Ένα κείμενο του Κώστα Τριανταφυλλίδη

Αρχαία μνημεία και Λαϊκή παράδοση στην Αιτωλία και Ακαρνανία*

 

Ο Κωνσταντίνος Ρωμαίος, ο μεγάλος αρχαιολόγος μας και συστηματικός μελετητής των μνημείων του αιτωλικού-ακαρνανικού χώρου, το Δεκέμβριο του 1917 και τον Ιανουάριο του επομένου έτους, επεχείρησε μια  καταγραφή των μνημείων της Ακαρνανίας. Σ' αυτό το επιστημονικό, και συνάμα συναισθηματικό και ρεμβαστικό του οδοιπορικό, έφθασε και στην άλλοτε ακμαία πόλη των Οινιαδών. Καθώς, λοιπόν, έφερνε τα βήματά του ανάμεσα στα  απόκοσμα ερείπια, τα μελαγχολικά, συναπάντησε έναν βοσκό.

—Σου αρέσουν τα αρχαία του Τρικαρδόκαστρου; τον ρώτησε. Κι ο αγράμματος χωρικός του απαντά:

—Άκου να σου ειπώ, κύριε. Τριάντα χρόνια γυρίζω στον Τρίκαρδο με τα πράματα. Μα κάθε φορά που θα περάσω από την πόρτα, θα σταθώ και θα δώκω έτσι μνια σημασία σ' αυτά τα χτίρια!

Κι όταν την άλλη μέρα ο «κύριος αρχαιολόγος» μελετούσε το κάστρο της Κεχροπούλας (στην Πάλαιρο, τη σημερινή Ζαβέρδα), το πρόσωπο ενός άλλου βοσκού ακτινοβόλησε με ωραία λάμψη και είπε:

—Οι πέτρες αυτές θα είναι έτσι από το Θεό βαλμένες!1

Αυτές, λοιπόν, οι πέτρες αποτέλεσαν πηγή συνεχών εμπνεύσεων και νοηματισμών και συνύφαναν τον πολύχρωμο μανδύα της νεοελληνικής λαϊκής μας Παράδοσης. Μέρος αυτής της Παράδοσης θα παρουσιάσομε με την ανακοίνωση αυτή.

1. Το παραμύθι του Μελέαγρου

Στη νότια Αιτωλία υψώνονται οι προϊστορικές ακροπόλεις της Πλευρώνας και της Καλυδώνας. Γερά κάστρα και τα δυο ελίκνισαν τη φαντασία των προγόνων μας και ενέπνευσαν μερικά από τα θελκτικότερα και γοητευτικότερα ποιήματα των επικών τους ποιητών2. Κεντρική μορφή των διηγήσεων ο Μελέαγρος, ο αιτωλός Αχιλλέας. Ο αρχαίος μύθος μας παραδίδει το θάνατο του Μελέαγρου — και λέει:

Όταν η Αλθαία γέννησε το Μελέαγρο, θέλησε να μάθει τη μοίρα του γιού της. Με τ' άστρα, λοιπόν, κρύφτηκε σε μια γωνιά και περίμενε τις Μοίρες. Ήρθε η πρώτη Μοίρα και είπε: «—Αυτό το παιδί θα γίνει όμορφο». Ήρθε η δεύτερη Μοίρα και πρόσθεσε:«—Αυτό το παιδί θα γίνει όμορφο και παλληκάρι». Ήρθε και η τρίτη και όρισε: « — Το βλέπετε αυτό το δαυλί στο τζάκι; Όταν θα καεί, το παιδί θα πεθάνει».

Μόλις έφυγαν, η Αλθαία, αλλοπαρμένη, ορμά στη φωτιά, αρπάζει το αναμμένο δαυλί, το σβύνει και το κρύβει μέσα σε μια κασέλα.

Στο μεταξύ ο Μελέαγρος μεγάλωσε κι έγινε όμορφο και γενναίο παλληκάρι. Πήρε μέρος στην αργοναυτική εκστρατεία και αρίστευσε. Έπειτα γύρισε στην πατρίδα του την Αιτωλία ία έκανε δεύτερο άθλο, εξόντωσε το στοιχειό του τόπου, τον καλυδώνιο κάπρο.

