Τα γεγονότα είναι σεβαστά. Τα σχόλια ελεύθερα.

Image description goes here Image description goes here Image description goes here

Ο λαός στην ιστορία:

OI ΕΠΟΙΚΙΣΕΙΣ ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ ΣΤΟ ΑΓΡΙΝΙΟ

και η οικονομική και πολιτισμική συμπεριφορά τους*



Του  Κώστα Κονταξή, 

Καθηγητή Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας

 

Γιατί πέρασαν τόσα και τόσα στα μάτια μας…

γιατί γνωρίσαμε τόσο πολύ τούτη τη μοίρα μας

στριφογυρίζοντας μέσα σε σπασμένες πέτρες

τρεις ή έξι χιλιάδες χρόνια

ψάχνοντας σε οικοδομές γκρεμισμένες που θα ήταν

ίσως το δικό μας σπίτι,,,

                                                             Γ Σεφέρης «Μυθιστόρημα» ΚΒ'

 

    Στο επαναστατημένο Εικοσιένα παρατηρούνται πολλές μετακινήσεις μάχιμων και άμαχων ελληνικών πληθυσμών από διάφορες ελλαδικές περιοχές, ήτοι την Ήπειρο, τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία, την Κρήτη και τα άλλα νησιά, προς την Πελοπόννησο και τη Στερεά, όπου στέριωσε η λευτεριά και δικαιώθηκε ο Μεγάλος Αγώνας. Ως γείτονες με την Αιτωλοακαρνανία οι Ηπειρώτες προτίμησαν να κατοικήσουν σ’ αυτή και κυρίως στην εύφορη Αιτωλία.

        Εντυπωσιακότερες και δραματικότερες υπήρξαν οι μετοικίσεις των Σουλιωτών, οι οποίοι ύστερα από εξορία δεκαεπτά ετών στα Ιόνια νησιά γύρισαν στις εστίες τους στις 6 Δεκέμβρη του 1820 και έραιναν ξανά με δάκρυα και αίμα τα ποθητά κακοτράχαλα χώματά τους. Δεν μπόρεσαν, όμως, ούτε δύο χρόνια να τα χαρούν, γιατί, με πολύ πόνο, στις 2 Σεπτεμβρίου του 1822 αναγκάστηκαν να αποχωριστούν οριστικά τη γλυκιά τους πατρίδα και την επόμενη να αποπλεύσουν από την Ηπειρώτικη Σπλάντζα για την Κεφαλλονίτικη Ασσο. Από εκεί, οι περισσότεροι, πέρασαν με τις οικογένειές τους στην Κέρκυρα και από τον Γενάρη του 1823 οι μάχιμοι άρχισαν να συρρέουν στην Αιτωλοακαρνανία, ενώ ήδη ο Νότης Μπότσαρης από τον Γενάρη του 1822 βρίσκεται στην Πελοπόννησο ως Υπουργός Πολέμου και ο Μάρκος Μπότσαρης ακολούθησε, μετά την ήττα των Ελλήνων στο Πέτα, τον Μαυροκορδάτο στο Μεσολόγγι.

        Όταν οι σουλιώτες πολεμιστές συγκεντρώθηκαν στη Δυτική Στερεά, η Κυβέρνηση θεώρησε ορθό να τους παραχωρήσει εθνική γη, δηλαδή γη που ανήκε πριν στο τουρκικό δημόσιο ή σε τούρκους ιδιοκτήτες, για να εγκατασταθούν μόνιμα, να έχουν νέα πατρίδα όχι πολύ μακριά από την παλιά και να αποτελούν έτσι για τους Αιτωλοακαρνάνες ασπίδα δυνατή κατά των εχθρικών επιδρομών από τα μεγάλα στρατόπεδά τους στην Ήπειρο.

      Πραγματικά, ύστερα από σχετική αναφορά τους, το Εκτελεστικό Σώμα ανταποκρίθηκε με προβούλευμα πως θα δινόταν σ’ αυτούς το Ζαπάντι, κοντά στο Βραχώρι. Το Βουλευτικό Σώμα, κατά τη συνεδρίαση της 9ης Ιουνίου του 1823, δέχεται την εισήγηση του Εκτελεστικού, αλλά ψηφίζει: «Όταν υπάγει ο Έπαρχος του Μεσολογγιού εις τον τόπον του, να επισκεφθεί και θεωρήσει τον τόπον εκεί διαχωρίσας τον ιδιόκτητον από τον εθνικόν, εις αποφυγήν συγχύσεως των εκεί εγχωρίων, να παραχωρήσει το ήμισυ του εθνικού τόπου κατ’ εκείνο το μέρος και αν τούτο δεν εξαρκέσει εις εξοικονόμησιν όλων των Σουλιωτικών φαμελιών, να τους δοθεί και από τα πλησιέστερα μέρη το ανάλογον μέρος της ελλείψεως».

   Την ίδια μέρα υποβάλλεται και νέα αναφορά Ηπειροσουλιωτών, την οποία υπογράφουν οι Γ. Κίτσος, Νούτσος Κονταξής και Χρίστος Φωτομάρας, αλλά την επόμενη ακολουθεί αντιαναφορά των «παραστατών» Αιτωλίας και Ακαρνανίας, με την οποία διαμαρτύρονται «δι’ εγκατάστασιν Σουλιωτών εις περιοχήν των εις βάρος εντοπίων». Αφού εκθέτουν τις απόψεις τους, με συχνά μεγαλόστομες εκφράσεις, για τα απαράγραπτα και αποκλειστικά δικαιώματα των Αιτωλοακαρνάνων πάνω στη γη του Κάρλελι, καταλήγουν: «Χρέος, λοιπόν, τελευταίον μας είναι να παρουσιάσομεν προς την ιεράν Συνέλευσιν τα ολέθρια αποτελέσματα, οπού μέλλει να επαφήσει η απόφασις ταύτης της μετοικήσεως και διαμαρτυρόμεθα ενώπιον του Θεού και του Ελληνικού Έθνους ότι είμεθα έξω από κάθε βάρος».

