Πρόσωπα και Πράγματα:

 
 

Κωσταντίνος Χατζόπουλος

 

Έρη Σταυροπούλου: Όψεις του γενεθλίου τόπου στη λογοτεχνία του Κ. Χατζόπουλου

Κ. Τριανταφυλλίδη: "Ο Κ. Χατζόπουλος και το πνεύμα της μουσικής"

Μάρκου Γκιόλια: "Κωνσταντίνος Χατζόπουλος"

Γιάννη Βλασόπουλου: "Κ. Χατζόπουλος,  ως δικηγόρος Αγρινίου"

 Όταν ο Μανώλης Καλομοίρης μελοποιεί Κωνσταντίνο Χατζόπουλο

Η προτομή

Ν. Γιαννιού: Ο Χατζόπουλος σοσιαλιστής

Για το αρχείο του Κ. Χατζόπουλου

Η κόρη του ποιητή, Σέντα Χατζοπούλου, γράφει για τον πατέρα της

 
  
 

 

Έρη Σταυροπούλου - Αλεξίου*:

Όψεις του γενεθλίου τόπου στη λογοτεχνία του Κ. Χατζόπουλου

Τι είν' η πατρίδα μας; Μην είν' οι κάμποι;

Μην είναι τ άσπαρτα ψηλά βουνά;

Μην είν' ο ήλιος της, που χρυσολάμπει;

Μην είναι τ άστρα της τα φωτεινά;

Με αυτά τα αλλεπάλληλα ερωτήματα προσπαθούσε να προσδιορίσει την έννοια της πατρίδας ο Ιωάννης Πολέμης στο πολύ γνωστό από τα σχολικά αναγνώσματα ποίημα του. Η εποχή του, οι δύο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και οι δύο πρώτες του 20ου, προσφερόταν όχι μόνο για μια τέτοια πατριδογνωσία αλλά και για πολύ βαθύτερο προβληματισμό, που αφορούσε στην πολιτισμική ενδοχώρα, την ιστορία και την ιδεολογία. Αρκετά υπόδουλα εδάφη απελευθερώθηκαν τότε και προσαρτήθηκαν στο ελληνικό βασίλειο, η σταδιακή οικονομική και κοινωνική άνοδος του τόπου ήταν φανερή, ενώ αρνητικά γεγονότα, όπως η ήττα στον πόλεμο του '97, αναζωπύρωναν από άλλη σκοπιά τη συζήτηση γύρω από τα εθνικά θέματα. Στο διάλογο αυτό η συμβολή της λογοτεχνίας ήταν μεγάλη σε έκταση και ουσιαστική σε περιεχόμενο και ιδέες.

Είναι γεγονός ότι το πρόβλημα των εθνικών χαρακτηριστικών τέθηκε αρκετές φορές σε συζήτηση από τους Έλληνες διανοούμενους. Στο χώρο της λογοτεχνίας και ειδικότερα της πεζογραφίας, κατά την περίοδο που με ενδιαφέρει, στο πλαίσιο της ηθογραφίας η διερεύνηση της ελληνικότητας σχετίζεται με την ανάδειξη και προβολή του λαϊκού πολιτισμού, την επικράτηση της δημοτικής γλώσσας, την αντίθεση ανάμεσα στην εντοπιότητα και τον ξενισμό. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι την ίδια εποχή στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία ρεαλιστές και νατουραλιστές συγγραφείς αναδεικνύουν συχνά στην πεζογραφία τους τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του τόπου όπου διαδραματίζονται οι υποθέσεις τους.1 Στην ποίηση η οριοθέτηση της ελληνικότητας προσλαμβάνει και την ιστορική διάσταση (για παράδειγμα με τις μεγάλες συνθέσεις του Κωστή Παλαμά, Ο Δωδεκάλογος του γύφτου, 1907 και Η φλογέρα του βασιλιά, 1910).

Ανάμεσα στους λογοτέχνες της πρώτης μεταπαλαμικής γενιάς ο Κώστας Χατζόπουλος (1868-1920) κατέχει σημαντική θέση με την έκταση, την ποικιλία και κυρίως την ποιότητα του έργου του. Ποιητής, πεζογράφος, κριτικός, εκδότης περιοδικού και συστηματικός μεταφραστής, δεν υπήρξε μόνο ο πιο καθαρόαιμος εκπρόσωπος του συμβολισμού αλλά προσπάθησε να συνδυάσει στη δημιουργία του τα ηθογραφικά στοιχεία, τη λυρική ευαισθησία και την ψυχογραφική διείσδυση με τις σοσιαλιστικές του ιδέες.2

