Τα γεγονότα είναι σεβαστά. Τα σχόλια ελεύθερα.

Image description goes here Image description goes here Image description goes here

  

 

Βιωματικά:

 

Πώς έγινα δάσκαλος

Το ταξίδι

 

Του Δημοσθένη Γεωργοβασίλη


«Εἰ τὸ φἐρον σὲ φἐρει, φέρε καἰ φέρου. εἰ δ’αγανακτεῖς, καὶ σαυτόν λυπεῖς καὶ τὸ φέρον σὲ φέρει».

 

    Στο Αγρίνιο και στην οδό Παπαστράτου, λίγο βορειότερα από τη πλατεία Νικ. Στράτου, υπάρχει ένας ανοιχτός χώρος ανάμεσα στα ψηλά σπίτια. Εκεί είχε το πρακτορείο των λεωφορείων του ο Γιώργος Παπαθανάσης. Κυριακή πρωί, αρχές Σεπτεμβρίου του 1951 στις εφτάμιση, συναντηθήκαμε με το Γιώργο Κοτρώνη. Δεν είχαμε πρωτύτερα συνεννοηθεί και ξαφνιάστηκε. Εκείνος είχε μια μεγάλη βαλίτζα κι εγώ μια μικρή, σχεδόν παρόμοια με ένα χαρτοφύλακα. Μέσα είχα μόνο τα βιβλία των μαθημάτων, στα οποία θα εξεταζόμασταν στη Παιδαγωγική Ακαδημία. Μάς έδωσαν τις δύο πρώτες θέσεις του λεωφορείου στα δεξιά του οδηγού. Ο δρόμος ασφαλτοστρωμένος, αλλά γεμάτος με λακκούβες, δεν επέτρεπε στο λεωφορείο να αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα. Περάσαμε τα Σμόλινα με τα πολλά λιοστάσια και αρχίσαμε τη συζήτηση χωρίς να παύουμε να ροφούμε τις όμορφες πλαγιές στα δεξιά μας με τα κέχρινα πετρώματα, τα σχοίνα και τις λιγαριές. Ο Γιώργος ενθουσιασμένος από το εγχείρημά του ονειρευόταν μεγάλες προόδους στο δασκαλίκι.

-Να το θυμάσαι, μου είπε: Εγώ θα γίνω και επιθεωρητής. Εδώ που πάμε οι δοκιμασίες θα είναι παιγνίδια για μάς. Ήμασταν και οι δύο πολύ καλοί μαθητές. Μάς ταίριαζε βέβαια να πάμε για ανώτερες σπουδές. Έλα όμως –του κερατά- με τούτη την κατάσταση! Αλλά πού θα μου πάει. Θα γυρίσει κάποτε ο τροχός. Όσο για τα πολιτικά μου φρονήματα, δεν υπάρχει φόβος. Όλοι εμείς είμαστε «εθνικιστές».

-Έλα μωρέ Γιώργο, του είπα, καρτέρει πρώτα να πετύχουμε και ύστερα βλέπουμε.

Είχα μεγάλο φόβο, διότι ήμουν τελείως απροετοίμαστος. Αλλά είχα τρομάξει περισσότερο, μια και ο Γιώργος έκαμε λόγο για «πολιτικά φρονήματα».

Ακόμα και να γράψω καλά, δεν θα με αφήσουν να φοιτήσω, είπα. Αχ, αυτά τα φρονήματα! Κι αν ακόμα ο πατέρας μου ήταν πρόεδρος του Λαϊκού Δικαστηρίου, και τέλος πάντων δεν ψήφισε για την επάνοδο του βασιλιά, εγώ τί φταίω; Και καλός μαθητής ήμουνα και τακτικά συμμετείχα στο κατηχητικό σχολείο και στον εκκλησιασμό. Τί ξέρω εγώ από τα πολιτικά παιγνίδια; Αι, Γιώργο; Όσοι επαναστάτησαν το 1821, έκαμαν στην Επίδαυρο το πρώτο σύνταγμα της Ελλάδας. Εκεί δεν υπάρχει ούτε λέξη για βασιλιά. Δημοκρατία με εκλεγόμενο κυβερνήτη ήθελαν οι επαναστάτες και όχι διορισμένο από τις ξένες δυνάμεις γαλαζοαίματο μονάρχη. Αυτά δεν γράφει η ιστορία του σχολείου μας; Αι, Γιώργο;

Αλλά ο Γιώργος δεν ήθελε να αποκριθεί. Μείναμε για λίγο σιωπηλοί.

