Πρόσωπα & Πράγματα:

Φώτη Στεργίου:

Πέτρου Δήμα: Ολίγα Ρουμπαγιάτ του Ομάρ Καγιάμ

(Κριτικές σημειώσεις)

 

 Ήδη από τον καιρό του Γκαίτε, που σύμφωνα με τον Έκκερμαν, έβλεπε την ποίηση ως ένα κοινό αγαθό της αθρωπότητας και οραματιζόταν τον παγκόσμιο χαρακτήρα της συνετελέσθη η  συνάντηση της Ευρωπαϊκής λογοτεχνίας με τη λογοτεχνία της Ανατολής. Μάλιστα γύρω στα 1800 τα ποιητικά έργα των ανατολικών χωρών κατάφεραν να γίνουν θριαμβευτικά δεκτά «στο υπερεθνικό βασίλειο της ποίησης»1 και να διευρύνουν τον πνευματικό ορίζοντα της Ευρώπης.

 Είναι η εποχή της μελέτης των ανατολικών λογοτεχνών, ιδίως της περσικής, που στην αρχή της δεύτερης χιλιετίας έφτασε στο αποκορύφωμα της ακμής της, με αποτέλεσμα η λογοτεχνική παραγωγή του Ισλάμ ν' αποκτήσει παγκόσμια αναγνώριση, χάρη στις βαθυστόχαστες μελέτες και τις μεταφράσεις, που σηματοδότησε ο Γκαίτε με τα ποιήματα του «Δυτικοανατολικού Ντιβανιού».

 

Ωστόσο η Ευρώπη εγνώρισε την περσική ποίηση από τον Ομάρ Καγιάμ, τον οποίο η Περσία κατατάσσει μεταξύ των σοφών της, ενώ θεωρεί τα ποιήματά του ως πάρεργο. Γεννημένος περί τα μέσα του 11ου μΧ αιώνα στη Σιναπούρη, υπήρξε μαθητής του περίφημου Αβικέννα, αλλά και γνώστης της ελληνικής φιλοσοφίας. Η πολύπλευρη μόρφωσή του τον ανέδειξε καθηγητή των μαθηματικών, της φυσικής, της Αστρονομίας, της μεταφυσικής και της φιλοσοφίας. Γνωστή είναι επίσης η συμβολή του Καγιάμ στη μεταρρύθμιση του μουσουλμανικού ημερολογίου αντίστοιχη εκείνης του Γρηγοριανού, Επηρεασμένος δε από την επιστημοσύνη του και από την πνευματική συγγένεια με τους Έλληνες φιλοσόφους, ιδίως τους Αριστοτελικούς και τους Νεοπλατωνικούς, απέρριψε τη θεολογία, με συνέπεια να διωχθεί από τις θρησκευτικές αρχές του Ισλάμ, χάνοντας την έδρα του στη Σιναπούρη, αλλά και να καταδικασθεί η ποιητική συλλογή του. Όμως αργότερα, χωρίς ν' αποβάλλει την απέχθεια του προς το δογματισμό, κράτησε μια τυπική σχέση με το επίσημο θρησκευτικό δόγμα και μεταβαίνοντας για προσκύνημα στη Μέκκα, περιόρισε τον αντιθεολογικό χαρακτήρα της σκέψης του. Ωστόσο, οι Πέρσες συγγραφείς τον περιγράφουν ως «δυστυχισμένο φιλόσοφο, αθεϊστή και ματεριαλιστή» παρά την ανίχνευση μυστικών αλληγοριών σουφισπκής2 έμπνευσης στο έργο του. Γεγονός είναι πάντως ότι ο Καγιάμ, σαν ελεύθερο και επαναστατημένο πνεύμα, πρόβαλε εναγώνια τα υπαρξιακά του ερωτήματα και τις «μεταφυσικές» του αναζητήσεις, αλλά παράλληλα χαλιναγώγησε ως ένα βαθμό την ποιητική του έκφραση και συμβιβάστηκε με την μοιρολατρεία της μουσουλμανικής πίστης γράφοντας σ' ένα από τα τετράστιχό του3: Με το κανάτι στο ένα χέρι και στο άλλο το Κοράνι πότε στον ίσιο δρόμο και πότε στον απαγορευμένο, τέτοιος είμαι γω κάτω απ' τον γαλάζιο θόλο ούτε εντελώς ειδωλολάτρης, ούτε σωστός Μωαμεθανός...