Αλλ' οι καιροί έχουν γυρίσματα. Ο Μελέαγρος ήρθε σε αμάχη με τ' αδέρφια της μάνας του. Πάνω στο θυμό του τραβάει το τόξο και τους αφήνει νεκρούς. Αυτό ήταν. Η Αλθαία πάνω στην παραφορά της ορμά, παίρνει το σβυσμένο ξύλο και το πετάει στη φωτιά. Όταν έσβυσε και η τελευταία φλόγα, το παλληκάρι έπεσε νεκρό...3 Να τώρα πώς αναπαράγει το παραμύθι του Μελέαγρου μια γριά παραμυθού από το Κεφαλόβρυσο, η χήρα Λάμπρου Κυριακοπούλου (το καταγράφει ο Κων. Ρωμαίος στα 1914):

«Μια μάνα έκανε παιδιά, αλλά δεν της έζηγαν. Έκαμε πολλά παιδιά, αλλά τόμου γένουνταν τα παιδιά, σε λίγο πέθαιναν. Έρχουνταν, βλέπεις, οι Μοίρες τους και τά 'παιρναν. Η κακουμοίρα αυτήνη δεν ήξερε τι να κάμει. Κίνησε φορτωμένη πίσω, για να κάμει το τελευταίο. Χλίβονταν κι έλεγε: — Τι το θέλω; Σάματι θα μου ζήσει;

Ήρθε καιρός, γέννησε και το τελευταίο αυτό παιδί κι ήταν σερνικό. Όμορφο παιδάκι, όσο να πεις! Σκάφτηκε η κακομοίρα η μάνα: Θα κάτσω άυπνη τη νύχτα που θα 'ρχονται οι Μοίρες, θα παραφυλάξω να δω η θα πούνε γι 'αυτό. Θα κάμω τάχα πως κοιμούμαι για να μη με πάρουνε χαμπέρι. Έτσι έκαμε δα - το βράδυ έκατσε κοντά στη σαρμανίτσα... Λαούτιασε ντιπ.

Να οι Μοίρες, ήρθαν. Ήταν τρεις. Κουλούρωσαν το παιδί. Η μια στάθηκε καταπάνω από το κεφάλι του, η άλλη δεξιά κι η άλλη ζερβιά. Η μάνα του παιδιού ήταν λίγο παραπερούλια τσουλιασμένη' κάθουνταν σαουριασμένη, τάχα πως κοιμώνταν, κι άκουσε τις Μοίρες να λεν. Η πρώτη, οπού κάθουνταν αποπάνω απ' το κεφάλι, είπε: — Να πεθάνει ετούνη τη στιγμή! Η δεύτερη είπε: — Όχι ορή! Της πήραμε τόσα παιδιά της καημένης. Να της τ' αφήκουμε τούτο. Είναι κρίμα!... — Ακούστε κι εμένα, λέει η τρίτη. Εγώ λέω να πεθάνει, τόμου αποκαεί αυτείνο το δαυλί που καίεται στο τζάκι τωραγιά.

— Α, έτσι ας γένει, είπαν τότε κι οι άλλες δυο Μοίρες.

Απάνω που μοίρασαν οι Μοίρες το παιδί, έκλεισαν τη φυλλάδα τους εκεί — ό,τι έγραψαν, έγραψαν μαθές — ία έφυγαν, πάνε χάθηκαν.

