Τα γεγονότα είναι σεβαστά. Τα σχόλια ελεύθερα.

Image description goes here Image description goes here Image description goes here

  

 

Βιωματικά:

 

Ο Μπαρπα-Λάμπρος

 

Του Δημοσθένη Γεωργοβασίλη


 

«Εὐποιίας ἧς ἔτυχες μνημόνευε» (Κλεόβουλος ο Ρόδιος)


Η νύχτα ήταν ακόμα ζεστή. Πύρωνε το χώμα στη λαγκάδα. Ψηλά ανέβαινε ολόγιομο το φεγγάρι κι ο γκιώνης έκλαιγε τον καημό του, γιατί από φθόνο σκότωσε τον αδερφό του. Αλλά ο δικός μου αδερφός δοκίμαζε συμπόνια όλο το καλοκαίρι. Με έβλεπε να ξεχωρίζω από τους άλλους στο μάζεμα των καπνόφυλλων βαθιά χαράματα. Όχι γιατί δεν ήθελα να συμπορεύομαι, αλλά γιατί ήθελα να δουλεύω εντατικά, να γυρίσουμε στο σπίτι, να αρμαθιάσουμε, όσο γινόταν νωρίς, και να στρωθώ στο διάβασμα, ξέχωρα και πάλι από τους άλλους, πέρα εκεί στα πλατάνια, στο ρέμα, στην ησυχία.

-Γιατί τανυέσαι, είπε ο Χρίστος, γιατί αγκομαχάς; Δεν έπρεπε να πεις το ναι στον Αντρέα. Οι καπνόριζες είναι χοντρές και οι ρίζες τους βαθιές. Δεν βγαίνουν με το χέρι. Κοίτα, οι παλάμες μου έβγαλαν κιόλας φρουσκάλες. Πάμε να φύγουμε. Και πόσο θαρρείς πως θα βγάλεις από τούτα τα πέντε στρέμματα; Οχτώ δραχμές το στρέμμα. Σχεδόν σαράντα. Και τί θα τα κάμεις τόσα λίγα λεπτά. Είπες, θέλεις να αγοράσεις βιβλία, να διαβάσεις για να δώσεις εξετάσεις στο πανεπιστήμιο. Και πότε θα γίνει αυτό. Εσύ τελείωσες το γυμνάσιο τον περασμένο Ιούνιο. Όλο το καλοκαίρι δούλευες το πρωί στα καπνά και το δειλινό στη Βελαώρα τινάζοντας βελανίδι. Αλλά και το εμπόριο, που έκαμες τον Ιούλιο γυρίζοντας στα χωριά πάνω στα βουνά και πουλώντας τομάτες και καρπούζια, το μόνο κέρδος σου ήταν το ξεποδάριασμά σου και το ξελίγωμα του αλόγου μας. Τι κέρδισες; Τίποτα. Και πιστεύεις ότι και τώρα θα κερδίσεις; Ο Αντρέας είναι χαρτοπαίχτης. Λες και θα θυμηθεί να σε πληρώσει; Μπρος, πάμε να φύγουμε. Σε λίγες μέρες αρχίζουν οι εξετάσεις. Βλέπεις ο Σεπτέμβρης μπήκε για τα καλά. Κι αν ακόμα είχες τα χρήματα να αγοράσεις τα βιβλία, πότε θα τα διαβάσεις; Έφυγε ο καιρός. Μα είσαι τρελός; Μήπως τρελάθηκες από τα γράμματα; Καλά έλεγε η θειά η Σολτάταινα στη μάνα μας.

-‘Εκείνο το γραμματιζούμενο παιδί σου να το προσέξεις. Εκεί που πάει μοναχός του στον κάμπο, κρένει, κρένει και δεν αποσώνει. Λένε πως όσοι κρένουν ξυπνητοί και μοναχοί τους, έχουν σαλέψει’. Μπρος πάμε να φύγουμε!»

Κάτι τέτοια λόγια μου είπε ο Χρίστος και κίνησε να φύγει. Βούϊζε το κεφάλι μου. Είχε δίκιο. Έλα όμως που από μικρός είχα συμπάθεια στα βιβλία!