Προσεγγίζοντας την ποίηση του, εύκολα διαπιστώνουμε ότι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του γενέθλιου τόπου του δεν είναι ευκρινώς αναγνωρίσιμα. Τόσο στους τίτλους των ποιημάτων του όσο και στους στίχους του δεν μπορούμε να διακρίνουμε κάποια εξάρτηση από συγκεκριμένο χώρο με τον τρόπο που, για παράδειγμα, ο Παλαμάς εμπνέεται αλλά και αναφέρεται άμεσα σε τοπία, πρόσωπα και γεγονότα της ιδιαίτερης πατρίδας του (όπως στην ενότητα «Τραγούδια της λίμνης» από Τα τραγούδια της πατρίδος μου, 1886, ή στη συλλογή Οι καημοί της λιμνοθάλασσας, 1912). Είναι αναμφισβήτητο ότι η ποίηση του Χατζόπουλου, ιδιαίτερα στην πρώτη συλλογή του (Τραγούδια της ερημιάς που κυκλοφόρησε το 1898 μαζί με τα ελεγεία και τα ειδύλλια), στο επίπεδο της έμπνευσης και σ' εκείνο της πραγμάτωσης στηρίζεται στη δημοτική ποίηση, την προϋποθέτει και διαλέγεται μαζί της, όπως δείχνουν τα παραθέματα, ορισμένα ημιστίχια και εικόνες, ενώ και ο τίτλος προέρχεται από το στίχο του δημοτικού τραγουδιού: «Εγώ είμαι ένα άγριο πουλί και τις ερμιές γυρεύω», που ο ποιητής τοποθετεί ως motto όλης της συλλογής. Ακόμη ο φυσικός χώρος και τα πρόσωπα αυτών των ποιημάτων προέρχονται από την γνώριμη του ύπαιθρο, όπως μας δείχνουν, για παράδειγμα, οι τίτλοι «Φλογέρα», «Η σπορά», «Η βοσκοπούλα». 3

Έρμα τα δάση από φωλιές,

Πέρα ξερά τ αμπέλια·

Κι αν τ άπλερο τραγούδι τους

Σκορπούν φτωχά γαρδέλια

 

Γύρω στον κάματο σκυφτός

Που σπέρνει ο ζευγολάτης,

Η καλιακούδα στο βραχνό

Το πνίγει ρέκασμά της.4

Ωστόσο, δεν μπορούμε να βρούμε κάποιο ποίημα που να ανακαλεί άμεσα την ιδιαίτερη αυτή περιοχή της Ρούμελης, το Αγρίνιο, όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια, όπου αργότερα δικηγόρησε για μικρό διάστημα (1891-1893) και όπου συχνά επέστρεφε για να βλέπει τους δικούς του, και το Μεσολόγγι, όπου φοίτησε στο γυμνάσιο από το 1878 ως το 1882, συμμαθητής με τον Αντώνη Τραυλαντώνη. Βέβαια, οι παιδικές αναμνήσεις, τα βιώματα, η συνάφεια με τον τόπο και τους κατοίκους υπάρχουν έντονα μέσα του.

Ακόμη και ο φίλος του Αντρέας Καρκαβίτσας εκδήλωνε στα γράμματα του στον Χατζόπουλο τον θαυμασμό του για τη Ρούμελη: «Αγρία φύσις, τσαπράζια, καριοφίλια, φουστανέλα, αυτά είναι δι' εμέ». Συχνά ονειρευόταν εκδρομές στο Βραχώρι και το Μεσολόγγι και παρακαλούσε να δει το φίλο του για να του φέρει «ένα κομμάτι Ρούμελης» και για να του θυμίσει με τη φωνή του «τη λεπτή και γλυκεία φωνή του Μεσολογγίου».5 Σε ένα άλλο απόσπασμα γράμματος η περιγραφή της φύσης φαίνεται να συμπυκνώνει τις εικόνες του υπαρκτού τόπου της νεότητας του Χατζόπουλου αλλά και να προδιαγράφει τον κειμενικό χώρο του μεγαλύτερου μέρους της πεζογραφίαςτου:  «Προχθές ήλθα πάλιν πλησίον σας και με τον αμαξηλάτην, ο οποίος μας άφησε εις τ' Αλητσά τις ράχες- σου παρήγγειλα χαιρετίσματα. Έμεινα επί τρεις ημέρας εις του Μουρστιάνου με καλήν συντρόφων, κυνηγών δήθεν εδώ κι εκεί εις την λίμνην μέχρι του Αγγελοκάστρου. 'Εβλεπον κάθε αυγήν το Βραχώρι σας τυλιγμένο μέσα εις λευκοκύανον γάζαν είδα και την λίμνην με κύματα αφρισμένα· εκυνήγησα και με χωρικούς, οι οποίοι είχον σκυλιά που έπιαναν ζωντανούς τους λαγούς και τα τσακάλια- έφαγα κουμαρα -τ'αγαπημένα μου κατακόκκινα— απάνου εις κουμαριάν, που α-πέσταζε από την πάχνην της νυκτός. Τέλος, έμεινα καθ' όλα ευχαριστημένος, και προ της τοιαύτης τοποθεσίας, κι ενώπιον της τοιαύτης ζωής».6