Σηκώνεται τότε η μάνα του πιλαλώντας, πηδάει, αδράχνει ένα τσουκάλι νερό, πήρε το δαυλί, τό 'σβησε, το τύλιξε σε μια πετσέτα και τό βάλε στον πάτο στην κασέλα της. Το κλείδωσε κειμέσα και το φύλαγε καλύτερα απ' τα μάτια της. Έτσι το παιδί γλύτωσε. Γίνηκε τρανό σιγά σιγά κι ήταν μια χαρά, αντρούκλας ως κειπάνω. Παντρεύτηκε πήρε μια γυναίκα, έκαμε παιδιά. Κι αυτά μαθέ... Τόμου κατάλαβε το θάνατό της η γριά, κάλεσε τη νύφη της και της λέει: — Νυφούλα μου, το και το... της μολόγησε όλο το βίος. Πάρε, λοιπόν, αυτό το δαυλί, είναι η ζωή του αντρός σου. Τήραξε να μην καεί, γιατί πάει... Κ άμα έρθει ο καιρός και γεράσει ντιπ ο άντρας σου και πρέπει τότες να πεθάνει και δε βγαίνει η ψυχούλα του και δε θέλεις να τυραγνιέται, τότε βάνεις το δαυλί στη φωτιά να καεί. Καίγοντας αυτό, θα βγει κι η ψυχή του.

Πέθανε η γριά. Δεύτερα πέρασε, πολύς λίγος καιρός, δεν ξέρω πόσος. Μια μέρα ο νέος μάλωσε με τη γυναίκα του, αλογοποίησαν εκεί.

— Άϊτε και σε φκιάνω εγώ, του λέει η γυναίκα του. Σε ξεκάνω μ' ένα λουλούδι. Παίρνει τότε το δαυλί η γυναίκα του, το βάνει στη φωτιά και καίγεται. Ταμάμ χώνεψε το δαυλί, ο νέος πάει πέθανε, και σου φέρνω κι εγώ τα μαντάτα του».9

(Η κυρά Λάμπραινα, σαν καλή χριστιανή, δεν άντεξε να βάλει τη μάνα να σκοτώνει το παιδί της- έβαλε τη γυναίκα του).

2. 0 βασιλιάς Ανήλιαγος

Και η θαλερή λαϊκή μας Παράδοση συνεχίζεται.

Όπως είναι γνωστό, μιάμιση ώρα ΒΔ του Μεσολογγίου, σε χθαμαλό λόφο, εκτείνονται τα ερείπια της αρχαίας Πλευρώνας.5 Ο λόφος φέρει σήμερα το όνομα «Γυφτόκαστρο» (κάστρο «του Γυφτάκη»).

Απέναντι, στα μέρη της κατοχής, υψώνεται ο λόφος των αρχαίων Οινιαδών — ήδη από τη βυζαντινή εποχή οι περίοικοι τον ονόμαζαν «Τρικαρδόκαστρο» ή «Κάστρο του Τρίκαρδου»15. Γιος του βασιλιά Τρίκαρδου ήταν ο Ανήλιαγος.

«Γυφτάκης — Κυρά Ρήνη — Ανήλιαγος», τι θαυμάσια σημαντική για να πλασθεί η ωραιότερη και πονετικότερη παράδοση του τόπου μας. Και λέει η παράδοση:

«Το Τρικαρδόκαστρο τό 'χε τον παληό καιρό ένα βασιλόπουλο πεντάμορφο. Το έλεγαν Ανήλιαγο, γατί δεν έπρεπε να το ιδεί ο ήλιος· άμα τό 'βλεπε, θα πέθαινε. Είχε, λοιπόν, ένα υπόγειο παλάτι και εκεί έμενε. Αυτό αγαπούσε την κυρά Ρήνη, πού 'χε το κάστρο της, της Κυρά Ρήνης το κάστρο, κι όταν ερχόταν η νύχτα, περνούσε τον ποταμό και πήγαινε και την αντάμωνε. Εκείνη, που έβλεπε πως δεν έμενε όλη νύχτα μαζί της, γιατί πολύ πριχού να ξημερώσει σηκωνόταν κι έφευγε, αποφάσισε να τον γελάσει και να τον κρατήσει περισσότερο. Εδιάταξε λοιπόν, κι έσφαξαν όλα τα κοκόρια. Ο Ανήλιαγος έτσι δεν κατάλαβε την ώρα που πέρασε. Αλλ' όταν έφυγε, μόλις έφτασε στον ποταμό να περάσει, εφάνη ο ήλιος — κι αυτός πέθανε». Κι έτσι πήρε την Κυρα Ρήνη ο Γυφτάκης.