«Και τα δικά μου χέρια όχι μόνο φρουσκάλιασαν, αλλά βγάζουν και αίμα. Εσύ άμα θέλεις φεύγα, εγώ όμως έδωσα το λόγο μου και θα μείνω. Κι αν μπορέσω σε τρεις νύχτες, ας είναι και σε πέντε. Αύριο βράδυ θα φορέσω στα χέρια μου μάλλινα τσουράπια. Κι όσο βαστάξω. Άλλωστε δε μου χρωστάς τίποτα να πληρώνεις τα δικά μου βάσανα, ή τις τρέλες μου, όπως συχνά μού λες. Εσύ καλά έκαμες και έκοψες το σχολείο. Αλλά εγώ...».

Ο γκιώνης τώρα ακούστηκε στη διπλανή βελανιδιά. Ο Χρίστος θυμήθηκε το μύθο και πισωγύρισε. «Όχι, δε φεύγω. Αλλά να ξέρεις, άμα πας έτσι στη ζωή σου, προκοπή δε θα ιδείς ποτέ». Κι έσκυψε και τραβούσε τώρα τις μικρότερες καπνόριζες, αφήνοντας τις μεγάλες.

«Πού ξέρεις; ίσως τούτες τις μέρες να βρέξει ο θεούλης. Τότε και οι μεγάλες θα ξεριζώνονται ευκολότερα», είπε. «Τέτοιο καιρό δεν πέφτουν τα πρωτοβρόχια;» ρώτησε, σα να ήθελε να με συμβουλέψει να κάνω το ίδιο.

Περασμένα μεσάνυχτα η κούραση και η νύστα μας λύγισε. Γυρίσαμε σπίτι και νηστικοί πέσαμε για ύπνο.

Πριν τρεις βδομάδες είχαμε κηδέψει τη βάβα μας, την Κάντζαινα, τη μάνα του πατέρα μας. Και ήταν πολύ γερασμένη: ογδόντα δύο χρονών! Σ’ όλη τη ζωή της στάθηκε μια άγια, μαρτυρική και τυραγνισμένη γυναίκα. Ήταν σύζυγος ενός σκληρού μέχρι απανθρωπιάς αφέντη. Δεκαοχτώ φορές κράτησε στα σπλάχνα της τη ζωή και έξι φορές κήδεψε δικά της βλαστάρια. Την αγαπούσα πολύ αυτή τη γιαγιά και πιότερο τη συμπονούσα όσο δε λέγεται. Την επισκεπτόμουνα συχνά και με συμβούλευε να γίνω γιατρός να τη γιατρέψω.

«Βλέπεις, παιδάκι μου, οι τσούπες μου με κοιτάνε, αλλά ούτε γιατρό μου φέρνουν μα κι ούτε φάρμακα μου δίνουν. Νύχτα μέρα μ’ έχουν εδώ στο κρεβάτι σωριάζοντας μαξιλάρια στο κεφάλι μου και στην πλάτη μου, τόσο που καμπούριασα. Η μύτη μου κοντεύει να φτάσει στα γόνατά μου. Εσύ όμως, που μ’ αγαπάς, άμα σπουδάσεις, και γίνεις γιατρός, θα με κάμεις καλά. Και δόντια θα μου βάλεις και άξια θα με κάμεις να σηκωθώ απ’ το κρεβάτι και να περπατήσω».

Ήθελε να ζήσει καλά η κακόμοιρη η γερόντισσα, έστω και στα στερνά της, κι ας είχε πάθει τόσα πολλά στην άμοιρη ζωή της. Έβλεπε το θάνατο, άκουγε τα βήματά του να πλησιάζουν και ήθελε σώνει και καλά να πιαστεί από τη ρίζα της ζωής.

Αυτά συγύριζα στο νου μου όσο να με πάρει ο ύπνος.

Την άλλη μέρα με ξύπνησε η μάνα μου πριν βγει ο ήλιος. «Σήκω να προφτάσεις το λεωφορείο. Να πας στο Αγρίνιο. Η βάβα σου η Κώσταινα ψυχομαχάει. Ο γιατρός ο Παλιούρας, που τον φέραμε στη νύχτα, έγραψε συνταγή για ενέσεις. Η θεια σου θα σου δώσει τα χρήματα. Σήκω».  Στο διπλανό σπίτι κατοικούσε η μικρότερη αδερφή της μάνας μου, ανύπαντρη, μαζί με την άρρωστη γρια μάνα της.