Πρέπει, ωστόσο, να επισημάνω ότι ενώ ο Χατζόπουλος άρχισε να δημοσιεύει ποιήματα του τουλάχιστον από τα δεκαέξι χρόνια του, τα πεζά του είναι έργο των χρόνων της ωριμότητας. Το πρώτο του διήγημα με τον τίτλο «Αντάρτης», δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νουμάς το 1907, όταν δηλαδή ήταν 39 χρόνων. Ακόμη, τα περισσότερα διηγήματα και μυθιστορήματα του γράφτηκαν στα χρόνια της δεύτερης αποδημίας του στη Γερμανία (1905-1914), τη γονιμότερη περίοδο της δημιουργικής του δραστηριότητας, όταν όχι μόνο είχε διευ­ρύνει κατά πολύ τους καλλιτεχνικούς του ορίζοντες αλλά επίσης είχε πραγματοποιήσει σημαντική ιδεολογική στροφή με την προσχώρηση του στο σοσιαλισμό. Οι καλλιτεχνικές, όμως, και ιδεολογικές θέσεις του εκείνη την εποχή επηρεάζονται από την ευδιάκριτη νοσταλγία του· είναι χαρακτηριστικό ότι τα πεζά του διαδραματίζονται στην Ελλάδα τα χρόνια της νιότης του, δηλαδή περίπου ως τις αρχές του 20ου αιώνα, αφού ο απόηχος των βαλκανικών πολέμων ή του πρώτου παγκόσμιου και κυρίως οι μεγάλες κοινωνικές αλλαγές που έφεραν στην ελληνική ζωή δεν γίνονται αισθητά ούτε στα χρονολογικά τελευταία από αυτά.

Πρώτο χαρακτηριστικό στοιχείο του τρόπου με τον οποίο σχεδιάζει το γενέθλιο τόπο είναι ότι η ιδιαίτερη πατρίδα του δεν παρουσιάζεται επώνυμα ούτε στο πεζογραφικό έργο του· η Αθήνα κυρίως, αλλά και η Άρτα και η Σύρος και άλλες πόλεις ή περιοχές αναφέρονται, δεν κατονομάζεται, όμως, η περιοχή του Αγρινίου ή του Μεσολογγίου. Ωστόσο ο Χατζόπουλος περιγράφει ως τόπο όπου διαδραματίζονται τα τρία από τα τέσσερα μυθιστορήματα του,7 τα έξι από τα δέκα διηγήματα του (με των εξαίρεση των: «Αντάρτης», «Ζωή», «Ο πύργος του Αλιβέρη» και «Το όνειρο της Κλάρας»), καθώς και δύο από τα πέντε ανολοκλήρωτα έργα του,8 μια μικρή επαρχιακή πόλη, που κάποτε δηλώνεται ότι βρίσκεται στη Δυτική Στερεά, άλλοτε παραθαλάσσια, όπως το Μεσολόγγι, άλλοτε όχι, όπως το Αγρίνιο, αρκετοί κάτοικοι της οποίας ασχολούνται με την καλλιέργεια του καπνού. Η παρουσία λιμνών (όπως ο Τριχωνίδα), ο χαρακτηριστικός τίτλος του μυθιστορήματος του Ο πύργος του Ακροπόταμου, που αναμφισβήτητα θυμίζει τον Ασπροπόταμο, άλλη ονομασία του Αχελώου, καθώς και άλλα δευτερότερα στοιχεία, μας οδηγούν εύκολα στο συμπέρασμα ότι εμπνέεται από την ιδιαίτερη πατρίδα του. Δικός της είναι ο χώρος που αναδημιουργεί στη συντριπτική πλειοψηφία των πεζών του, ενώ αποφεύγει να παρουσιάσει στο έργο του τη βόρεια Ευρώπη, στην οποία όμως έζησε συνολικά περισσότερο από μια δεκαετία. Το ότι λείπουν τα τοπωνύμια δεν είναι παράδοξο, αν σκεφτούμε ότι και ο Δ. Χατζής δεν ονομάζει τα Γιάννενα στα διηγήματα της συλλογής Το τέλος της μικρής μας πόλης, παρά τις σαφέστατες αναφορές του στη γενέτειρα του, το ίδιο και ο Κοσμάς Πολίτης στο μυθιστόρημα του Στου Χατζηφράγκου, αν και με πολλά άλλα στοιχεία δίνει την εικόνα και το χαρακτήρα της Σμύρνης. Από την άλλη, στα πεζά του Χατζόπουλου εύκολα εντοπίζουμε πλήθος λαογραφικά στοιχεία από την ιδιαίτερη πατρίδα του,9 ενώ είναι ενδεικτική και η φροντίδα του να αποτυπώσει με φωνητική πιστότητα το τραχύ ρουμελιώτικο ιδίωμα στην Αγάπη στο χωριό.