Η πονετική ιστορία του βασιλιά Ανήλιαγου δεν άφησε αδιάφορη και την επώνυμη λογοτεχνία μας. Έτσι, ο Γεώργιος Δροσίνης στη σύλλογοί του «Ειδύλλια» — που εκδόθηκε στα 1884 — δημοσιεύει και το ομώνυμο ποίημα. Να μια επιλογή:

Στου βασιλιά του Τρίκαρδου το μοναχό παιδί οι μοίρες που το μοίρωσαν κατάρα είχαν κάνει,

πως άμα ο ήλιος το ιδεί,

ευθύς θε να πεθάνει.

………………………………..

Κι ο βασιλιάς Ανήλιαγος τις μέρες του περνά μεσ στα βαθιά παλάτια του και μοναχά το βράδυ

βουνά και κάμπους τριγυρνά

στης νύχτας το σκοτάδι.

Κι η Κυρα Ρήνη η όμορφη τον είδε μια βραδιά

στο κάστρο εμπρός να κυνηγά μ' ολόφωτο φεγγάρι

κι ένιωσε αγάπη στην καρδιά για τ' άξιο παλληκάρι.

………………………………….

Μα στη χαρά του δεν ξεχνά της μοίρας το γραφτό

και πριν να φέξει στο βουνό και πριν να φέξει τ' άστρο,

αφήνει ταίρι ζηλευτό

και φεύγει από το κάστρο

………………………….

Και καταλήγει:

Ο βασιλιάς Ανήλιαγος γελιέται την αυγή.

Και πριν να 'ρθει στον Τρίκαρδο, κοντά στην Παλιο-Μάνη,

κατάρα! Ο ήλιος έχει βγει κι ο νιος έχει πεθάνει!....

 

3. 0 μύθος των Κυκλώπων

Ποιος θα το πίστευε ότι ο ομηρικός μύθος των Κυκλώπων ζει σήμερα ολοζώντανος στο Ξηρόμερο; Αιτία για τη σύνθεση της παράδοσης στάθηκαν οι μονοκόμματοι κολοσσιαίοι λίθοι, που, ξεκομμένοι από την κύρια οροσειρά της Βελούτσας, βρίσκονται δεξιά του δρόμου Αγρίνιου - Αστακού, καθώς πλησιάζομε την κωμόπολη. Η παράδοση ενισχύθηκε και από τις πάμπολλες, μικρές και μεγάλες, σπηλιές, που ανοίγονται στα στεφάνια του κάστρου.

Να η παράδοση, όπως την κατέγραψε στα 1958, ο συνάδελφος κ. Κώστας Κοντός8. Αφηγείται ο Αθανάσιος Γεραφέντης:

«Κάπουτι έπαρχι ου Κύκλουπας μουνόματους ιδώ σι μνια σπλιά: στ'Γράβα. Ου κάμπους τ' Αστακού ήτανι τότι πέλαγου κι σ' αυτό άραξι ου Δυσσέας μι του καράβι τ'. Είδι κάπγοια φουτγιά σ'ένα σπηλιού κι μι τ 'ς συντρόφ 'ς τ' πήγανι μέσα κι καθόντανι δίχως να ιδοΰνι άνθρουπου. Σι λιγάκι ψάν' κι, απ' αρχή-αρχή, να μπαιν' ένα κουπάδ' πρόβατα κι οπού κουντά ου Κύκλουπας μι μνια θιώρατ' βιλανδγιά ούλου μι τα ξύλα κι τα κλαρϊδγια τ'ς. Κι είπι μι χαρά, μόλις τ'ς είδι:

—Καλώς τ' αρνάκια μ'! Έκλεισι ύστιρα τ'ν πόρτα απού μέσα, άρπαξι έναν απ' τ'ς συντρόφ'ς, τούνι χτύη'σι καταγής κι τουν έφάίί Κι μιτά άναψι φουτγιά ικεί πέρα, έφαϊ κάνα-δγυό ακόμα κι ου Δυσσέας τ’πρόσφιρι κρασί.