Στην πόλη βγαίνοντας από το φαρμακείο του Φιλιππιάδη στην οδό Παπαστράτου έπεσα πάνω στο Γιώργο Κοτρώνη. Ο νέος εκείνος καταγόταν από την Καμαρούλα, προάστειο της πόλης, είχε αποφοιτήσει την προηγούμενη χρονιά, αλλά παρέμεινε στο σπίτι του. Ξαφνιάστηκε μόλις με είδε: «Τί; ακόμα εδώ είσαι εσύ; Πώς δεν έφυγες για την πρωτεύουσα, όπως πήγαν οι άλλοι, να κάμεις φροντιστήρια και να μπεις σε κάποια πανεπιστημιακή σχολή; Εσύ, από όσο ξέρω, ήσουν πολύ καλός μαθητής και όλοι πιστεύαμε πως θα μάς θαμπώσεις με κάποιες απίθανες επιτυχίες», είπε ο Γιώργος πάντα χαμογελώντας από περισσή ευγένεια.

«Κι εσύ τι έκαμες; Σε ποια σχολή φοιτάς;» τον ρώτησα.

-«Εγώ; μη ρωτάς; Ο πατέρας μου αρρώστησε. Ας τα... 

Στο χωριό του όμως ήξερααν πολλοί ότι την προηγούμενη χρονιά είχε δοκιμασει να γίνει αξιωματικός της Αεροπορίας, αλλα δεν τον δέχτηκαν.

-«Μεθαύριο όμως φεύγω για τα Γιάννενα, πάω για δάσκαλος. Έρχεσαι να πάμε μαζί; Αφού δεν μπορούμε να πάμε εκεί που θέλουμε, τουλάχιστον ας γίνουμε και δάσκαλοι. Από το ολότελα... ξέρεις». Είπαμε κι άλλα, αλλά το λεωφορείο θα έφευγε σε λίγο για το χωριό μου και η αγωνία μου να βρω και τούτη την πολυαγαπημένη μου γιαγιά ζωντανή έβαλε φτερά στα πόδια μου.

Στο χωριό τα λόγια το Γιώργου με βασάνιζαν. Πώς θα φύγω για τα Γιάννενα;

Ήρθε ο γιατρός, έκαμε στη γιαγιάκα μου την ένεση. Αύριο την ίδια ώρα θα έρθει ξανά να της κάμει τη δεύτερη. Όλοι ελπίσαμε πώς η γιαγιά θα καλυτερέψει.

Το μεσημέρι δεν κοιμήθηκα. Η σκέψη με βασάνιζε.

Το μεταμεσήμερο αποφάσισα να πάρω δυνατότερα τη ζωή μου στα χέρια μου. Στον ίσκιο του πλάτανου του παππού μου του Κάντζιου, εκεί στη μέση του χωριού και νότια της δημοσιάς, γύρω από ένα τραπέζι κάθονταν τρεις άντρες πίνοντας τον καφέ τους. Πλησίασα και ψιθύρισα στ’ αυτί του Μπαρπα-Λάμπρου: «Μπορείς να έρθεις παράμερα κάτι να σου πω, Μπάρπα;»

Σηκώθηκε ο σχεδόν πενηνταπεντάρης, γλυκομίλητος και πανάγαθος, άνθρωπος και με ακολούθησε.

«Μπάρπα-Λάμπρο, ξέρεις την οικονομική κατάσταση του σπιτιού μας. Κι εμείς καλλιεργούμε καπνά μονάχοι μας στα δικά μας χωράφια, αλλά οι έμποροι τα αγοράζουν με δεκαοχτώ δραχμές, σαν σκάρτα, ενώ οι άλλοι πουλάνε με εκατό και εκατόν είκοσι την οκά. Και γιατί; γιατί ο πατέρας μου, όπως ξέρεις, ήταν πρόεδρος του Λαϊκού Δικαστηρίου. Έτσι τιμωρείται ολόκληρη η οχταμελής οικογένειά μας. Και πεινάμε. Εγώ, όπως θα ξέρεις, ήμουνα καλός μαθητής. Μεθαύριο θέλω να πάω στα Γιάννενα για δάσκαλος. Όμως χρειάζομαι μόνο πεντακόσιες δραχμές. Μπορείς να μου τα δανείσεις και σου δίνω το λόγο μου πως τα Χριστούγεννα θα σου τα επιστρέψω και με τόκο».