Κι αν για τους χώρους των έργων του αποφεύγει τις συγκεκριμένες τοπικές αναφορές και τα υπαρκτά τοπωνύμια, όμως φροντίζει να συνθέσει ιδιαίτερα αξιοσημείωτες περιγραφές της φύσης του τόπου του. Στις περιγραφές αυτές το πλούσιο λεξιλόγιο, τα σχήματα και οι εικόνες δημιουργούν, κατά τη γνώμη μου, «νησίδες» σχεδόν ποιητικού λόγου μέσα στον εξαιρετικά λιτό λόγο της αφήγησής του. Πιο έντονα αυτό το στοιχείο διακρίνεται στα σημεία όπου την περιγραφόμενη φύση «βλέπει» ένας από τους ήρωες του, Το πρώτο σχετικό παράδειγμα μου προέρχεται από το διήγημα «Στο σκοτάδι». Η ηρωίδα, μια απλοϊκή και αμόρφωτη νέα γυναίκα, προσπαθώντας να ξεφύγει από τη μίζερη και δυστυχισμένη ζωή της, περιπλανιέται στα χωράφια: «Κάθισε χάμω, ακούμπησε στα γόνατα της το μωρό και κοίταξε χαμένα μπρος της. Πέραθε από τη ρεματιά το λιβάδι απλωνότανε στρωτό και στην άκρη του νερού φύτρωναν λυγαριές και βάτα κι άλλα θάμνα, τούφες-τούφες. Τα θάμνα μόλις είχαν πάρει και χλοΐζανε, μα το λιβάδι το πλούμιζαν τα λουλούδια. Υφάδι κρόκινο πλεκόταν με το πράσινο το βάθος σε απαλό στρώμα χρυσόχλωρο και μέσα λάμπαν σκορπιστοί παρδαλοί τόνοι άσπροι, άλικοι, γαλάζιοι, βυσσινί και κρεμεζί, βαθιοί, ανοιχτοί, περίσσιοι.» 10 Ανάλογα παραδείγματα μπορούμε να αντλήσουμε και από άλλα πεζά του Χατζόπουλου: «Η Κλάρα τον κοίταζε αμίλητη κι ασάλευτη, σα βυθισμένη σε όραμα. Δέντρα κοντά, λιγνά, σκυφτά, γυρτόκλωνα, δέντρα με φύλλα αριά, μακριά, λεπιδωτά, πολύχρωμα, παράξενα χρυσοφεγγίζανε σα γνώριμα, σαν άγνωρα στη ρόδινη αντηλιά, η έκσταση των πλατιών κάμπων που χάνονται πέρα μακριά σε πυρά βάθη ανοιγόταν γλαυκόλαμπη μπροστά της.» 11

«Η Μαριώ θαρρούσε πως ξεχώριζε το σπίτι στο χωριό, στο χωριό που άσπριζε αντίκρυ, μακριά στη ρίζα του βουνού μέσα στις καστανιές, που κοκκινίζανε στο χινοπωριάτικο ήλιο σα χάλκωμα λειωτό.» 12

«Ο Στέφανος θυμήθηκε πως τ' άστρα τον κοίταζαν από ψηλά σαν ξαφνισμέ-να και σαν ξένα, και σήκωσε πάλι τα μάτια. Μα τ' άστρα του φάνηκαν τώρα και δω σαν ξένα. Και αντίκρυ τ' ορθόβραχο βουνό που πρόβαλε από το άνοιγμα του δρόμου, του φάνταξε κι αυτό παράξενα. Έμοιαζε σα να χάθηκε στο βάθος του μισοσκότεινου ουρανού κ' έγινε αυλό σύννεφο, αγανή διάφανη ομίχλη φωτεινή κρεμασμένη ανάερα κάτω από τ' άστρα.»13

