το ελατόδασο σαν η κύρια αναζωογόνα περιοχή ήταν μέχρι τη δεκαετία του ’60 ο μοναδικός χώρος κατασκηνώσεων. Η κατασκήνωση προσφέρει καλύτερες ευκαιρίες για επαφή με τη φύση, για αυτενέργεια, για δημιουργικές δουλειές κ.λ.π.

Ο συνήθης και καλύτερος τρόπος για τη δημιουργία παιδικής κατασκήνωσης στην ευρύτερη περιοχή της μεγαλούπολης του Νομού μας το ΑΓΡΙΝΙΟ ήταν και είναι το ελατόδασος του Παναιτωλικού, και ιδιαίτερα η Δυτική πλαγιά της Κυραβγένας, η περιοχή Αγ. Βλασίου, Σοβολακίτικα, η Φτέρη κ.λ.π.

Οι κατασκηνώσεις που συμμετείχα από την απελευθέρωση και μετά:

Η λήξη του πολέμου και η αναχώρηση των Γερμανών τον Δεκέμβριο του ’44 με βρήκε στην ηλικία των 9 χρόνων. Από το επόμενο καλοκαίρι του 1945 συμμετείχα αδιάλειπτα ως κατασκηνωτής στις παρακάτω κατασκηνώσεις.

ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ

1η. Το καλοκαίρι του 1945 ως προσκοπάκι με το μοναδικό σύστημα προσκόπων στο Αγρίνιο με αρχηγό τον εξαίρετο Ντίνο Ανδίκο με ένα στρατιωτικό φορτηγό απομεινάρι των Γερμανών. Μεταφερθήκαμε φύρδην-μίγδιν παιδιά και μπογαλάκια πάνω στην καρότσα, κάνοντας το πρώτο οδικό ταξίδι της ζωής έξω απ’ το Αγρίνιο, με προορισμό το Αιτωλικό! Και από ’κει φορτωμένοι με τις λίγες αποσκευές μας με τα πόδια, σχεδόν παραλιακά για τους ΑΓΊΟΥΣ ΑΣΩΜΑΤΟΥΣ ΣΤΑΜΝΑΣ όπου και ο τελικός προορισμός για εγκατάσταση.

Ο Αϊσώματος, όπως τον λέγαν οι ντόπιοι, ήταν ένα έρημο μισοερειπωμένο ξωκλήσι με ένα μικρό ρηχό πηγαδάκι απ’ έξω απ’ όπου και ξεδιψούσαμε. Λίγα τα δένδρα που το σκέπαζαν, αλλά θυμάμαι όμως τις μεγάλες ξυλοκερατιές που κρέμονταν στο βράχο και έφταναν στη θάλασσα, και που ήταν φορτωμένες με ξυλοκέρατα (χαρούπια) που ήταν το βασικό μενού μας όταν η βάρκα, λόγο θαλασσοταραχής, δεν έφτανε για να μας φέρει το ψωμί απ’ το Αιτωλικό.

Βασικά μαθήματα αυτοσυντήρησης και επιβίωσης

Ήμασταν απομονωμένοι και μονάχοι. Μια ώρα μονοπάτι απ’ το Αιτωλικό ήταν η μοναδική επαφή μας με τον κόσμο. Παιδιά μεταξύ δέκα και δεκαπέντε χρόνων και ενεργούσαμε για όλα μόνοι μας.

Μικρές οι σκηνές, οκτώ ή δέκα παιδιά που κοιμόμασταν με λίγα σαμάκια για στρώμα καταγής. Μόνοι μας μαγειρεύαμε πρωτόγονα πράγματα, μακαρόνια συχνά ή καμιά πατάτα, και κάποτε όσπρια που ήταν τις πιο πολλές φορές άβραστα. Μόνοι μας καθαρίζαμε, στρώναμε, πλέναμε και φυλάγαμε τη νύχτα το χωριό κατά πως όριζε και ο προσκοπικός κανόνας. Βάρδια όλη τη νύχτα μέσα σε βαθειά σιωπή που την διέκοπταν κάπου κάπου μικροί θόρυβοι απ’ τα ζούμπερα που κυκλοφορούσαν μέσα στη νύχτα και λαχταρούσαν τη δεκάχρονη καρδιά μας.

Εκεί τις ξάστερες βαθειές ώρες τις νύχτας, πήρα και τα πρώτα μαθήματα κοσμογραφίας από τον σύντροφό μου, δυό χρόνια μεγαλύτερο μου Θύμιο Γερόπουλο (καλή του ώρα εκεί που βρίσκεται). Όταν βλέπω μικρή ή μεγάλη άρκτο στον καθαρό βραδινό αυρανό θυμάμαι τον Θυμιάκο να μου το δείχνει με το προσκοπικό κοντάρι.