 

 

Τη μεγάλη βέβαια επιστημονική φήμη του Καγιάμ επισκίασε η ακόμα μεγαλύτερη ποιητική, που την οφείλει στα επιγραμματικά τετράστιχα γνωστά ως Ρουμπαγιάτ (από τη λέξη ρουμπάι που σημαίνει «τετραπλούν» και είναι ποίημα τεσσάρων στίχων που ομοιοκαταληκτούν: ααβα). Τα Ρουμπαγιάτ, περίφημα για το πνεύμα και τη σάτιρά τους εκφράζουν μίαν ολοκληρωμένη σκέψη, αλλά και διάφορες θεολογικές και φιλοσοφικές ροπές του αιώνα του. Μπορούμε να πούμε ότι τα τετράστιχα αυτά αποτελούν αποφθέγματα μυστικοπαθής, πανθεϊστικής (σουφιστικής) και σπανιότερα αθεϊστικής ιδεολογίας, που καυτηριάζουν την υποκρισία των λειτουργών της θρησκείας και των διδασκάλων της ηθικής. Από την άποψη αυτή δίκαια ο Καγιάμ αποκλήθηκε ο Βολταίρος της Ανατολής. Όμως τα τετράστιχό του, πέρα από την όποια ειρωνεία του, που κάποτε είναι ένας πικρός κλαυσίγελος και διαβρωτικός σαρκασμός, θεωρούνται για τη θαυμάσια σύλληψή τους και το βάθος των εκφραζομένων αισθημάτων από τα πυκνότερα ποιητικά κείμενα της Ανατολής, Στις συναρπάζουσες υμνωδίες του Ρουμπαγιάτ, καθώς εμφανίζεται ο Καγιάμ, πότε ως μυστικιστής και απαισιόδοξος και πότε ως επικούρειος και ανακρεόντειος, τραγουδάει, πλήρης πάθους και λυρικών εξάρσεων, το ολιβίωτο του ανθρώπου, το γεμάτο μυστήριο πεπρωμένο της ζωής του, την κακή κι αδυσώπητη μοίρα του, που τον φέρει στη φθορά και στο θάνατο, αλλά παράλληλα και την ασύγκριτη ομορφιά της φύσεως και προπαντός το κρασί, την πόση του οποίου απαγόρευσε ο Μωάμεθ, την έκσταση του έρωτα και την κραιπάλη των εγκόσμιων απολαύσεων. Έτσι αναδεικνύεται πανανθρώπινος ποιητής.

 

 

Την πολλή ανθρώπινη αλήθεια της ζωής και του έργου του Ομάρ Καγιάμ, όπως αυτή αυθεντικά αποτυπώνεται στα τετράστιχό του, «ξαναφέρνει» κοντά μας η τελευταία μεταφραστική δουλειά, σε μορφή «τετραδίου» έβδομη της ιδίας σειράς, με τίτλο: Οmar Khayyam, Ολίγα ρουμπαγιάτ, Αγρίνιο 1995, του Πέτρου Δήμα, που αποτελεί νέα σημαντική προσφορά στα Γράμματά μας. Ο Πέτρος Δήμας, ο λεπταίσθητος δημιουργός και μεταφραστής, βρίσκεται σε μεταφραστική έξαρση και συνάντησε σαν Poeta eruditus ο ίδιος, τον πνευματικό του πρόγονο, τον μακρινό αρχέτυπό του της Ανατολής, μέσω της γαλλικής μετάφρασης 182 Ρουμπαγιάτ, καμωμένης το 1961 απευθείας από τ' αυθεντικά περσικά πρωτότυπα. Τα ποιήματα αυτά, καθώς σημειώνει ο ποιητής μας στο προλογικό του σημείωμα, είχαν «πολλά σημεία επαφής με την ποίηση της Ευρώπης, όπως την εννοούμε σήμερα» και έτσι παρακινήθηκε στη μετάφραση μερικών από τα ωραιότερα και πιο χαρακτηριστικά Ρουμπαγιάτ. Ακόμα παρατηρεί πως η μετάφρασή του αυτή δεν έχει πολλή σχέση με την κλασική πια μετάφραση στα αγγλικά το 1959 του Εδουάρδου Φιτζέραλντ, την «ωραία άπιστη» όπως έχει αποκληθεί, που χαρακτηρίστηκε αριστούργημα της αγγλικής λογοτεχνίας και έχει αποδοθεί πολλές φορές και από πολλούς τα τελευταία πενήντα χρόνια στη γλώσσα μας4.