 Έτσι, άρχισε το ζήτημα του Ζαπαντιού που έμελλε να κρατήσει χρόνια. «Ένα ζήτημα που δημιούργησε η απληστία ορισμένων καπεταναίων...», παρατηρεί ο Γεράσιμος Παπατρέχας5. «Πίσω από τις μεγαλοστομίες κρυβόταν το δικό τους συμφέρον και όχι της “παλιόκαπας”. Υπήρχε εθνική γη όχι μόνο για την αποκατάσταση των Σουλιωτών, αλλά και όλων των Αιτωλοακαρνάνων ακτημόνων ή με ελάχιστο κλήρο καλλιεργητών. Κύριος υποκινητής ήταν, στη φάση αυτή, ο Γιαννάκης Ράγκος και αργότερα ανέλαβε το ρόλο αυτό ο άλλος Γιαννάκης, ο Στάικος».

Για το ίδιο θέμα ο Διονύσης Μιτάκης σημειώνει: «Εξηγούμε στον ανύποπτο αναγνώστη ότι κυριότερος υποκινητής των διαμαρτυρομένων ήταν ο Γιαννάκης Ράγκος, έχοντας, όμως, νοοτροπία κοτζάμπαση-τσιφλικά προπαρασκευαζόταν να ιδιοποιηθεί κι αυτός γαίες στα κατώμερα. Απόδειξη ότι ζητούσε από τον Καποδίστρια, αργότερα, να του παραχωρηθούν στο Νιοχώρι Παραχελωίτιδας 2.000 στρέμματα εύφορης γης, για να την καλλιεργούν δούλοι του».

Μέχρι το τέλος, σχεδόν, του απελευθερωτικού αγώνα το ζήτημα της εγκατάστασης των Ηπειρο- σουλιωτών στο Ζαπάντι ή στο Αγρίνιο ατόνησε, αφού ολόκληρη η Δυτική Στερεά αποτέλεσε όλο αυτό το διάστημα επίκεντρο σημαντικών γεγονότων. Δεν μπορούσε να γίνει, ασφαλώς, λόγος για αποκατάσταση αγωνιστών σ’ αυτή, αφού κανείς δεν γνώριζε ποια θα ήταν τελικά η τύχη τους.

Οι αντιπρόσωποι των Σουλιωτών, με συχνές αναφορές, ανακινούσαν το ζήτημά τους ζητώντας αποκατάσταση και σε περιοχές της Πελοποννήσου. Το θέμα από αναβολή σε αναβολή έμενε σε εκκρεμότητα, ενώ από το 1828 είχαν εγκατασταθεί οι πρώτες οικογένειες στο Βραχώρι. Ο Καποδίστριας δεν έδωσε λύση και λίγους μήνες μετά το θάνατό του, τον Γενάρη του 1832, η Ε' Εθνοσυνέλευση ασχολήθηκε με το θέμα και με το ΣΤ' ψήφισμά της όχι μόνο αναγνώριζε τις θυσίες των Σουλιωτών, αλλά αποφάσιζε και τη δωρεάν παραχώρηση μεγάλων οικοπέδων στο Βραχώρι, για να υπάρχει χώρος και για περιβόλι στο κάθε σπιτικό, και την παραχώρηση εθνικής γης, πέρα από τις οφειλόμενες αποζημιώσεις και αμοιβές. Με άλλα λόγια αποφάσιζε πλήρη ικανοποίηση των Σουλιωτών. Για να καθησυχάσει τις ανησυχίες των Δυτικοελλαδιτών, το ψήφισμα περιέλαβε στο άρθρο Γ' τη φράση, «χωρίς να βλαφθούν τα δίκαια των εντοπίων». Φαίνεται, όμως, ότι και αυτό το ψήφισμα έμεινε ανενεργό και μετά την άφιξη του Όθωνα και την ανάληψη της εξουσίας από την Αντιβασιλεία .

Στο μεταξύ, στο Αγρίνιο δημιουργήθηκε εκρηκτική κατάσταση. Οι Σουλιώτες, οι εγκατεστημένοι σ’ αυτό από το 1828 και μετά, χωρίς αποκατάσταση και με μέλλον αβέβαιο, αποτελούσαν ήδη ένα πρόβλημα. Όταν προστέθηκαν σ’ αυτούς και οι άντρες από τα διαλυμένα σώματα, το πρόβλημα έπαιρνε, μέρα με τη μέρα, εκρηκτικές διαστάσεις. Άνεργοι, ακτήμονες, αλλά και άσχετοι με την καλλιέργεια της γης, αφού ποτέ, όπως και οι πρόγονοί τους, δεν είχαν σχέση με τη γεωργία, δεν άργησαν να γίνουν φορτίο δυσβάσταχτο και πληγή για τους ντόπιους κατοίκους, οι οποίοι προσπαθούσαν να ανοικοδομήσουν τα ερείπια και να ανασυγκροτήσουν τη διαλυμένη οικονομία τους.      

       Τη δυσφορία και την αγανάκτηση των ντόπιων υποδαύλιζε ο Γ. Στάικος και οι υποτακτικοί του, πείθοντας πολλούς ότι η παρουσία των Σουλιωτών είναι πηγή δεινών και ότι θα μείνουν οι αυτόχθονες χωρίς αποκατάσταση και θα καταντήσουν κολίγοι. Και ενώ το ζήτημα χρόνιζε στις ελληνικές καλένδες, η κατάσταση χειροτέρευε και το χάσμα διευρυνόταν. Και όλα αυτά σε βάρος του γενικότερου συμφέροντος και της ανάπτυξης της πόλης.