Άνοιξε επί τέλους το στόμα του ο Γιώργος:

- Ησύχασε! είπε. Θα δώκουμε εξετάσεις και η Ακαδημία για όσους πετύχουν, θα ζητήσει από την αστυνομία της περιοχής μας να τής στείλει έγγραφο για τα πολιτικά φρονήματα του καθένα. Γι’ αυτό μη θαρρείς πως θα βγουν αμέσως τα αποτελέσματα. Θα περάσει μήνας και βάλε. Αν δεν ανακοινώσουν το όνομά μας με τους επιτυχόντες, θα πει πως δεν μας θέλουν να γίνουμε δάσκαλοι ή γιατί δεν θα γράψουμε καλά ή.γιατί...

-Ορέ Γιώργο, για αλλού ονειρευόμασταν, όσο φοιτούσαμε στο σχολείο, και αλλού καταντήσαμε να πηγαίνουμε. Και εδώ ακόμα λες να τα βρούμε μπαστούνια;

Ο Γιώργος ήρεμος και καταπραϋντικός: «Ξέρεις, οι περισσότεροι δάσκαλοι στα χωριά είχαν γίνει αντάρτες στον Άρη Βελουχιώτη κι όχι στο Ζέρβα. Κάποιοι απ’ αυτούς μάλιστα έβαψαν τα χέρια τους και με αίμα ελληνικό. Ολόκληρος ο κλάδος πήρε ύποπτη φήμη. Ξέρεις πόσους πολλούς δασκάλους έχουν διώξει από το δημόσιο; Και περισσότερους έχουν στείλει εξόριστους στα ξερονήσια; Γι’ αυτό φροντίζουν τώρα να κάμουν δασκάλους «εθνικόφρονες»...

Με τούτα τα λόγια εμένα με έζωσαν τα φίδια. Είχε θολώσει ο νους μου τόσο, που κάποια στιγμή φώναξα στον οδηγό να σταματήσει να κατεβώ. Ήθελα να επιστρέψω στο χωριό μου. Ο Άγγελος σταμάτησε σε μια ερημιά. Καθώς κατέβαινα, μου είπε:

-Να μην απομακρυνθείς πολύ. Τράβα πιο πίσω, κανείς δεν σε βλέπει, μη ντρέπεσαι!

Κατάλαβα ότι εκείνος ο καλός άνθρωπος νόμισε πως ήθελα να ...  Πράγματι καθώς ξεφούσκωνα και ψυχικά, το ελαφρό αεράκι της ρεματιάς σκόρπισε το σύννεφο του μυαλού μου και επέστρεψα. Κάθισα και είπα μέσα μου: «Μπρος, κι ό,τι θέλει ας γίνει! Να κάμεις τη μάχη. Κι αν ακόμα νικηθείς, θα έχεις για τη συνείδησή σου μια δικαιολογία: ότι αγωνίστηκες, έστω και ξαφνικά. Αλίμονο σ’ όσους δεν θέλουν ή δεν τολμούν να αγωνιστούν! 

Ένιωσα πως ο Γιώργος ήταν σίγουρος για το μέλλον του.

Φτάσαμε στον Αχελώο, τον Ασπροπόταμο. Μεγάλη η περιέργεια. Πρώτη φορά βλέπαμε τον μυθικό ποταμό, τον πατέρα όλων των ποταμών της Ελλάδας. Μια σιδερένια πρόχειρη γέφυρα, φτιαγμένη από το στρατό λίγο μετά την απελευθέρωση, τριζοβολούσε καθώς οι ρόδες του λεωφορείου την πάτησαν. Την όμορφη παλιά στον ίδιο τόπο, λιθόκτιστη από Ιταλούς τεχνίτες, την είχαν ανατινάξει πριν από έξι χρόνια οι Γερμανοί, τη βραδιά, που έφευγαν από το Αγρίνιο. Κάτω της τα νερά κυλούσαν ορμητικά και βουερά, γιατί εκεί τα βουνά είχαν ένα στένωμα και συνεπώς η κοίτη του Ασπροπόταμου αναγκαστικά ήταν στενή.