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κάποια εκλεκτική συγγένεια οδήγησε τον Δήμα να μεταφράσει τον Καγιάμ. Άλλωστε οι μεταφραστικές του επιλογές συσχετίζονται με το δικό του εσωτερικό ρυθμό καθώς το «πρωτότυπο» συγγενεύει με το δικό του πνεύμα και ανταποκρίνεται σε μεγάλο βαθμό στις δικές του πνευματικές λαχτάρες και αισθητικές αποτιμήσεις. Συγκεκριμένα, η ποίηση του Καγιάμ. που δεν αφήνει ποτέ το έδαφος της πραγματικότητας, εμπλουτισμένη φιλοσοφικά, διεπόμενη όπως κάθε κλασικό έργο, από λογικές συντεταγμένες και ανταποκρινόμενη στη μοντέρνα βιοθεωρία και κοσμοθεωρία, γεμάτη σκεπτικισμό, μελαγχολία, αντιδογματισμό, αγωνιώδη αναζήτηση «του μυστικού του Σύμπαντος, της αλήθειας, για το σκοπό της ζωής και για το μυστήριο του θανάτου» και καταφατική στις ηδονές του βίου, αποτελεί μια απελπισμένη κραυγή εκ βαθέων, που συγκλονίζει τον αιώνιο, τον καθολικό άνθρωπο.

 

Από την άποψη αυτή θεωρούμε ευτυχή τη συνάντηση του Δήμα με τον Πέρση ποιητή και καθώς διαθέτει απαρομοίαστο μεταφραστικό ένστικτο, και ομόλογη ποιητική λειτουργία με «το μακρινό πνευματικό αδελφό του», δεν απομακρύνθηκε, κατά το δυνατό, από το πνεύμα του «πρωτότυπου» και απέδωσε αριστουργηματικά τα λίγα Ρουμπαγιάτ στη γλώσσα μας.

 

Να πως αποδίδει αριστοτεχνικά ο Δήμας το λυρικό ξέσπασμα του επαναστατημένου πνεύματος του Καγιάμ απέναντι στην κακία, την αδικία και την ατέλεια του κόσμου:

 

Αν κυβερνούσα εγώ τον κόσμο

με αυθεντικές δημιουργού δυνάμεις,

εγώ, θα τον κατέστρεφα.

Στη θέση του θα έβαζα

έναν παράδεισο πλασμένον τρυφερά,

που δεν θα υπήρχαν μήτε δάκρυα, μήτε μίση, μήτε πόλεμοι.

Κι όπου δεν θα βασίλευε η υποκρισία.

Αν είχα εγώ δημιουργού δυνάμεις

— πόσο θα 'ταν ο κόσμος αλλιώτικος!

Στον κόσμο εκείνο ελεύθερα θα σμίγαν όλοι οι άνθρωποι

για να καλλιεργούνε χωρίς μόχθο

της Αγάπης το μέγα ιδανικό.

 

Ρεαλιστής και γαλήνιος σοφός καθώς είναι ο Καγιάμ, μετά την ατέρμονη και μάταιη αναζήτηση του Άγνωστου, επιστρέφει στα αιώνια θέματα του ανθρώπου και καταφάσκει στα στοιχειακά αγαθά της ζωής με κατασταλαγμένη πείρα συνθέτοντας τον υπέροχο ύμνο της αγάπης:

 

Αγάπη, κατανόηση, αφοσίωση

να τα θεμέλια της ζωής.

Με την αγάπη γράφουμε της

εφηβείας το ποίημα.

Με τη μουσική της αγάπης

το θαυμαστό αρμονίζομε της ύπαρξης τραγούδι.

Κι εσύ, ο σκεπτικός μπροστά στην τρυφερότητα,

στο αίσθημα ο αβάπτιστος,

μάθε την κορυφαία ετούτη αλήθεια.

Αγάπη, αγάπη είναι η ζωή. Τίποτα περισσότερο...

 

Ωστόσο μολονότι εσπούδασε με πάθος όλες τις επιστήμες του καιρού του, όπως ο Φάουστ του Γκαίτε, και αναδείχθηκε ένας από τους μεγαλύτερους μαθηματικούς των Μέσων Χρόνων, χωρίς βέβαια να βρει απάντηση στα ερωτήματά του, δε δίστασε απογοητευμένος ν' αρνηθεί «όλες τις επιστήμες»:

 

Φίλε, καλύτερα ν' απαρνηθείς τις επιστήμες,

όλες τις επιστήμες!