«Και επειδή σε τέτοιες καταστάσεις “η τρίχα γίνεται τριχιά”, ήταν αρκετή μια φιλονικία για να εξελιχθεί σε αιματηρό επεισόδιο», γράφει ο Γεράσιμος Παπατρέχας. «Έστηναν τα παιδιά έναν καυγά με πετροπόλεμο, έμπλεκαν και οι μεγάλοι με τις πιστόλες και τα ντουφέκια. Αντί να ημερεύουν τα ήθη, γίνονταν κάθε μέρα και πιο άγρια. Τα πάθη δεν άφηναν τους Αγρινιώτες, Βραχωρίτες και Σουλιώτες να προχωρήσουν στο δρόμο της προκοπής και της προόδου».

Στις προσπάθειες του Γιαννάκη Στάικου να εμποδιστεί με κάθε τρόπο η πλήρης αποκατάσταση των Ηπειροσουλιωτών στο Αγρίνιο αντιτάχθηκαν με υπόμνημά τους προς τη Γερουσία τον Αεκέμβρη του 1851 51 Αγρινιώτες, οι οποίοι, εκτός των άλλων που ανέφεραν, δήλωναν και τα εξής:  «...Βλέπετε, λοιπόν, Κύριοι Γερουσιασταί, ότι ο συνάδελφος υμών κ. Ιωάννης Στάικος δεν εκινήθη από την αλήθειαν, ουδέ από το συμφέρον του τόπου, αλλά από ιδιοτελείς σκοπούς και μίση ατομικά κατά των Ηπειροσουλιωτών. Ο τόπος έχει ανάγκην λαού. Η γη του Αγρίνιου είναι αρκούσα όχι μόνον οι Ηπειροσουλιώται να συνοικισθώσιν, αλλά και άλλοι, αν το έθνος κρίνει αναγκαίον. Ο δε τόπος είναι ευχαριστημένος πολλώ δε μάλλον από τους Ηπειροσουλιώτας, τους οποίους έχει ήδη εντός των κόλπων του προ είκοσι ετών, και δεν έχει αφορμάς δυσαρέσκειας κατ’ αυτών. Έχει μάλιστα λόγους ευγνωμοσύνης, διότι εις άλλας περιστάσεις τω εφάνησαν χρήσιμοι προς αντίκρουσιν των κατά καιρούς ανταρσιών και προφύλαξιν της πόλεως, από αυτάς τε και τας επιπολαζούσας ληστείας ενταύθα...»

«Το έγγραφο αυτό, πραγματικά σπουδαίο ντοκουμέντο,», παρατηρεί ο Γεράσιμος Παπατρέχας, «δεν απηχεί μόνο την κοινή γνώμη του Αγρίνιου ή τουλάχιστον του μεγαλύτερου μέρους της, αλλά είναι και αποκαλυπτικό των μεθόδων και της προσπάθειας του Στάικου να κυριαρχήσει στην περιοχή. Οπωσδήποτε ήταν αντίπαλοί του αυτοί που υπέγραψαν το υπόμνημα, αλλά η αντιπαλότητά τους δεν οφειλόταν σε προσωπικά και ταπεινά ελατήρια, αφού υπηρετούσε την αλήθεια. Ανάμεσα στις 51 υπογραφές υπάρχουν ονόματα αγωνιστών που κατά τη διάρκεια του Αγώνα είχαν επιδείξει αγωνιστικότητα και ήθος και ποτέ δεν κατηγορήθηκαν. Υπογράφουν ο περιώνυμος Δήμος Τσέλιος. οι αδελφοί Γαλάνης και Αντώνης Μεγαπάνος, ο Φώτος Σαχίνης, ο Ν. Στραβοσκούφης αλλά και ο Λ. Στάικος».

«...φρόνιμη και δικαιόφρονη και αληθινή πατριωτική αναφορά των πολλών Αγρινιωτών. των οποίων θαρραλέοι ανεπίσημοι εκπρόσωποι είναι οι 51 υπογραμμένοι», χαρακτηρίζει πολύ σωστά το υπόμνημα των 51 Αγρινιωτών ο Διονύσης Μιτάκης.

Όπως ήταν επόμενο, η δίκαιη φωνή, η φωνή της μετριοπάθειας, της λογικής και της προόδου δεν είχε απήχηση παρά μόνο στις εφημερίδες της εποχής. Οι διασυνδέσεις του Γιαννάκη Στάικου αποδείχτηκαν ισχυρότερες και το σχετικό νομοσχέδιο δεν ψηφίστηκε για να γίνει νόμος του Κράτους.

Τα δίκαια πολλών Σουλιωτών, ίσως των πιο άσημων, δεν ικανοποιήθηκαν την περίοδο εκείνη. Των πιο άσημων, γιατί τα γνωστά ονόματα, και της δεύτερης ακόμα σειράς, είχαν ικανοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό στα χρόνια που είχαν μεσολαβήσει.

Ήδη, στα 1837, ήταν σχηματισμένος ο αρχικός πυρήνας της συνοικίας των Ηπειροσουλιωτών ένα άθροισμα κατοικιών στο τετράγωνο ανάμεσα στις οδούς Ηλιού - Καζαντζή - Τσαλδάρη και 39ου Συντάγματος. Το μεγάλο ρέμα που έκοβε την πόλη στα δύο από το Βορρά προς το Νότο. Ο περίφημος «Κατρουλής» με τις τρεις γέφυρες, οι οποίες κλείνονταν τη νύχτα με μπάρες για να αποφεύγονται οι συγκρούσεις των θερμόαιμων, ήταν ένα είδος οροθετικής γραμμής και καθόριζε τα όρια των δύο συνοικιών, της Βραχωρίτικης ανατολικά και της Σουλιώτικης δεξιά.

          Σύμφωνα με ονομαστικές καταστάσεις που υπέβαλε στην Κυβέρνηση ο έπαρχος Τριχωνίας Λάμπρος Ζαβός, με το με αριθμό 3859 από 12 Μαΐου 1834 έγγραφό του, ήταν ήδη εγκατεστημένες στο Αγρίνιο 157 οικογένειες Ηπειροσουλιωτών, 498 άτομα, πρώην αξιωματικών και στρατιωτών. Ανάμεσα τους οι γνωστές και μεγάλες φάρες των Δαγκλαίων, των Ζερβαίων, των Μαλαμαίων, των Κουτσονικαίων. Επίσης, 39 οικογένειες στρατιωτικών, συνολικά 86 άτομα, από άλλες περιοχές της Ηπείρου και τέλος οχτώ οικογένειες εμπόρων και τεχνιτών. «Είχαν, λοιπόν, εγκατασταθεί οι πρώτο .