2η. Καλοκαίρι του 1946.Με τη παιδούπολη που στέγαζε οικότροφα παιδιά τα χωριά γύρω και ήταν από το Αμερικανικό Πρόγραμμα Βοήθειας «Νιαρ-ιστ» το λέγανε αν θυμάμαι καλά, και εκεί με φορτηγά μας μεταφέρανε στην περιοχή ΛΟΥΤΡΑΚΙ Αμφιλοχίας. Εκεί παρ’ όλο που η περιοχή είναι παραθαλάσσια, θάλασσα δεν βλέπαμε καθόλου. Η κατασκήνωση ήταν χωμένη μέσα σε παραποτάμια πλατάνια. Ήταν καλά οργανωμένη από έμπειρα στελέχη με εκπαίδευση και πείρα. Με πρόγραμμα Δ/νση λειτουργία και αυτάρκεια στα οικονομικά. Ήταν λέγανε υπό την προστασία της Βασίλισσας Φρειδερίκης. Εκεί μας γδύσανε και μας πλύνανε τσίτσιδα για πρώτη φορά οι δεσποινίδες του προγράμματος και εμείς ντρεπόμασταν για τη γύμνια μας αλλά αλαφρότεροι και ζωηρότεροι μετά το ολόσωμο μπάνιο μας. Μας δώσανε καινούργια καλοκαιρινά ρούχα, τα οποία και μας δωρίσανε μετά την λήξη της κατασκηνωτικής περιόδου. Στο Λουτράκι σιμά στην κατασκήνωση της παιδούπολης, ήταν και μια ολιγομελής ομάδα προσκόπων που σιτίζονταν από το δικό μας συσσίτιο.

Εκεί θυμάμαι τα τραγούδια και το χορό γύρω από τη φωτιά που γινόταν με οργανωτές τους προσκόπους και ήταν πολύ όμορφα.

3η. Το καλοκαίρι του 1947 στο Μοναστήρι της ΚΑΤΕΡΙΝΟΥΣ Γαβαλούς Μακρυνείας.

Μια ώρα μονοπάτι, μέσα από δασομένη περιοχή, Δυτικά του χωριού Γαβαλούς πάνω στο βουνό Ζυγός (Αράκυνθος) βρίσκεται το παλαιό Μοναστήρι της «Κατερινούς». Εκεί έγινε η πρώτη οργανωμένη κατασκήνωση της Χ.Ε.Α. το ’47. Αυτή μάλλον θα έπρεπε να λέγεται καταδένδρωση ή καταπλατάνωση για το ακριβέστερο. Τα κελιά ήταν ερειπωμένα, το Καθολικό της Μονής καθαρό. Ήταν όμως τρία θεόρατα πλατάνια μέσα στον περίβολο της Μονής δίπλα από τις κρουσταλλένιες πηγές που μας νανούριζαν το βράδυ για τον ύπνο μας κάτω απ’ τη σκεπή της παχιάς φυλλωσιάς των αιωνόβιων εκείνων πλατανιών (προχθές που επισκέφθηκα προσκυνηματικά τη Μονή, λυπήθηκα που τα πλατάνια κόπηκαν, ξεριζώθηκαν ολοκληρωτικά με εντολή του προηγούμενου Μητροπολίτη).

Αυτό το καλοκαίρι του ’47 ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που κατασκηνώσεις γινόταν σε μοναστηριακό χώρο. Από την επόμενη χρονιά 1948 και μετά.

ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΑΓ.ΒΑΑΣΗ 4η. Πάνω από το χωριό Αγ. Βλάση. Εκεί που προπολεμικά το ’39 έγινε και μια ανοργάνωτη μικρή κατασκήνωση της Νεολαίας Ε.Ο.Ν. του Μεταξά όπως μου είπαν οι παλιότεροι.

Σ’ αυτή την κατασκήνωση Αρχηγός ο κ. Βασιλόπουλος, μετέπειτα κληρικός. Αναμνήσεις Καψιμ, Καψοκ. - Καμμένος - Καρβούνης Δήμαρχος Αναμνήσεις πολλές.

5η -7η Σε κατασκήνωση Π.Ι.Κ.Π.Α. Μόκιστα τα καλοκαίρια του ’49, ’50, ’51 (Βλέπε φωτογραφικό υλικό συνημμένα Α).

8η -10η Από 1952 έως 1956 στη Βρύση Παπαγεώρη (Φωτογραφικό υλικό συνημμένο Β).

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Για τις Κατασκηνώσεις του ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ, μου ζήτησαν τον τίτλο της εισήγησής μου. Έγραψα τότε πηγαία κι αυθόρμητα σ’ ένα χαρτί κάποιους τίτλους για να βρω, με μια συνεργασία φίλου και συνκατασκηνωτή μου τότε, τον κ. Π. τον πιο εύστοχο που βάλαμε στο πρόγραμμα.

Θα ήθελα όμως να σας διαβάσω σαν Επίλογο και τους άλλους που εκφράζουν στο σύνολο τα μοναδικά και ανεπανάληπτα βιώματά μας, που σημάδεψαν τη ζωή μου. Κάτω απ’ το μοσχοβολημένο ελατίσιο ίσκιο που ξεπετιούνταν και χόρευαν τα όνειρά μας. Τις δειλινές ώρες οι πόθοι μας είχαν ενωθεί με το Θεό και τα αθώα μας βράδια σκεπασμένα με τη γαλήνη θείας σκεπής.

ΑΠΟΔΡΑΣΗ ΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ

ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΜΟΥ ΠΑΙΔΙΚΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑ

ΣΤΗ ΒΟΡΙΝΗ ΠΛΑΓΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΑ-ΒΓΕΝΑΣ

ΟΝΕΙΡΑ ΣΤΗ ΒΡΥΣΗ «ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΗ»

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΗΓΕΣ ΤΗΣ ΝΕΡΑΙΔΑΣ

Βαγγέλης Κρικοχωρίτης