Ο Γιώργος ήθελε να μνημονεύσει τα όσα γνώριζε για την πάλη του Ηρακλή με τον θεό Αχελώο, όπου τού απέσπασε το κέρας της Αμαλθείας. Δύο γυναίκες, που κάθονταν πίσω μας, σταμάτησαν το ενοχλητικό κουβεντολόγι τους και έστησαν αυτί στη διήγηση του Γιώργου. Ήταν και η φωνή του δυνατή και χοντρή σαν φωνή γεροτσέλιγκα. Αλλά εγώ καθώς περάσαμε τη γέφυρα και κατεβαίναμε προς το Σοροβίλι, αγνάντευα τα νερά, όσο και ανυπομονούσα να ιδώ και τα ερείπια της αρχαίας Στράτου. Φτάσαμε εκεί, αλλά πυκνοί θάμνοι σκέπαζαν το χώρο και μόνο κάποια μεγάλα λιθάρια του αρχαίου τείχους μπόρεσα να ξεκρίνω. Το λεωφορείο σε λίγο έστρεψε δεξιά και χώθηκε ανάμεσα σε λόγγους και απόμακρα χωριουδάκια. Η βλάστηση σιγά-σιγά όλο και λιγόστευε όσο προχωρούσαμε. Περνούσαμε στο Ξηρόμερο. Κάποιοι από τους επιβάτες ζητούσαν χαρτοσακούλες. Είχαν ζαλιστεί κιόλας από τις πολλές στροφές του δρόμου και τα ταρακουνήματα του λεωφορείου.

Αλλά εμείς, πριν ανεβούμε στο λεωφορείο, είχαμε πάρει δραμαμίνες για τη ζαλάδα και τον εμετό. Τις είχε προμηθευτεί ο Γιώργος. Έτσι νηφάλιοι και γεμάτοι περιέργεια είδαμε λίγο πριν από τον Καρβασαρά και πιο πάνω από τη δημοσιά μια σιδηροδρομική γραμμή. Δυστυχώς δεν ήταν έτοιμη. Ακούσαμε από τον οδηγό, τον λεβέντη, τον Άγγελο Παπαθανάση, ότι η γραμμή εκείνη ήταν έργο του ιταλικού στρατού Κατοχής. Οι Ιταλοί ήθελαν να αξιοποιήσουν το λιμάνι της Αμφιλοχίας, γιατί ο Αμβρακικός κόλπος θα τούς βοηθούσε να συνδεθούν γρήγορα με τη Δυτική Στερεά και κυρίως με το Βραχώρι. Με μιας, σαν να εξαφανίστηκε από τη συνείδησή μας το πικρό σκοτάδι, που το πέρασμα των Ιταλών από την περιοχή μας είχε αφήσει, είδαμε τους Ιταλούς ως ευεργέτες!

Και λέει ο Γιώργος: «Αι, και να πρόφταιναν οι Ιταλοί να ολοκληρώσουν τούτη τη γραμμή! Ξέρεις τί ανάπτυξη θα είχε το Αγρίνιο; Ξέρεις τί πολιτισμός θα αναπτυσσόταν στην περιοχή μας; Και το αεροδρόμιο στην πόλη μας το μεγάλωσαν και δρόμους έστρωσαν και για την ύδρευση της πόλης είχαν σχέδια».

-Έλα, μωρέ Γιώργο, που θέλεις τους «μακαρονάδες» να τούς περιγράψεις και για αγίους! Νικημένοι ήταν από το στρατό μας στα βουνά της Αλβανίας και μάς ήρθαν σαν ήρωες και γαμβροί για τα κορίτσια μας. Και πόσους πατριώτες δεν έστειλαν στη κρεμάλα; Ας το να πάει!

Αφήνοντας τον Καρβασαρά είδαμε δεξιά μας πολλά μαύρα γουρούνια να βόσκουν στην απλωταριά.

- Να οι Ιταλοί σου, Γιώργο! Σαν αυτά ήταν κι εκείνοι οι μελανοχίτωνες του Μουσουλίνι, είπα.

«Όχι δα!» με έκοψε ο Γιώργος. «Γουρούνια λες τους πολιτισμένους φρατέλους με τις κιθάρες, τα όμορφα τραγούδια τους και τις γαλέτες τους, που μάς μοίραζαν στο σχολείο; Τούς αδικείς, φίλε μου».

Είχαμε περάσει και το Μενίδι και ανηφορίσαμε στα σύπλαγα, ώσπου φτάσαμε στο Μακρυνόρος. Εδώ, είπε κάποιος μεσόκοπος επιβάτης, πολέμησα κι εγώ μαζί με το Χούτα. Και πόσους Ιταλούς ρίξαμε στη θάλασσα! Κοιτάξτε εδώ πάνω. Μέσα στα δένδρα είναι τσιμεντένια οχυρά. Τα είχε χτίσει ο Μεταξάς, γιατί ήξερε πως τον τόπο μας θα τον χτυπήσουν από τη θάλασσα οι εχθροί μας οι Ιταλοί.