Ρώτ'σι τουΔυσσέα πώς τούνιλένι· κι ου Δυσσέας τούπι:

—Ιμένα μι λένι Κανείς-Κανένας! Κι απ' τ' ασκί μι του κρασί τ' ματάδουκι κι ίπγι πουλύ ου Κύκλουπας.

Κι τ' ξανάπι τ'Δυσσέα:

—Ισένα, που μ' ιφχαρίστ' σις, Κανείς- Κανένα, θα σι φάου τιλιφταίου.

Πήρανι τότι ένα μιγάλου, σα σουφλί, ξύλου, πούτανι στ' φουτγιά αναμμένου, κι μ' όλ'τϊ ζορ' τ'ς του βάλανι στουμάτι τ' πούχι στ'μπάλα, ανάμισα απ'τα φρύδγια τ'. Τν ώρα π'τόβγαζαν του μάτι τ', ου Κύκλουπας μούγγριζι. Σείστ' κανι ουλου- γύρου οι βράχ’ απ' τ'ς φουνές πόκανι.....».

(Η ξηρομερίτικη παράδοση ακολουθεί την ομηρική διήγηση. Και καταλήγει:)

«Αμέσους ου Κύκλουπας άρπαξι ένα μιγάλου βράχου κι τούνι πέταξι αντίκρυα στ' φουνή. Η θάλασσα έκαμι κύμα, όπου πήγι να τ'ς πνίξ'. Κι οι πέτρις ικείνις βρίσκουντι στουν κάμπου, που ήτανι θάλασσα τότινις!».

4.«Τα παλάτια της Μάγισσας»

Ας προσθέσουμε ότι: Κάποιοι αρχαίοι δόμοι πάνω από το δρόμο Αστακού-Μύτικα (κοντά στον ορμίσκο του Μαραθιά) έχουν εξάψει τη φαντασία του λαού. «Τα Παλάτια της Μάγισσας», είπαν — δηλαδή της ομηρικής Κίρκης.

—Τις βλέπεις αυτές τις πέτρες; μου είπε ο άνθρωπος του τόπου.

-Ναι.

—Είναι τα Παλάτια της Μάγισσας.

—Και πού το ξέρεις εσύ; ρώτησα.

—Δε γίνεται, είπε- είναι τα Παλάτια της Μάγισσας!

(Πρόκειται, πιθανότατα, για αρχαίο πύργο - παρατηρητήριο)9.

 5. «Της Γριάς το πήδημα»

Την ίδια ζωηρή έπληξη δοκίμασα, όταν, ανεβαίνοντας στο κάστρο του Βαρνάκου και όντας μετέωρος πάνω απ' τη μεγαλειώδη χαράδρα των Γλωσσών, αντίκρυσα το γνωστό ελληνιστικό φράγμα. «Πήδημα της Γ ριάς» το λένε οι περίοικοι- και πιστεύουν πως «μια γριά από τη γενιά των Ελλήνων πηδούσε με μια δρασκελιά τα δεκατέσσερα σκαλοπάτια του»!10

6. Η παράδοση της «Βαρειάς»

Και θα κλείσουμε τη σύντομη αυτή ανακοίνωση με τη λαϊκή ερμηνεία του τοπωνυμίου «Βαρετά».

Κοντά στη Ντουγρή υπάρχει η περιοχή Βαρετά. Λέγεται έτσι, γιατί το κλίμα είναι βαρύ (όπως, ας πούμε, «βαρκό»· από το: βαρικό).

Και λέει ο λαός: Κάποτε οι Βουκάτιοι έχτιζαν το Κάστρο της Παραβόλας,  και τον ίδιο καιρό έχτιζαν οι Φίστυοι το Κάστρο του Σομπονίκου. Τα έχτιζαν όμως με την ίδια βαρετά. Αν την είχαν οι Φίστυοι, φώναζαν οι Βουκάτιοι και τους την πέταγαν κι αν την είχαν οι Βουκάτιοι, φώναζαν οτ Φίστυοι τα έκαναν οι άλλοι το ίδιο. Κάποτε όμως ένας Βουκάτιος αστόχησε και η βαρειά έπεσε εκεί που είναι σήμερα τα σπίτια. Κτ από τότε αυτό το μέρος λέγετατ «Βαρειά»11.