Σε παραδείγματα, όπως τα προηγούμενα, η τριτοπρόσωπη αφήγηση δεν επιτρέπει να καθορίσουμε με ακρίβεια όχι μόνο αν όλη η έκταση και η ένταση αυτών των εικόνων αποδίδει αποκλειστικά το οπτικό πεδίο του ήρωα ή της ηρωίδας, αλλά και αν η διατύπωση προέρχεται από τον ήρωα ή τον αφηγητή. Είναι σαφές, πάντως, ότι τόσο η γλώσσα που χρησιμοποιείται όσο και η στάση απέναντι στο τοπίο, που αναδημιουργείται και σαν διάκοσμος φυσικός και σαν ζωοποιός ανάσα, ξεπερνούν κατά πολύ τις δυνατότητες του ήρωα. Με το να χρησιμοποιεί, λοιπόν, τον αφηγητή του ως μεσολαβητή του βλέμματος και του λόγου των μυθιστορηματικών του προσώπων στην απόδοση των εικόνων της φύσης ο συγγραφέας Χατζόπουλος αποκαλύπτει την ενδόμυχη ανάγκη του να εκφράσει άμεσα το θαυμασμό του για τον γενέθλιο τόπο του.

Ότι πρόκειται για βιωμένες εικόνες που είχε απολαύσει στην ιδιαίτερη πατρίδα του προκύπτει από το ακόλουθο μικρό παράδειγμα: Στο συμβολιστικό διήγημα «Η αδερφή» έχουμε την ακόλουθη περιγραφή τοπίου, όπως αυτό καθρεφτίζεται στο ανοιχτό παράθυρο: «Έσκυψα στον ώμο της και κοίταξα καλύτερα. Το πηγάδι με τις ροδοδάφνες ένα γύρο φαινότανε μπροστά-μπροστά, πίσω μαύριζε ψηλόλιγνο ένα κυπαρίσσι, έπειτα πρασινίζανε τα δέντρα του περιβολιού κι αποπίσω τους έλαμπε στο βάθος μια στενή λουρίδα από το ποταμάκι.»14 Την ίδια ακριβώς εικόνα περιγράφει η γυναίκα του Χατζόπουλου στο κτήμα τους στα Λυκορράχια, το σημερινό πάρκο Παπαστράτου, στο Αγρίνιο. Γράφει: «Αλλά το πιο γραφικό είναι ο χώρος με το πηγάδι. Ο μεγάλος αυτός χώρος στις τρεις πλευρές του είχε χαμηλό μανδρότοιχο, την τέταρτη πλευρά αποτελούσε ένα μέρος του τοίχου του σπιτιού με ένα παράθυρο τριγυρισμένο από την κίτρινη τριανταφυλλιά, το παράθυρο του δωματίου που ο άντρας μου είχε για γραφείο του. Το στόμιο του πηγαδιού βρισκόταν απάνω σε μια πλατειά πέτρινη βάση. Το νερό το τραβάγανε μ' έναν κουβά, που τον είχαν δέσει με μια ψιλή αλυσίδα. Ανθισμένες ακακίες και τριανταφυλλιές ήτανε φυτεμένες γύρω του κι ένα λιγνό κυπαρίσσι στεκόταν πλάι σαν φρουρός.» 15

Ένα τελευταίο σχετικό παράδειγμα θα με οδηγήσει παραστατικά στην αμέσως επόμενη παρατήρηση μου. Σε ένα απόσπασμα από τον Υπεράνθρωπο δύο πρόσωπα βλέπουν εντελώς διαφορετικά τον περιβάλλοντα χώρο. Ο αφηγητής - ήρωας, αν και προέρχεται από την επαρχία, έχει χάσει πια το ενδιαφέρον του για τη γη. Έχει σπουδάσει δικηγόρος και ονειρεύεται να ζήσει στην Αθήνα. Ο θείος του, δεμένος με τα κτήματα του, κάνει σχέδια βελτίωσης των καλλιεργειών του: «Ο θείος με πήρε ένα απόγεμα και πήγαμε στο χτήμα της θειας καμιά ώρα όξω από τη χώρα. Ήτανε ζεστή χινοπωριάτικη λιακάδα, ο κάμπος χλοϊσμένος, ήσυχος, ο κόσμος όργωνε, έσπερνε, τα κοπάδια βοσκούσαν κ' έτσι άνοιξε περσότερο η διάθεση του θειου. Εκεί μου ανάπτυξε και μου ξήγησε επιτόπια τις μεταρρύθμισες που είχε στο νου του. Μου μιλούσε για σπίτια, για μαντριά, για ξεχερσώματα, γι' αυλάκια και χαντάκια, γι' αλώνια και για λιάστρες και για στέρνες και δεν ξέρω για τι άλλο με τόση ζωηράδα, σα να τάβλεπε πραγματικά μπροστά του. Έδειχνε τη θέση του καθενός, περίγραφε τη λειτουργία του, λογάριαζε τα έξοδα, τα έσοδα, τα κέρδη. Εγώ εννοείται δεν έβλεπα άλλο από μια ξυλάστρα σε μια λαγκαδιά με ράχες χαμηλές όλο και πέτρα γύρω, ένα μισογκρεμισμένο σπίτι, ένα πηγάδι μ' ένα φράξο δίπλα του και μ' έναν άδειον περιστερεώνα, ένα ξερόρεμα στο σύνορο και κει κοντά σ' ένα γούπατο βαρκό μιαν άπλα με κλήματα, που κρεμόντανε απάνω τους τα τελευταία κίτρινα φύλλα.»16