Κάποιος ακούγοντας το όνομα του Χούτα αναγάλλιασε.

-Αι, αν δεν υπήρχε ο Ζέρβας με τους αντάρτες του, και τί θα έκανε ο Χούτας;

Και ένας άλλος: «Να ξέρεις, πατριώτη, ότι ο Χούτας ήταν οπλαρχηγός του Βάλτου. Και βγήκε στα βουνά από μόνος του αντάρτης πολύ νωρίτερα από το Ζέρβα. Και κάτι ακόμα: Ο Άγιος Αιτωλίας και Ακαρνανίας, ο Ιερόθεος, μόλις το έμαθε, είχε έρθει στον Καρβασαρά την άνοιξη του 1942 και ενημέρωσε τους Ιταλούς, να πάρουν τα μέτρα τους, γιατί το αντάρτικο του Χούτα είναι επικίνδυνο για το λαό!..».

Άκουγε ο Άγγελος και φοβήθηκε πως αυτή η κουβέντα θα άνοιγε καυγάδες. Και άρχισε να τραγουδάει

«Κάτω στου Βάλτου τα χωριά /Ξηρόμερο και Άγραφα

Και στα πέντε βιλαέτια /Φάτε, πιείτε μωρ’ αδέρφια.

Εκεί είν’ οι Κλέφτες οι πολλοί /ούλοι ντυμένοι στο φλουρί/κάθονται και τρων και πίνουν /και την Άρτα φοβερίζουν».

Τραγουδούσε τόσο γλυκά ο Άγγελος, ώστε παρακινήθηκαν κάμποσοι από τους επιβάτες και τον συνόδευαν. Μια νέα γυναίκα ακούγοντας το όνομα Άρτα, αναστέναξε βαθιά.

-Τι έχεις, κυρά μου, κι αναστενάζεις; τη ρώτησε κάποιος από το απέναντι κάθισμα.

Εκείνη, χωρίς να τόν προσέξει, άρχισε να σιγοτραγουδάει: «Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες...». Εκεί σκότωσαν οι Ιταλοί και τον αδερφό μου, είπε σκουπίζοντας με το μαύρο μαντίλι της τα δάκρυά της.

Τα περιβόλια στο Κομπότι, στο Πέτα και λίγο πριν από την Άρτα ήταν φορτωμένα με ολοπράσινα λεμονοπορτόκαλα. «Τα νερά του ποταμιού τούς δίνουν ψυχή», είπε στον Άγγελο κάποιος πίσω του.

-«Να δεις τα νερά του Λούρου, πατριώτη, πόσο κάνουν τη πεδιάδα να καρπίζει κοντά στη θάλασσα», είπε ο Άγγελος. «Να, βλέπετε», είπε, καθώς περνούσαμε δίπλα από το ποτάμι, «το Λούρο. Να η ψηλή χτιστή γέφυρα, που έπαιρνε το νερό από το ποτάμι και που μέσα από μια μεγάλη σήραγγα στο βουνό, εδώ αριστερά μας, πήγαινε να ποτίσει τον πληθυσμό της μεγάλης πόλης, της Νικόπολης. Τη Νικόπολη, κοντά στην Πρέβεζα, τήν έχτισε ο αυτοκράτορας της Ρώμης, ο Αύγουστος Οκταβιανός. Και την ονόμασε έτσι, για να θυμίζει τη νίκη του εναντίον του Αντωνίου και της Κλεοπάτρας. Άλλο πως σε λίγο εκείνη η πόλη έγινε το μεγαλύτερο σκλαβοπάζαρο της Ρώμης».

Περάσαμε τη Φιλιππιάδα. Είδαμε στις καμινάδες πολλών ψηλών σπιτιών, αλλά και σε τηλεγραφόξυλα φωλιές κι απάνω τους να στέκονται καμαρωτοί πελαργοί. Αλλά μάταια αναζητούσαμε τα όμορφα άλογα της παράδοσης. Τα είχαν επιτάξει πριν από δέκα χρόνια για τον πόλεμο. Έτσι κουβέντιαζαν δύο επιβάτες πίσω από τον οδηγό. Τώρα κινούνταν στους δρόμους μουλάρια και γαϊδούρια. Έλεγαν ακόμα πως η κωμόπολη αυτή είχε αποκτήσει το όνομα της από όλους εκείνους τους φίλιππους, δηλ. όσους αγαπούσαν τα άλογα.