Ο Μπαρπα-Λάμπρος, που μέχρι τότε από την πρώτη καλοκάγαθη και δουλευταρού Γιωργούλα του δεν είχε παιδιά, άπλωσε το χέρι του, το στήριξε στον ώμο μου και χαμογελαστός είπε: «Τράβα στο σπίτι σου κι άμα ακούσεις την καμπάνα του εσπερινού, έλα στο καφενείο του Κατσαρού να με βρεις. Θα σε περιμένω».

Ήταν Σαββατόβραδο. Τα άλλη μέρα ξημέρωνε η γιορτή της Θεοτόκου και θα πανηγύριζαν στο διπλανό χωριό το «Γενέσιον της Θεοτόκου».

Γύρισα στο σπίτι και βάλθηκα να ετοιμάζομαι. Από το δάσκαλο τον Καζάκο πήγα να μου δώσει δύο πιστοποιητικά: ότι είμαι γιος πολύτεκνου και ότι ο πατέρας μου είναι άπορος. Έτσι δεν θα πλήρωνα εξέταστρα στην Ακαδημία. Πήρα ένα μικρό βαλιτζάκι (το έχω ακόμα εξήντα τόσα χρόνια μετά) με τα βιβλία της ογδόης Γυμνασίου, στην Έκθεση (Ελληνικά), Γραμματική-Συντακτικό, Μαθηματικά (Άλγεβρα, Γεωμετρία και Τριγωνομετρία), Ιστορία. Έβαλα μέσα και το εγχειρίδιο Ανθρωπολογίας της τετάρτης τάξης. Σ’ αυτά θα διαγωνιζόμασταν στην Ακαδημία, όπως μού είπε ο Γιώργος Κοτρώνης.

Χτύπησε η καμπάνα. Πόσο λαχτάρησα! Έτρεξα στο καφενείο. Ο Μπαρπα-Λάμπρος καθόταν απέξω στο πεζοδρόμιο μονάχος ακουμπισμένος στο μπαστούνι του. «Μπαρπα-Λάμπρο!» είπα σιγανά. Εκείνος, σα να του τάραξα βαθιούς διαλογισμούς, ξαφνιάστηκε:

«Έλα» είπε και πάλι χαμογελαστός˙ έβγαλε από τη τσέπη του παντελονιού του διπλωμένο στα τέσσερα ένα ολοκαίνουργο πράσινο πεντακοσιάρικο. Μού το έδωσε και είπε:

«Τράβα στο καλό και να ‘χεις την ευχή μου. Και κοίτα! Μη νοιαστείς για την επιστροφή του! Να πας καλά εσύ και να προκόψεις, όπως σου αξίζει».

Έσκυψα να του φιλήσω το χέρι και το τράβηξε.

«Μη, είπε, δεν κάνει. Φοράς μακρύ παντελόνι πια. Τράβα στη ευχή του Θεού!».

Αν ο Μπαρπα-Λάμπρος με τόση καλοσύνη δεν έδειχνε σ’ ένα λιανόπαιδο εμπιστοσύνη, ποιος ξέρει ποια θα ήταν η πορεία στη ζωή μου!  Βέβαια δεν θα χανόμουν, αλλά εκείνο τον τρελό καιρό, δεν μπορούσαμε να σχεδιάσουμε το μέλλον. Και είναι τρομερό να κωπηλατείς σε τρικυμισμένη θάλασσα, όπως έμοιαζε η χώρα ύστερα από δέκα χρόνια πολέμου και αθλιότητας. Δυο χρόνια μετά άχνιζε ακόμα το χώμα από τις σάρκες του άγριου του αδερφοσκοτωμού.