Μέσα ακριβώς από τη διαφορετική οπτική των ηρώων του και κατά συνέπεια από τις ιστορίες τους ζωντανεύει ο φυσικός και ο δομημένος χώρος, η εξοχή, τα χωριά και κυρίως η επαρχιακή πόλη στο έργο του Χατζόπουλου. Εδώ βρίσκεται, πιστεύω, μια ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στον Αγρινιώτη λογοτέχνη και τους σύγχρονους ομότεχνους του. Ενώ την περίοδο που μας ενδιαφέρει το μέρος της ελληνικής πεζογραφίας που ασχολείται με τη ζωή της υπαίθρου προσπαθεί να αποτυπώσει κυρίως τα σταθερά στοιχεία της παραδοσιακής ζωής, τα οποία διατηρούνται σχεδόν αναλλοίωτα για αιώνες, ο Χατζόπουλος προβάλλει σταθερά την αλλαγή αυτής της κοινωνίας, τις νέες συνθήκες ζωής που δημιουργούνται μέσα από τη σύγκρουση του παλιού και του νέου. Για να εξηγήσω καλύτερα την άποψη μου, ας δούμε την περίπτωση δύο φίλων του λογοτεχνών. Ο Αντρέας Καρκαβίτσας, κατορθώνει να απεικονίσει στη Λυγερή (1896) τη σταδιακή παρακμή της παραδοσιακής αγροτικής κοινωνίας στη σύγκρουση του κόσμου της υπαίθρου, που τον εκπροσωπεί ο λεβέντης καρο-λόγος, και στα νέα οικονομικά ήθη, όπως εκφράζονται από τον έμπορο Πικό-πουλο.17 Με τα Λόγια της πλώρης (1899) όμως ξαναγυρίζει στο παρελθόν, καθώς παρουσιάζει την ελληνική ναυσιπλοΐα την περίοδο των ιστιοφόρων, ενώ η αμείλικτη κριτική του για την παραμόρφωση του πατριωτικού ιδανικού της Μεγάλης Ιδέας και για το σκληρό παραδοσιακό τρόπο ζωής των ανθρώπων της υπαίθρου στο Ζητιάνο (1897) είναι διαχρονική, στην ουσία δηλαδή άχρονη και στατική.18

Αντίστοιχα ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης προβάλλει τη σύγκρουση ανάμεσα στην καταρρέουσα αριστοκρατική τάξη και στην ανερχόμενη αστική στο μυθιστόρημα του Οι σκλάβοι στα δεσμά τους, αλλά στα διηγήματα και τις νουβέλες του αποτυπώνει την περιορισμένη και αμετάβλητη ζωή του χωριού ή της μικρής πόλης.19 Άλλοι ηθογράφοι, όπως ο Παπαδιαμάντης, περιορίζονται να προβάλουν την αλλαγή των δομών της παραδοσιακής κοινωνίας ως κάτι το κακό, ή, άλλοι, όπως ο Εφταλιώτης, πιστεύουν ότι η παραδοσιακή κοινωνία έχει τη δύναμη να σταματήσει την πορεία προς την αλλαγή.20