Έτσι κουβεντιάζοντας ήρεμα φτάσαμε στο Μπιζάνι.

-Να, σε κείνο το σπιτάκι είχε το στρατηγείο του το χειμώνα το 1912 προς το 1913 ο τότε αρχιστράτηγος και Διάδοχος του θρόνου, ο Κωνσταντίνος. Είμαστε κιόλας κοντά στα Γιάννενα, είπε ο οδηγός. Μάς το θυμίζει και το τραγουδάκι, που έλεγαν οι γονείς μας, όταν πολεμούσαν εδώ τους Τούρκους: «Στο Μπιζάνι βράζουν ρύζι και στα Γιάννενα μυρίζει».

Ένας επιβάτης, κάπου εκεί στη μέση του λεωφορείου, που δεν μιλούσε ρουμελιώτικα και φαινόταν γραμματισμένος, διηγήθηκε κάπως δυνατά, ώστε να τον ακούνε οι περισσότεροι στο μικρό για τότε λεωφορείο των 24 θέσεων. Έλεγε πώς οι στρατιώτες μας πεινασμένοι και κακά αρματωμένοι, έδωσαν μεγάλη μάχη στο Μπιζάνι και πώς κυρίεψαν τα Γιάννενα το Φλεβάρη του 1913.

Εμείς οι δύο προσέχαμε πολύ τον αφηγητή, ένα μάγο της γλώσσας. Χρησιμοποιούσε απλή, αλλά πολύ εκφραστική γλώσσα χωρίς μεγάλες προτάσεις. Κι όταν αναγκαζόταν να προφέρει κάποια λέξη, που φανταζόταν ότι δεν θα τήν καταλάβαιναν κάποιοι από τους επιβάτες, τήν εξηγούσε. Π.χ. «αντιπαράθεση», «αναμέτρηση», «μεθόριος» κλπ.

Λίγο πριν από τα Γιάννενα κάπου στις έντεκα η ώρα το λεωφορείο σταμάτησε στον Πέρεβο. Ένα φτωχικό και σχετικά στενόχωρο καφενείο δίπλα από μεγάλα και βαθίσκιωτα δέντρα. Στην ευρύχωρη αυλή κάποια σανιδένια τραπέζια με τέσσερες ψάθινες καρέκλες ολόγυρα το καθένα γέμισαν αμέσως από τους δικούς μας. Ψηλά στην είσοδο του καφενείου κρεμασμένα δύο μεγάλα κλουβιά. Στο ένα ήταν φυλακισμένα πολλά μικρά ωδικά πτηνά. Ξεχώρισα γαρδέλια, καναρίνια, αηδόνια, φλώρους και ατσάραντους. Στο άλλο κλουβί δεξιά είχε μόνο κοτσύφια και πέρδικες. Φαντάστηκα πως δεν τά είχε για διασκέδαση. Γιατί, ποια άλλη καλύτερη διασκέδαση θα μπορούσε να έχει από εκείνη την υπέροχη συναυλία τόσων πουλιών πάνω στα κλαδιά των θεόρατων δένδρων; Όλοι, όσοι έπιναν τον καφέ τους, δεν είχαν ασχοληθεί με τα πουλιά. Εμείς οι δύο περπατήσαμε λίγο στα γύρω μαγεμένοι τόσο από τον αφηγητή όσο και από το θαυμάσιο περιβάλλον, λες και δεν ήμασταν παιδιά της αγροτιάς. Μέσα μου όμως στάλαζε κρυφά ένας αδιόρατος πόνος για τα καημένα τα πουλάκια! Σαν αυτά θα νιώθουν οι φυλακισμένοι και οι εξόριστοι, σκέφτηκα. Το κελάηδημά τους θα είναι διαμαρτυρία, παράπονο και μοιρολόγι.

Κάπου το μεσημέρι φτάσαμε στα Γιάννενα. Δίπλα από το πρακτορείο αυτοκινήτων, εκεί στο κέντρο της πόλης, όπου αποβιβαστήκαμε, ήταν και σταθμός με μόνιππα. Το καλντερίμι του αμαξοστασίου, γεμάτο σβουνιές και κάτουρα αλόγων βρωμούσε ως πέρα. Η πόλη φαινόταν πως είχε ακόμα την εικόνα της εποχής του Αλή Πασά. Ένας ξερακιανός ανθρωπάκος κατάλαβε πως ήμασταν υποψήφιοι της Ακαδημίας.