Στις εξετάσεις πέτυχα πρώτος. Τα Χριστούγεννα η μάνα μου πούλησε - μάλλον χάρισε - ένα αγρό κοντά στη λίμνη, που τον είχε καλύψει το ρέμα και από χρόνια παρέμενε λόγγος. Πήρα το πεντακοσιάρικο και πενήντα δραχμές ως τόκο και πήγα την εκκλησία, όπου ο Μπαρπα-Λάμπρος ήταν τακτικός. Μετά την απόλυση τον χαιρέτισα και του έδινα τα χρήματα.

 «Όχι, όχι, σού τα έδωσα ως δώρο. Άλλωστε για τη εξαιρετική επιτυχία σου θα έπρεπε να σου κάμω κι ένα δώρο. Κράτησέ τα!».

«Μπαρπα-Λάμπρο, το δώρο σου δεν μεταφράζεται σε δραχμές. Φάνηκες σαν πατέρας μου. Οι καλοσύνες σου φανερές και κρυφές σε έχουν κάμει άγιο». Και έσκυψα και τα έβαλα στην τσέπη του σακακιού του.

Ο Μπαρπα-Λάμπρος, καλός νοικοκύρης και λογικός άνθρωπος, δεν μπλέχτηκε ποτέ στις πολιτικές και μισαλλόδοξες συγκρούσεις των κοινωνικών ομάδων εκείνης της εποχής. Δεν έπαιζε χαρτιά ούτε έπινε στις ταβέρνες ούτε ανακάτευε στη ζωή του τα καμώματα της μοίρας. Ήταν ένας ήσυχος, ευυπόληπτος και πολύ προκομμένος Κύριος και στην κοινωνία πάντα παρών.

 Πήρε δυο όμορφες και σεβαστικές θυγατέρες του πολύτεκνου αδελφού του από το ορεινό χωριό του και τις πάντρεψε στο χωριό μας κάνοντάς τις σεβαστές νοικοκυρές. Προίκισε και την πρωτοθυγατέρα του πολύτεκνου και φτωχού αδελφού της γυναίκας του. Κάποιον Αύγουστο ή αρχές Σεπτεμβρίου αυτός και η γυναίκα του κάνοντας τη θεραπεία τους στα λουτρά του Καϊάφα, ο Μπαρπα-Λάμπρος έμεινε μισοπαράλυτος. Σε λίγο πέθανε και η γυναίκα του.

Ένα βραδάκι, κάπου τα πρώτα χρόνια του 1960, δύο καλοί συγχωριανοί και φίλοι του τον κατάφεραν: να παντρευτεί τη Φούλα! μια ομορφονιά, προσεκτική και συμμαζεμένη, αλλά παντάφτωχη, που θα μπορούσε να είναι ακόμα και θυγατέρα του. Βούϊξε το χωριό από το ξάφνιασμα. Μπράβο στους συμπεθεροκόπους και πιο πολύ μπράβο στη νύφη! Θέλει μεγάλη ψυχή μια τέτοια απόφαση. Η Φούλα την έδειξε. Τον σεβάστηκε. Και το θαύμα, που εκείνος περίμενε από το Θεό τόσα χρόνια, το έκαμε η Φούλα: Πέντε χαριτωμένα παιδάκια χρόνο με το χρόνο πρόσφερε στην αγαθοσύνη του. Βουλήθηκε ο Θεός και τον πήρε κοντά του κάπου δέκα χρόνια μετά, αλλά η γενναία Φούλα στάθηκε αγέρωχη γυναίκα και άνδρας μαζί. Κράτησε την περιουσία, όση είχε απομείνει, μόρφωσε τα παιδιά της και χαίρεται τώρα στα καρδαμωμένα γηρατειά, κοντά στα προκομμένα παιδιά της γαμβρούς, νύφες κι ολόδροσα αγγόνια.

Αν υπάρχει Θεός, μπορεί να μην έχει βάλει στον παράδεισό του μαζί με τους αγίους και τους αγγέλους του και την ψυχή του Μπαρπα-Λάμπρου; Τι λέτε όλοι εσείς, που τον γνωρίσατε; Και πιο πολύ όλοι όσοι βοηθηθήκατε στην ανάγκη σας από τη καλοσύνη του; 

Δημοσθένης Γ. Γεωργοβασίλης

(Αύγουστος 2008)