Ο λαός μας, αυτές οι παράξενες ψυχές, πλησίασε τα αρχαία ερείπια όχι με τη δολερή γνώση, αλλά με την απλότητα και την αθωότητα μικρού παιδιού. Γι' αυτό και τα έζησε με όλον εκείνο το συναισθηματικό πλούτο, αλλά και την πλαστική φαντασία, που τα ζωοποιεί και τα μεταπλάθει σε ωραίες ανθρώπινες μορφές. Έτσι ο λαός μας έγινε ο αυθεντικότερος εκφραστής του, δια μέσου των αιώνων, αισθητικά και ανθρωπομορφικά εκδηλουμένου Ελληνισμού.

-------------------------------------------

* Ανακοίνωση στο Α' Συνέδριο Λαογραφίας - Αιτωλοακαρνανία. Αγρίνιο 18, 19, 20 Οκτωβρίου 1991 (Διοργάνωση: Λαογραφικό Μουσείο Αιτωλοακαρνανίας).

KEIMENA:

Κείμενα Ιστορίας
Πρόσωπα & Πράγματα
Πεζογραφία
Ποίηση
Παραδόσεις & Έθιμα
Ταξιδεύοντας
Index....
Πρόσωπα & Πράγματα

Κ. Στεργιόπουλου:  "Η Κινέζικη ποίηση και η περίπτωση του Π. Δήμα"

Κ. Τριανταφυλλίδη: "Ο Κ. Χατζόπουλος και το πνεύμα της μουσικής"

Κωνσταντίνα Μπάδα: "Οι καπνεργάτριες του Αγρινίου"

Γεωρ. Μεταλληνού: "Κοσμάς ο Αιτωλός"

Γιάννη Βλασόπουλου: "Κ. Χατζόπουλος,  ως δικηγόρος Αγρινίου"

Μάρκου Γκιόλια: "Κωνσταντίνος Χατζόπουλος"

Γιάννη Βλασόπουλου: "Πέτρου Δήμα: Ολίγο φως και μακρινό..."

Γιάννη Βλασόπουλου: "Η ελευθερία του λόγου..."

Ντίνου Χριστιανόπουλου: "Ένα περιστατικό με τον Θανάση Κυριαζή"

Έρη Σταυροπούλου: Όψεις του γενεθλίου τόπου στη λογοτεχνία του Κ. Χατζόπουλου

Χρυσούλας Σπυρέλη: ΑΘ. Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ, Ένας Ρουμελιώτης ποιητής του Μεσοπολέμου

Γιάννη Βλασόπουλου: Η θεατρική performance και η Κάτια Γέρου

Κώστα Τριανταφυλλίδη: "Η Ποίηση της πέτρας"

Γερ. Παπατρέχα: Ο βελανιδώνας Ξηρομέρου

Μεταξούλας Μανικάρου: Τα "Αιτωλικά Γράμματα" και ο Μάρκος Γκιόλιας

Χρυσούλα Σπυρέλη: Θ. Παπαθανασόπουλος Αγρίνιο 1948

Χρυσούλας Σπυρέλη: Ο Χρήστος Τζούλης και το περιοδικό Διαλεκτική στο Αγρίνιο (πρώτη περίοδος)

Χρυσούλας Σπυρέλη: Ο Ποιητής Γιάννης Νικάνθης (Γιάννης Κουφός) 

Ν. Μαλιάρα: Όταν ο Μανώλης Καλομοίρης μελοποιεί Κωνσταντίνο Χατζόπουλο

Οι παραπομπές του διπλανού κειμένου:

1. κ. Α. Ρωμαίου, «Ανά την Ακαρνανίαν». Α. Α. 4 (1918), σελ. 107.

2. Κοίτα και «Ιλιάδα», Γ, 529-599.