-Παιδιά, μας είπε, θέλετε δωμάτιο για όσες μέρες θα μείνετε στην πόλη μας;

Ο καλωσυνάτος αμαξάς μάς οδήγησε στη μεγάλη λεωφόρο ανατολικά και σχεδόν έξω από την πόλη. Επιβάτες της άμαξας που μάς μετέφερε κοιτούσαμε περίεργα τα γύρω μας, αλλά σχολιάζαμε και τα σπουδαιότερα εκείνης της ημέρας:

- Γιώργο, λες ο κάθε οδηγός του λεωφορείου να ξέρει να διηγείται τόσο καθαρά, όσο ο Άγγελος, την ιστορία αυτής της διαδρομής;

-«Μπα! Φαίνεται πως ο Άγγελος κατάλαβε ότι πάμε να γίνουμε δάσκαλοι και ίσως ήθελε να μάς δείξει σαν τί τάχα θα περίμενε ο κοσμάκης να ακούει από τους δασκάλους των παιδιών του. Άλλωστε μού είπες ότι ο Άγγελος είναι συμπέθερός σου και ότι έχει τελειώσει το γυμνάσιο πριν από τον πόλεμο. Τότε μάθαιναν καλά γράμματα. Για χατίρι μας έγιναν όλα αυτά, φίλε μου, για χατίρι μας».

-Όχι και τόσο, παρατήρησα. Ο τόπος, που περάσαμε είναι που κάνει τους οδηγούς δασκάλους και τους επιβάτες μαθητές. Ο τόπος αυτός κλείνει μέσα του τη φωνή όλων εκείνων, που τον πότισαν με το αίμα τους. Και προκαλεί τον κάθε διαβάτη να ακούσει αυτή τη φωνή. Κατάλαβες; Θυμάσαι τί γράφει ο Σολωμός; «Σ' ελέγχ' η πέτρα που κρατείς και κλει φωνή κι' αυτήνη». Και σε άλλη μεριά των «Ελευθέρων πολιορκημένων» του λέει: «Δόξα 'χ' η μαύρη πέτρα του και το ξερό χορτάρι». Τούτη η χώρα με τους φρέσκους τάφους και τα ρημαγμένα σπίτια περιμένει πολλά από τους δασκάλους της. Θα τούς μορφώσουν όμως πατριωτικά και θα τούς αφήσουν να γίνουν λειτουργοί της, όπως κάποιοι κοσμαγάπητοι παπάδες στις εκκλησιές τους; Ας μη γελιόμαστε! Θα μάς φκιάσουν όπως το θέλουν οι προστάτες τους. Μήπως λοιπόν κάνουμε λάθος, που πάμε να γίνουμε δάσκαλοι;

Κατεβήκαμε. Μπροστά μας ήταν ένα μικρό σπιτάκι στο σχεδόν ερημικό κατήφορο με κατοίκους του μια γριά καμπουριασμένη με την όμορφη Ευθαλία, την κάπου σαραντάρα θυγατέρα της.

Ο Γιώργος ήταν ο μοναδικός γιος και πρώτος ανάμεσα σε δύο αδερφές και γι’ αυτό ίσως και καλομαθημένος. Δεν τού άρεσε το φτωχόσπιτο. Ο νιπτήρας χωρίς τρεχούμενο νερό και η τουαλέτα σαράντα βήματα πιο κάτω δίπλα από ένα βαθίσκιωτο πουρνάρι. Τα κλινοσκεπάσματα χρησιμοποιημένα, σχεδόν άπλυτα. Η Ευθαλία ζήτησε από τους δυο μας για τέσσερες βραδιές ογδόντα δραχμές. Αστείο ποσό. Έτσι ξεχάσαμε το πού βρεθήκαμε. Βαλθήκαμε να ξεφυλλίζομε τα βιβλία μας.

Ο Γιώργος έβγαλε από σακούλι του καθάριο ψωμί και λαχταριστό πρόβειο τυρί. Φάγαμε μαζί. Την άλλη μέρα πρωί-πρωί θα πηγαίναμε στο κτήριο της Παιδαγωγικής Ακαδημίας να δώσουμε τα χαρτιά μας και να δηλώσουμε συμμετοχή στις εξετάσεις.

Δημοσθένης Γ. Γεωργοβασίλης