Ο Χατζόπουλος, όμως, συστηματικά παρουσιάζει τις αντιθετικές και αντικρουόμενες τάσεις στη ζωή της υπαίθρου, αναλύοντας σε μια σειρά από ήρωες και επεισόδια τα προβλήματα της ελληνικής επαρχίας, καθώς τον απασχολούν ιδιαίτερα οι οικονομικές σχέσεις και η κοινωνική διαστρωμάτωση. Από συγγραφική άποψη αυτές οι αντιθέσεις παρουσιάζονται άρρηκτα συνυφασμένες με τον τόπο. Μια πρώτη ισχυρή αντίθεση διακρίνουμε ανάμεσα στους ανθρώπους του κάμπου, που ζουν στις μικρές πόλεις, και σ' εκείνους που ζουν στα ορεινά χωριά. Οι δεύτεροι είναι αγνοί, αθώοι, ανίκανοι να προσαρμοστούν στην αστική ζωή, καθώς τηρούν ακόμη τις παραδόσεις και τα έθιμα τους και αγνοούν τον νέο τρόπο των κοινωνικών και οικονομικών συναλλαγών.21 Αντίθετα, οι αστοί και μικροαστοί ήρωες του, μπορεί να καλλιεργούν τη γη ή να είναι μικρέμποροι, καταστηματάρχες ακόμη και επιστήμονες, ενώ άλλοι βασανίζονται από τη σκληρή αγροτική ζωή, από τους δανειστές τοκογλύφους ή και από την προσπάθεια τους για κοινωνική καταξίωση σε έναν κόσμο που μεταβάλλεται. Πάντως, όλοι σχεδόν αυτοί οι ήρωες παρουσιάζονται να μην μπορούν εύκολα να παρακολουθήσουν τις αλλαγές του γύρω τους κόσμου, γι' αυτό και δεν πετυχαίνουν στις επιδιώξεις τους και αισθάνονται δυστυχισμένοι.

Ανάλογη είναι η αντίθεση ανάμεσα στους ντόπιους και σ' εκείνους που έρχονται από αλλού, τους ξένους με τις σύγχρονες ιδέες, αλλά και τους στρατιωτικούς και τους δημόσιους υπάλληλους που, καθώς μετατίθενται συχνά. δεν ενδιαφέρονται, βέβαια, να ριζώσουν στο τόπο. Πολύ ισχυρή εμφανίζεται η ιδεολογική σύγκρουση ανάμεσα στο σόι, την αρχοντιά από τη μια, και τους ισχυρούς του χρήματος από την άλλη. Το μυθιστόρημα του Ο πύργος του Ακροπόταμου, αποτελεί το χαρακτηριστικότερο, αλλά όχι το μόνο, παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο αναπτύσσει αυτές τις απόψεις του. Αρχικά η κούλια κοντά στον ποταμό στεγάζει την αρχοντική οικογένεια του Κρανιά, που αποτελεί αντικείμενο θαυμασμού για όσους συχνάζουν στο αντικρινό βελούχι.

Ο συγγραφέας αναλαμβάνει να εξηγήσει όχι μόνο την ιδιωματική λέξη αλλά και τη σημασία του βελουχιού στην τοπική ζωή: «Βελούχια λέγουνται στην πόλη κοντά στον ποταμό τα εξοχικά καφενεδάκια, που στένουνται την άνοιξη με λίγα πεταυρα για να σαπίσουν το χειμώνα στη βροχή και στην ερμιά, αν δεν καούνε στο μεταξύ στα τζάκια της γειτονιάς. Κάθε άκρη, κάθε γειτονιά της πόλης, έχει το δικό της. Αυτού σπουδάζει τα χαρτιά η νεολαία του τόπου, όσο φοβάται ακόμα τον πατέρα και το δάσκαλο, αυτού φέρνει ο τελευταίος αποδείλινα τη γραμματική και το χασμούρημα, αυτού σχεδιάζει ο κομματάρχης τους συνδυασμούς, αυτού ο χωριάτης, που έφερε το γέννημα του στην αγορά, γυρεύοντας να βρει τον παπά στα τρία τραπουλόχαρτα, χάνει ό,τι του περίσσεψε από τον προστοιχιστή κι από το νοικιαστή του φόρου, αυτού έρχεται καμιά λαμπρή ή δεσποτική γιορτή να πάρει αέρα το εμπορόπουλο, αυτού τραγουδά τη νύχτα στ' άστρα ο ερωτευμένος. Ο καφές είναι πάντα από καβουρδιστό ψωμί ή ρεβίθι, το λουκούμι καθαρό ζυμάρι και το ρακί μονάτο τσίπουρο. Μα κανείς δεν έρχεται αυτού για τον καφέ και το ρακί. Έρχεται για τη δροσιά, για το νερό και τον αέρα. Κι άλλο νερό κι άλλος αέρας δεν είναι δροσερότερα στην πόλη όσο εδώ στον όχτο του ακροπόταμου, Σωστό βελούχι του Καρπενησίου.» 22