        Ηπειρώτες έμποροι, όπως και τεχνίτες, μάλλον ασημουργοί, που ανήκαν όλοι, αυτοί οι τελευταίοι, στην οικογένεια Δαβαρούκα», σημειώνει ο Γεράσιμος Παπατρέχας.

Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα συνεχίστηκε η εγκατάσταση ηπειρώτικων οικογενειών, μεμονωμένων τώρα, στο Αγρίνιο, για αναζήτηση καλύτερης τύχης. Η διαίσθησή τους για το μέλλον της πόλης δεν έσφαλε. Η μεγάλη γόνιμη πεδιάδα και η παλιά φήμη του πλούσιου ΤουρκοΒράχωρου ήταν η εγγύηση ότι θα ζήσουν καλύτερα.

Οι Ηπειρώτες έποικοι μαζί με τους αυτόχθονες Αγρινιώτες και τους πληθυσμούς που ήρθαν και εγκαταστάθηκαν από την ορεινή Τριχωνίδα, την ορεινή Ναυπακτία και την Ευρυτανία και αποτέλεσαν την «πανσπερμία» της πόλης έδωσαν ένα κομμάτι του εαυτού τους, εργάστηκαν σκληρά για να οδηγήσουν τη μικρή πόλη, που αναδύθηκε από τα ερείπια, στην ανάπτυξη και την πρόοδο.

Η εκλογή ως Δημάρχου, το 1879, του Βορειοηπειρώτικης καταγωγής γιατρού Μιχαήλ Μπέλλου υπήρξε ευτυχής συγκυρία για την πόλη. Φιλοπρόοδος και με ευρύτητα αντίληψης, με την ομόθυμη, όπως φαίνεται από τα πρακτικά, στήριξη του Δημοτικού Συμβουλίου, πραγματοποίησε τη διαμόρφωση των δύο πλατειών καθώς και του κεντρικού άξονα, δηλαδή την οδό Παπαστράτου μέχρι το ύψος της Δημοτσελίου, τη Χαρ. Τρικούπη μέχρι τον Αϊ-Γιώργη και τμήμα της Τσαλδάρη10·

Η αυγή του 20ού αιώνα βρήκε το Αγρίνιο να Βαδίζει αργά αλλά σταθερά στο δρόμο της ανάπτυξης. Από την πρώτη δεκαετία άρχισε η επέκταση της καπνοκαλλιέργειας αλλά και η οργάνωση και η συστηματοποίηση της εμπορίας του καπνού. Τα έργα υποδομής που πραγματοποιήθηκαν τον 19ο αιώνα προοιώνιζαν την ανάδειξή του ως το σημαντικότερο κέντρο της Δυτικής Ελλάδας που προσείλκυε το ενδιαφέρον και των πληθυσμών των ορεινών κυρίως περιοχών της Ηπείρου.

Ήδη, πριν από τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1912-13, Πραμαντιώτες Βοσκοί ξεχείμαζαν τα κοπάδια τους στα λιβάδια του κάμπου του Αγρίνιου και αγωγιάτες με τα μουλάρια τους μετέφεραν τα προϊόντα της περιοχής, τους θερινούς κυρίως μήνες, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Αλ. Σαπλαούρα, Γραμματέα του Πανηπειρωτικού Συλλόγου Αιτωλοακαρνανίας που κατάγεται από τα Πράμαντα.

Μετά τον πόλεμο, δεκαπέντε περίπου οικογένειες εγκαταστάθηκαν μόνιμα στη θέση του Προφήτη Ηλία, στα Βόρεια της πόλης του Αγρίνιου. Από τότε οι ντόπιοι ονόμασαν την περιοχή τα «Βλάχικα», ονομασία που είναι γνωστή στους πολλούς ακόμα και σήμερα. Στην αρχή έμειναν σε καλύβες. Αργότερα κατέβηκαν χαμηλότερα, κοντά στην Αγία Παρασκευή, εκεί που σήμερα είναι χτισμένα πολλά σπίτια Πραμαντιωτών και αποτελούν συνοικία του διαμερίσματος του Αγίου Κωνσταντίνου, γνωστή ως «Τα Πραμαντιώτικα». Ανάμεσα στις δεκαπέντε οικογένειες ήταν και οι οικογένειες Βούλγαρη, Γκούβα, Γκούβελου, Δημοτάτση, Καρακώστα, Βουρλώτα, Σαπλαούρα, Γκεσούλη, Τσίρκα, Σμύρη, Τάτση και Νικάκη. Άρχισαν σιγά σιγά να οικοδομούν και να ασχολούνται, εκτός από την κτηνοτροφία, και με τη μεταφορά προϊόντων (αγωγιάτες), ως οικοδόμοι και έμποροι (οικογένεια Νικάκη). Γνωστό στους παλιότερους Αγρινιώτες ήταν το Χάνι των Καρακώστα και Σαπλαούρα στην είσοδο της πόλης, εκεί που Βρίσκεται σήμερα σε μισθωμένο κτίριο το 8ο Δημοτικό Σχολείο Αγρίνιου.

Η μόνιμη εγκατάσταση Πραμαντιωτών στο Αγρίνιο συνεχίστηκε στα χρόνια του μεσοπολέμου και μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, μέχρι το 1960. Στα 1981 οι Πραμαντιώτες του Αγρίνιου ίδρυσαν αδελφότητα με την επωνυμία «Εκπολιτιστικός και αθλητικός Σύλλογος - Αδελφότητα Πραμαντιωτών Αγρίνιου». Όπως με πληροφόρησε ο αντιπρόεδρος της αδελφότητας Κώστας Γκούβας, δάσκαλος, η αδελφότητα έχει 130 μέλη και σήμερα είναι μόνιμα εγκατεστημένες στο Αγρίνιο 100 περίπου οικογένειες, οι περισσότερες στο διαμέρισμα του Αγίου Κωνσταντίνου, όπου συνυπάρχουν αρμονικά με τους πρόσφυγες που ήρθαν από τη Μικρά Ασία.