3. Ο μύθος ήταν γνωστός σ' όλους τους Έλληνες (κατά τον Παυσανία (Φωκικά, 31,4) «ες άπαν ήδη διαβεβοημένος το Ελληνικόν»), Στο θέατρο τον παρουσίασε πρώτος ο δραματικός ποιητής Φρύνιχος με το δράμα του «Πλευρωνίαι».

4. Ι.Θ. Κακριδή, «Οι αρχαίοι Έλληνες στη Νεοελληνική Λαϊκή Παράδοση». Β' έκδοση, Αθήνα 1979, 58-60.

5. Η Πλευρώνα και η Καλυδώνα είναι οι δυο θρυλικές ομηρικές ακροπόλεις της Αιτωλίας (κατά τον Στράβωνα ήταν κάποτε «η δόξα της Ελλάδος»), Την Πλευρώνα κατέστρεψε ολοκληρωτικά στα 233 π.Χ. ο Λημήτριος ο Μακεδών, που επονομάστηκε Αιτωλικός. Μετά την καταστροφή οι κάτοικοί της ανέβηκαν στις υπώρειες του Αράκυνθου (Ζυγού) και έχτισαν τη Νέα Πλευρώνα, νέο κατόρθωμα οικιστικής και οχυρωματικής τέχνης. Η Νέα Πλευρώνα από την εποχή των Παλαιολόγων ονομάστηκε «Κάστρο της Κυρά Ρήνης».

6. Για τις Οινιάδες — Τρικαρδόκαστρο — κατοχή κοίτα το ογκώδες έργο του Λιονύση Μιτά- κη «Οινιάδες - Κατοχή», έκδοση Κοινότητας Κατοχής Αιτω/νίας, Πάτρα 1986. Επίσης: «Η Κατοχή, από το χρονικό ενός ακαρνανικού χωριού» (επιμέλεια Κ.Σ. Κώνστα). Έκδοσις Κοινό- τητος Κατοχής, Αθήναι 1971.

7. Νικ. Πολίτη, «Παραδόσεις». Βιβλιοθήκη Μαρασλή, Αθήναι 1904. Τόμος Α', σελ. 47. Πρβλ. και παράδοση «Η Κυρα Ρήνη», οπ. παρ., σελ. 86.

8. Κώστα Μ. Κοντού, «Ο ομηρικός μύθος των Κυκλώπων στην Ακαρνανία» («Ρουμελιώτικο Ημερολόγιο» 1960, σελ. 73-80). Κοίτα και: Απόστ. Σπυρόπουλου - Μενέλ. Καραμεσίνη, «Αντίλαλοι από τα περασμένα του Αστακού και της περιοχής του». Αθήναι 1969, σελ. 72-73.

9. Κοίτα και: Σοφ. Γ. Λημητρακόπουλου, «Αρχαιότητες και Μνημεία Ξηρομέρου Ακαρνανίας». Τεύχος Α', 1970, σελ. 35-38. Πρβλ. Απόστ. Σπυρόπουλου - Μενέλ. Καραμεσίνη, οπ. παρ., σελ. 70-71.

10. Leon Heuzey, «le mont Olympe et l Acarnanie, Paris 1860, p 408», Ρ&ήε 1860, ρ. 408. Πρβλ. Μεν. Καραμεσίνη, «Ξηρομερίτικες τοπωνυμίες δεμένες με την Παράδοση» (Εφημ. «Παναιτωλική», φ. 11-2-1970). Για το φράγμα κοίτα: Ευθ. I. Μαστροκώστα, «Αρχαίον λίθινον φράγμα παρά την Αλυξίαν» (ε.ε. Σ.Μ., Τ. Β' (1969-70), σελ. 335-8).

11. Κώστα Α. Τσαρούχη, «'Ο,τι ξέρω για τον τόπο μου». Αγρίνιο 1966, σελ. 7-9

 

Νέα ΕποχήΝέα Εποχή © 2006 

Πρώτη σελίδα | Μνήμες | Εικόνες | Αξιοθέατα | Γειτονιές