Και να δοθείς ολόκληρος στην πολυαγαπημένη σου...

 

Για να καταφύγει στη συνέχεια στο κρασί που μαζί με την αγάπη εξυμνούνται από τον ποιητή με αβρότατους λυρικούς τόνους:

 

Είσαι ο αφέντης του κρασιού,

           μη μετανιώνεις που το πίνεις

           πριν και μετά το ηλιοβασίλεμα.

Άσε τη συντριβή γι' αργότερα.

Χίλιες φορές θα βρεις καιρό να μετανιώσεις,

σύμφωνα με τις απαιτήσεις

αυτών που διευθύνουν τις ψυχές,

που κυβερνούν τυραννικά τις συνειδήσεις...

Τα χείλη ανθίζουν, φίλε, για τον έρωτα.

Δείχνουν τα τριαντάφυλλα γυμνά τα πέταλά τους,

τ' αηδόνια κελαηδούν,

νιώθουμε ζαλισμένοι από τ' αρώματα,

η ευτυχία είναι παντού!

 

Μέσα σε τέτοια ασύγκριτη στιγμή ομορφιάς και αγάπης, ω, τι αμαρτία να μιλεί κανένας για μετάνοια!

 

Μερικοί διέκριναν στα Ρουμπαγιάτ, «αυτά τα ρουμπινιά πετράδια της Ανατολής», που θυμίζουν τα δικά μας Ανακρεόντεια, υμνητικά του κρασιού και του έρωτα, την αποθέωση της αγάπης των μυστικιστών. Εν πάση περιπτώσει φαίνεται πως ο Καγιάμ, όπως ο Παράκελσος, ένιωθε πολύ καλύτερα όταν το κρασί έθραυε μέσα του τα φράγματα του θρησκευτικού δόγματος και της επίσημης ηθικής. Τους σχετικούς με τε παραπατώ στίχους αποδίδει με μοναδική δύναμη και καλαισθησία ο μεταφραστής:

 

Τι θαυμάσιος πίνακας ο μύθος του Υπερπέραν

χρωματισμένος πλούσια, μεστός από ζωή!

Κάθισε φίλε!

Κοίταξε την απλοχωριά του σύμπαντος,

απόλαυσε ένα κύπελλο κρασί

και ζήσε τη στιγμή σου ευτυχισμένος!

Γλυκέ μου φίλε! Μην ακούς

μην ακούς κανέναν απ' αυτούς

τους σπουδαγμένους είτε τους ασπούδαχτους,

που με τα κούφια λόγια τους

σπέρνουν ανάμεσα το μίσος στους ανθρώπους.

χαρίζοντας τις απολαύσεις τ ουρανού

ή φοβερίζοντας με τη φωτιά της κόλασης

Φτάνουν οι ματαιότητες αυτές!

 

Αλλά ας σταματήσουμε εδώ την περιπλάνησή μας στο συναρπαστικό χώρο της Ανθολογίας του Καγιάμ, που φιλοτέχνησε με άκρα συνείδηση της ποιητικής του τέχνης και με απαρομοίαστη μορφική τελειότητα  ο Δήμας. Δεν μπορούμε ωστόσο να μη μνημονεύσουμε τε ακροτελεύτιο ρουμπάι της συλλογής του και το αριστουργηματικό:

 

ΜΕ ΡΩΤΑΣ:

           Μετά το θάνατό μου, που θα πάω;

           Για φέρε πρώτα το ποτήρι

και την μπουκάλα,

με το χρυσό κρασί!

Κατόπι θα μπορέσεις

να πας όπου σ' αρέσει.

 

 

-------------------------------------------------------------------------------------------

Παραπομπές:

 

1.             Βλ. Ε. Laaths, Παγκόσμιος ιστορία της λογοτεχνίας, τ. Α, Αθήνα 1963, σ. 170.

2.             Σουφισμός είναι το σύστημα των μυστικοπαθών ασκητών της ανατολής, που ονομάζονται σουφί.

3.             Ε. Laaths, όπου παραπάνω, σ. 176.

4.             Πρόσφατη είναι η μετάφραση των Ρουμπαγιάτ του Καγιάμ από τα αγγλικά του Ανδρέα Ριζιώτη, Εκδόσεις Δόμος Αθήνα 1995