Οι Πραμαντιώτες ευδοκίμησαν στην πόλη του Αγρίνιου, βρήκαν την καλύτερη τύχη που αναζητούσαν και με τις πολλαπλές δραστηριότητές τους συνεισέφεραν στην οικονομία και την πολιτιστική κίνηση της πόλης.

Οι Βασικοί σκοποί της αδελφότητας, που είναι η επικοινωνία ανάμεσα στους συντοπίτες και η διατήρηση των ηθών και εθίμων της ιδιαίτερης πατρίδας, πραγματώνονται, όσο γίνεται καλύτερα, με τον ετήσιο αποκριάτικο χορό και με ομαδικές εκδρομές σ’ αυτή που οργανώνονται από την αδελφότητα.

Και από το γειτονικό χωριό των Πραμάντων, τους Μελισσουργούς, χωριό και αυτό των Κεντρικών Τζουμέρκων, αρκετοί κάτοικοι παραχείμαζαν με τα κοπάδια τους στον κάμπο του Αγρίνιου, εργάζονταν ως αγωγιάτες τους θερινούς μήνες, πριν και ύστερα από τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1912-13, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Πέτρου Μαστρογιάννη, γαλακτοπώλη, ο οποίος κατάγεται από τους Μελισσουργούς.

Στα χρόνια του μεσοπολέμου, πολλές οικογένειες από τους παραχειμάζοντες και τους αγωγιάτες Μελισσουργιώτες εγκαταστάθηκαν μόνιμα στο Αγρίνιο και εργάστηκαν ως κτηνοτρόφοι και αγωγιάτες στην αρχή, και ως οικοδόμοι και έμποροι αργότερα. Μερικές από τις πρώτες οικογένειες είναι οι οικογένειες Βασιλείου, Βάσση, Ζυγούρη, Κούση, ΚοντόΒα, Μήτση, Μαστρογιάννη, Μίχου, Νασιούλα, Μπάνιά, Νάσση, Πανάκη, Παππά, Παπαγιάννη, Σουραδλιά, Στάμου, Τζίμα και Τρομπούκη.

Και μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο που ακολούθησε, εγκαθίστανται μόνιμα στο Αγρίνιο πολλοί κάτοικοι των Μελισσουργών αναζητώντας καλύτερη τύχη.

Στα 1980 η παροικία των Μελισσουργιωτών στο Αγρίνιο ίδρυσε πολιτιστικό σύλλογο με την επωνυμία «Σύλλογος Μελισσουργιωτών Αγρίνιου», ο οποίος σήμερα αριθμεί 150 μέλη. Και του συλλόγου των Μελισσουργιωτών οι Βασικοί σκοποί πραγματώνονται με ομαδικές εκδρομές στη γενέτειρα και με τον ετήσιο αποκριάτικο χορό, στον οποίο παίζει μουσική συγκρότημα παραδοσιακό που τα μέλη του είναι ηπειρώτικης καταγωγής. Παράλληλα οι Μελισσουργιώτες, «ζωντανά κύτταρα» της κοινωνίας του Αγρίνιου, προσφέρουν σημαντικά στην ανάπτυξή της.

Εκτός από τα δύο γειτονικά χωριά των Κεντρικών Τζουμέρκων, στο Αγρίνιο εγκαταστάθηκαν ομαδικά τον 20ό αιώνα αρκετοί κάτοικοι των ορεινών χωριών της περιοχής Κόνιτσας. Πολλοί τεχνίτες της πέτρας, ύστερα από τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1912-13 αλλά και πριν από αυτόν, τους θερινούς μήνες, έρχονταν στο Αγρίνιο και πρόσφεραν τον καλύτερο εαυτό τους στην ανοικοδόμησή του.

Έτσι, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Γιώργου Βαζούκη, εργολάβου που κατάγεται από τον Πύργο, την παλιά Στράτσιανη, στρατσιανοί μαστόροι, πελεκώντας με μεράκι την άμορφη πέτρα από το ξημέρωμα ώσπου να Βασιλέψει ο ήλιος, έχτισαν τα περισσότερα παλιά πετρόκτιστα του Αγρίνιου μαζί με τους Πυρσογιαννίτες συναδέλφους και συντοπίτες τους. «Ο παλιός Αγιος Χριστόφορος, και τα Παπαστράτεια Σχολεία και πολλά άλλα κτίσματα κτίσθηκαν από στρατσιανίτες μαστόρους», θα μου πει ο Γιώργος Βαζούκης.

Οι μαστόροι αυτοί του Πύργου σιγά σιγά, στην περίοδο του μεσοπολέμου και αργότερα, εγκαταστάθηκαν με τις οικογένειές τους μόνιμα στο Αγρίνιο, όπου συνέχισαν να πελεκούν τα λιθάρια, τα «οστά» της μητέρας γης, και οι περισσότεροι να γίνονται αργότερα εργολάβοι. Μερικές από τις οικογένειες του Πύργου που εγκαταστάθηκαν μόνιμα στο Αγρίνιο είναι οι οικογένειες Βαζούκη Νικολ., Βαζούκη Παν., Αναστασίου, Λάμπρου, Λαμπροπούλου, Οικονόμου, Παπαζήση, Πορφύρη. Ρίζου, Ρούσση, Ταμπάκη Γ., Ταμπάκη Κ., Χατζή και Χονδρογιάννη.

Αρκετοί είναι και οι κάτοκοι της Πυρσόγιαννης, οι οποίοι ακολουθώντας το παράδειγμα των συντοπιτών τους του Πύργου έρχονταν ως κτίστες στο Αγρίνιο τους θερινούς μήνες, για να μετοικήσουν μόνιμα σ’ αυτό πριν και μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά και κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου και μετά από αυτόν.

Όπως με πληροφόρησαν οι Πυρσογιαννίτες Βασ. Βετσόπουλος, συνταξιούχος Βιβλιοπώλης, στον οποίο για τις υπηρεσίες του στους ηπειρώτες εκπαιδευτικούς, κυρίως, «προσήψαν» κάποιοι φίλοι του τον τίτλο του Ηπειρωτάρχη, και Θεόδ. Βάτσικας, συνταξιούχος οικοδόμος, πριν και μετά τον Β Παγκόσμιο πόλεμο, μέχρι το 1950 περίπου, από την Πυρσόγιαννη εγκαταστάθηκαν μόνιμα στο Αγρίνιο οι: Χρυσάφης Ιωάννης, Λάζος Κ., Λάζος Παντελής, Σερίφης Γ., ΑόΒας Σπ., Βετσόπουλος Β . Βέτσας Θ.. Βετσοπούλου Ιφ., Βετσοπούλου Κλ., Βάτσικας Θ., Βάτσικας Σπ., Βάτσικας Στ., Βάτσικας Αριστ.. Βάτσικας Γ.. Γκόρτσος Σωτ., Βύρκος Χρ., Γκουντής Δ., Βαλτάς Ξεν., Βαλτάς Λουκάς, Κιόχος Θ.. Περώνης Πέτρος, Πέτσινης Ανδρ., Πανάγιος Δημ., με ή χωρίς τις οικογένειές τους.

Και οι Πυρσογιαννίτες, τεχνίτες της πέτρας άριστοι οι περισσότεροι, έχτισαν πολλά πετρόχτιστα στην πόλη του Αγρίνιου, για να γίνουν αργότερα οι πιο πολλοί εργολάβοι οικοδομών και να βρουν πράγματι στη φιλόξενη γη του Αγρίνιου την καλύτερη τύχη που αναζητούσαν·.

Από τις Χιονιάδες της Κόνιτσας πριν από τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1912-13 ήρθαν στο Αγρίνιο για να βρουν καλύτερη τύχη ο Ανδρέας Ζωγράφος ή «Καλημέρας», δεκάχρονος, και ο Βασίλειος Σκούρτης, κτίστης. Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο εγκαταστάθηκαν στο Αγρίνιο τα παιδιά του Βασίλη Σκοΰρτη, Χρήστος, Χαράλαμπος και Ανδρέας, καθώς και ο Θεοφάνης Ζωγράφος, οικοδόμοι.

Ο Ανδρέας Ζωγράφος ή «Καλημέρας» (καλημέριζε όλους μικρούς και μεγάλους που συναντούσε στο δρόμο του) ανακηρύχθηκε στα 1931 από το Διοικητικό Συμβούλιο του Παναιτωλικού, ύστερα από εισήγηση του προέδρου του Τάκη Βρέττα, μέγας ευεργέτης και επίτιμος πρόεδρος και αναρτήθηκε η φωτογραφία του στα γραφεία του Συλλόγου «για τη μεγάλη του προσφορά, την κατασκευή της Μάντρας, που ακόμα και σήμερα αποκαλείται «Μάντρα του Καλημέρα», γράφει στο βιβλίο του Παναιτωλικός Γ.Φ.Σ. Αγρίνιου ο Αριστείδης Μπαρχαμπάς και παρουσιάζει αυτά που στις 10-6-1928 η εφημερίδα «Φως» έγραφε για τον ευεργέτη.

«Ένας πτωχός και βιοπαλαιστής εργολάβος Δημοσίων έργων, αλλά ψυχή κλείουσα ευγενέστερα ιδεώδη, εδωρήσατο την παρελθούσαν εβδομάδα εις τον Γυμναστικόν Σύλλογον 80.000 δραχμ. Ο κ. Ανδρέας Ζωγράφος, ο νέος Αβέρωφ του Αγρίνιου θα επισύρει εσαεί την ευγνωμοσύνην της πόλεως Αγρίνιου. Λόγοι και πομπώδεις φράσεις δεν έχουν ουδεμίαν θέσιν, μία και μόνο λέξις αξίζει: "Παντοτεινή ευγνωμοσύνη”».

«Η Ήπειρος, η πατρίς του κ. Ανδρέα Ζωγράφου, η γενέτειρά του ας τον κατατάξει μεταξύ των μεγάλων εθνικών ευεργετών της και είναι άξιος τοιαύτης τιμής, διότι οι 80.000 δραχμ. θα είναι η μόνη περιουσία του, και αυτήν την προσέφερε ολόκληρον εις την πόλιν του Αγρίνιου. Οι πολυπληθείς εκατομμυριούχοι της πόλεως Αγρίνιου ας τον μιμηθούν».

Του Ανδρέα Ζωγράφου-Καλημέρα το πορτρέτο ζωγραφίζει στο πιο πάνω βιβλίο ο αναδεχτός του Αγρινιώτης Λευτέρης Παλαμάς. Ανάμεσα στα άλλα γράφει: «...Στάθηκε αθόρυβος και αφανής χορηγός δίπλα στους πάσχοντες! ...Ξεκίνησε, δεκάχρονος, από το χωριό του Χιονιάδες της Ηπείρου, εγκαταστάθηκε στο Αγρίνιο, μεγάλωσε, δούλεψε σκληρά, αγάπησε πολύ τη νέα του πατρίδα και έγινε σεβαστό και σημαντικό πρόσωπο της κοινωνίας της πόλης του Αγρίνιου, με τα προτερήματά του και τη συμπεριφορά του. Βάπτισε πολλά παιδιά στο Αγρίνιο και στην ευρύτερη περιοχή, δίνοντας πάντοτε το όνομα Ελευθέριος, Ελευθερία και Ελισσάβετ. Ήταν από τους σημαντικούς Βενιζελικούς της περιοχής. Η προσφορά του έφτανε μέχρι τις εκκλησίες και στους κάθε μορφής Συλλόγους και Ιδρύματα, που είχαν κοινωνική αποστολή, πάντοτε διακριτικά...».

Από το Πληκάτι των Μαστοροχωρίων εγκαταστάθηκε πριν από τον πόλεμο στο Αγρίνιο ο Β. Τάττης, σπουδαίος ιεροψάλτης. Από τον Γοργοπόταμο πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ο γιατρός Δημάδης, πατέρας της εθνομάρτυρος Μαρίας Δημάδη, και οι αδελφοί Σκαλιστή, που σκάλισαν περίτεχνα το ξύλο στην περιοχή από το 1946. Από την Πουρνιά μετά τον Εμφύλιο οι Κωνσταντίνος και Δημήτριος Αθανασίου και Χρήστος Καφές.

Από την περιοχή του Πωγωνίου, όπως με πληροφόρησε ο Αθανάσιος Καπώνης, συνταξιούχος αρτοποιός από την Αετόπετρα, στο Αγρίνιο εγκαταστάθηκαν από την Αετόπετρα ο πατέρας του Νικόλαος Καπώνης με τα έξι παιδιά του, Χριστόδουλο, Ιωάννη, Αθανάσιο, Δημοσθένη, ιερέα αργότερα, και τις δύο κόρες, το 1929, από τα Ραβένια οι Παπουτσής Παναγ. και Κάππης Θεοφ. το 1930, και ο Χριστίδης Θωμάς, δάσκαλος από τη Χρυσορράχη, στα 1940.

-Από τη Χήνκα Ιωαννίνων, σύμφωνα με τη μαρτυρία της Κατερίνας Ζωγράφου-Παπαχρήστου, καθηγήτριας, εγκαταστάθηκαν το 1930 ο Παπαχρήστος Κωνσταντίνος, αρτοποιός, ο οποίος για δεκαπέντε χρόνια υπήρξε πρόεδρος του εργατικού κέντρου Αγρίνιου, και μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ο αδελφός του Αντώνιος Παπαχρήστος.

Ο Βασίλης Τσακίρης, τραπεζικός υπάλληλος, με πληροφόρησε ότι από τη Μελιά Δωδώνης Ιωαννίνων εγκαταστάθηκε στο Αγρίνιο ο πατέρας του Τσακίρης Χρήστος, και από το Τέρροβο Ιωαννίνων ύστερα από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο οι αδελφοί Νάστου, έμποροι, οι αδελφοί Αγγέλη, αρτοποιοί, οι αδελφοί Παπαδήμα, αρτοποιοί, ο Νικ. Κύρκος, αρτοποιός, οι αδελφοί Καρκαμπούνα, ο Γ. Κύρκος, και στα 1939 ο Θεοδωρόπουλος Γεώργιος, οδηγός αυτοκινήτου.

Από τους νομούς της Θεσπρωτίας και της Πρέβεζας λίγοι είναι οι Ηπειρώτες που εγκαταστάθηκαν μόνιμα στο Αγρίνιο. Ίσως, οι περιοχές αυτές πρόσφεραν τα απαραίτητα για τη ζωή στους κατοίκους τους. Σύμφωνα με μαρτυρία του Θανάση Αηδόνη12, προέδρου του Πανηπειρωτικού Συλλόγου Αιτωλοακαρνανίας, στη δεκαετία του 1940 εγκαταστάθηκαν μόνιμα στο Αγρίνιο τα αδέλφια Τσίγκος Θεοφ., έμπορος, Τσίγκος Σπ., δικηγόρος, και Έλλη Τσίγκου από την Πόβλα Θεσπρωτίας, και από την Τολιά την ίδια περίοδο οι αδελφοί Μιχόπουλοι, έμποροι.

Από την περιοχή του Θεσπρωτικού εγκαταστάθηκαν στη δεκαετία του πενήντα οι αδελφοί Κοσμά, που ασχολήθηκαν με το εμπόριο, και στη δεκαετία του ’40 ο ιερέας Σπυρ. Παπανικολάου.

Οι Ηπειρώτες οι οποίοι στα 60 πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα εγκαταστάθηκαν μόνιμα στο Αγρίνιο είναι πολύ περισσότεροι βέβαια. Οι πληροφοριοδότες μου αυτούς μπόρεσαν να θυμηθούν. Σίγουρα χρειάζεται μια ευρύτερη και πιο συστηματική έρευνα για να δοθεί ευκρινέστερα η εποίκιση των Ηπειρωτών στο Αγρίνιο. Από όσους χωρίς τη θέλησή μου παρέλειψα ζητώ από τη θέση αυτή ταπεινή συγγνώμη.

Στη φιλόξενη γη του Αγρίνιου οι Ηπειρώτες μετανάστες εργάστηκαν σκληρά και γρήγορα ενσωματώθηκαν με τους ντόπιους κατοίκους, έδωσαν και πήραν πολλά, ευδοκίμησαν. Και στην οικονομία και τον πολιτισμό έδωσαν αξιόλογα δείγματα της καταγωγής τους. Η Ήπειρος -την αποκάλεσαν σωστά εύανδρη- από παράδοση σφυρηλατούσε στα παιδιά της αξιοζήλευτη δύναμη θέλησης, άρρηκτα συνδεδεμένη με αξιέπαινο χαρακτηριστικό ήθος. Αποφασίζοντας την απομάκρυνσή του από τα χώματα της ιδιαίτερης πατρίδας του ο Ηπειρώτης, προκειμένου να αξιοποιήσει με πιο αποτελεσματικό και αποδοτικό τρόπο τις έμφυτες δημιουργικές και παραγωγικές του δυνατότητες, διατηρεί πάντοτε θερμούς και αλώβητους τους ψυχικούς δεσμούς του μαζί της και ταυτόχρονα την εντάσσει και την ενσωματώνει, περισσότερο συνειδητά, μέσα σε ένα ευρύτερο εθνικό και κοσμοπολίτικο πλαίσιο.

Για να επικοινωνούν καλύτερα και να καλλιεργούν την αλληλεγγύη μεταξύ τους, οι Ηπειρώτες του Αγρίνιου ίδρυσαν στα 1955 Σύλλογο πολιτιστικό με πρωτεργάτες τον Αθανάσιο Καπώνη και τον Αθανάσιο ΓραΒιά, όπως μας πληροφόρησε ο Αθ. Καπώνης. Ο Σύλλογος έμεινε για κάποια χρόνια ανενεργός για να επανιδρυθεί στα 1970 με την επωνυμία «Πανηπειρωτικός Σύλλογος Αιτωλοακαρνανίας». Ανάμεσα στα 29 ιδρυτικά μέλη που υπέγραψαν το καταστατικό αναφέρονται και τα ονόματα των Βετσόπουλου Β., Μαστοράκη Αντ., ιερέα Καπώνη Δημοσθ., Καπώνη Αθ., Αηδόνη Αθ., Διαμάντη Ελ., Βάτσικα Θεοδ.

Η παρουσία του Συλλόγου είναι έντονη στα πολιτιστικά δρώμενα της πόλης. Έργο του Πανηπειρωτικού Συλλόγου είναι το χτίσιμο της μικρής εκκλησίας που βρίσκεται στον περίβολο του Αγίου Αημητρίου προς τιμήν του Αγίου Ιωάννη του Βραχωρίτη, του εκ Κονίτσης, και δωρεά του πυρσογιαννίτη εργολάβου Θ. Βάτσικα η κατασκευή της όμορφης βρύσης.

Στον Πανηπειρωτικό Σύλλογο οφείλεται η ανακάλυψη του τόπου όπου σκοτώθηκαν τα 17 παλληκάρια της Αιτωλοακαρνανίας κατά τη φασιστική ιταλική επίθεση και η τέλεση του πρώτου μνημόσυνου, για να παραλάβει στη συνέχεια την εκδήλωση μνήμης ο δήμος Αγρίνιου.

Ένα εκατομμύριο δραχμές πρόσφερε ο Πανηπειρωτικός Σύλλογος για να ανακαινιστεί το μοναστήρι του Πατρο-Κοσμά στο Κολικόντασι του Βερατίου, όπου άφησε την τελευταία του πνοή ο Αιτωλός εθνομάρτυρας και δάσκαλος του Γένους.

Ο Πανηπειρωτικός Σύλλογος τιμά την επέτειο της απελευθέρωσης της πρωτεύσουσας της Ηπείρου. των Ιωαννίνων, κάθε 21 του Φλεβάρη με εκδήλωση που διοργανώνει και στην οποία, σύμφωνα με το καταστατικό, ομιλητές είναι Ηπειρώτες άνθρωποι των γραμμάτων αλλά και ξένοι καθηγητές του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων για να τιμηθεί το Πανεπιστήμιο.

Επίσης, τιμά την τελευταία Κυριακή του Μαΐου κάθε χρόνο και συμμετέχει ενεργά στις γιορτές του Σουλίου που τελούνται στα κακοτράχαλα αιματοβαμμένα Βουνά του.

Με εκδρομές, τέλος, που διοργανώνει ο Σύλλογος κυρίως προς την Ήπειρο επιτρέπει στους Ηπειρώτες να επισκέπτονται, ως ευλαβείς προσκυνητές, τις ιδιαίτερες πατρίδες τους, και με ετήσιο αποκριάτικο χορό θυμίζει σ' αυτούς τα γραφικά ήθη και έθιμα της γενέτειρας.

Αγαπημένες πατρίδες είναι για τους Ηπειρώτες του Αγρίνιου η γενέτειρα Ήπειρος και η φιλόξενη γη της Αιτωλοακαρνανίας που τους δέχτηκε. Και την αγάπη τους αυτή την έκφρασαν με τη σημαία του Συλλόγου τους, η οποία στη μια πλευρά έχει την εικόνα του εθνομάρτυρα των Ιωαννίνων Γεωργίου και στην άλλη την εικόνα του Αιτωλού ισαποστόλου Κοσμά.

      Οι Ηπειρώτες έποικοι του Αγρίνιου και τον 19ο και τον 20ό αιώνα έδωσαν, μαζί με τους ντόπιους και τους έποικους άλλων περιοχών, ένα κομμάτι της ψυχής τους, έχυσαν τον ιδρώτα τους για να βοηθήσουν το Αγρίνιο να αναπτυχθεί σημαντικά σε όλους τους τομείς και να είναι σήμερα αναμφισβήτητα μια από τις πιο ακμαίες, πιο ζωντανές ελληνικές πόλεις.

Ιδιαίτερα οι Πυρσογιαννίτες και οι άλλοι ηπειρώτες τεχνίτες της πέτρας τον 20ό αιώνα συνέβαλαν τα μέγιστα στην ανοικοδόμησή της. Έχτισαν και το Αγρίνιο «όπως όλο τον κόσμο», καθώς λέει και το ανέκδοτο που αφηγήθηκε ο πυρσογιαννίτης πρωτομάστορας Λεωνίδας Βενέτης.

«Ρώτησε Δεσπότης υποψήφιο παπά, πριν από τη χειροτονία, για να δοκιμάσει τις θεολογικές του γνώσεις.

-      Ποιος έχτισε τον κόσμο;

-    Οι Πυρσογιαννίτες, Δέσποτά μου, απάντησε εκείνος. Μα κουβάλησαν λάσπη και οι Βουρμπιανίτες...».

 

---------------------------

*Το κείμενο αυτό αποτέλεσε αποτέλεσε εισήγηση του συγγραφέα στην ημερίδα που διοργανώθηκε στο Αγρίνιο από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων το 2000 και περιέχεται στο σχετικό βιβλίο που εξέδωσε ο Δήμος Αγρινίου (εκδόσεις "Μεταίχμιο") .