Καθώς περνούν τα χρόνια, η αρχοντιά της οικογένειας Κρανιά ξεθωριάζει, και μαζί μαραίνεται η ομορφιά των κοριτσιών. Παράλληλα, η πόλη (πιθανότατα πρόκειται για το Αγρίνιο) αλλάζει: «Η αρχοντιά [...] είχε κρατήσει ένα γούπατο μέσα στην πόλη, που το 'λεγε πλατεία, και κει γύρω χτίσανε τα σπίτια τους οι νεόπλουτοι τοκιστάδες κ' έμποροι.» Για μια βραδιά μόνο η αίσθηση της υπεροχής θα ξαναγυρίσει στη μια αδελφή, εκεί στην ίδια πλατεία, εκφρασμένη μέσα από τις νέες αστικές συνήθειες: «Κι αληθινά, το θρίαμβο δεν τόνε φανταζότανε ποτέ τόσο μεγάλο. Η πλατεία όλο και γεμίζει γύρω της, όλος ο κόσμος βγήκε κει μονάχα για να δει το γιο του παλιού έπαρχου του. Γι' αυτόν ανάφτηκε κει στη μέση και το πεντάλυχνο φανάρι, γι' αυτόν παίζει η μουσική, γι' αυτόν βάλανε τόσο νάζι απόψε τα κορίτσια που συργιανίζουν εκεί. Όλα γι' αυτόν, όλα γι' αυτόν και για τον πύργο23

Συμπερασματικά, ο Χατζόπουλος θέλησε να δώσει στην πεζογραφία του θεματική ευρύτητα, να την απομακρύνει από άμεσες αναφορές σε περιορισμένο τόπο και ειδικά προβλήματα, για να αποδώσει τα γενικότερα χαρακτηριστικά της ελληνικής επαρχίας μέσα από τις ιστορίες των ηρώων του. Πόσο πιστή ήταν αυτή η εικόνα της επαρχίας φαίνεται και από το γεγονός ότι μια δεκαετία περίπου μετά το μυθιστόρημα Φθινόπωρο (1917) ο μοντερνιστής Καρυωτάκης χρησιμοποίησε το ίδιο υλικό για να περιγράψει την πλήξη και την αδράνεια της επαρχιακής ζωής στο τελευταίο ποίημα του («Πρέβεζα», 1928): οι εικόνες της φύσης, που επηρεάζουν την ψυχική διάθεση, η συζήτηση για τον καιρό, οι αρχές του τόπου και κυρίως ο νομάρχης, η άφιξη του πλοίου, ένας θάνατος που διακόπτει τη μονοτονία. Πρόκειται πιθανότατα για σύμπτωση, αν και ο αυτοκτόνος της Πρέβεζας γνώριζε και εκτιμούσε το έργο του Χατζόπουλου.24 Ανάμεσα στους δυο συγγραφείς υπάρχει βέβαια μια ουσιαστική διαφορά: ο απελπισμένος Καρυωτάκης, ξεκινώντας από γενικές παρατηρήσεις, επέλεξε να τις περιορίσει μέσω του τίτλου «Πρέβεζα», δημιουργώντας έτσι μια άδικη εικόνα για τη συγκεκριμένη πόλη και ένα συνώνυμο του δικού του προσωπικού συναισθηματικού αδιεξόδου.

Αντίθετα, ο Χατζόπουλος, άρρηκτα δεμένος με την επαρχιακή γενέτειρα του, έστω και χωρίς να την κατονομάζει, καθώς είχε τονίσει ότι το έργο του λογοτέχνη όφειλε να διευρύνει το «τοπικό» και το «επικαιρικό» προς το πανανθρώπινο και το υπερχρονικό, προσπάθησε, έχοντας ως αφετηρία το γενέθλιο τόπο του, να δώσει συνολικότερη εικόνα της ζωής «παντού όπου η ύπαρξη κινείται μέσα σε όμοιους βιωτικούς, κοινωνικούς όρους». 25

Το σπίτι όπου έζησε τα πρώτα χρόνια του στο Αγρίνιο ο Κ. Χατζόπουλος, σώζονταν μέχρι τις αρχές του 1950, στο επάνω μέρος της σημερινής πλατείας Χατζοπούλου. 


*Σημείωση: Το κείμενο που καταχωρείται ανωτέρω αποτελεί εισήγηση της καθηγήτριας του Πανεπιστημίου κυρίας Έρης Σταυροπούλου - Αλεξίου στο Λογοτεχνικό Συνέδριο που οργάνωσε η "Αιτωλική Πολιτιστική Εταιρεία (ΑΙ.ΠΟ.Ε)" στο Μεσολόγγι το Νοέμβριο του 2004 με τίτλο "Η Αιτωλοακαρνανία στη Νεοελληνική Λογοτεχνία" , τα πρακτικά του οποίου δημοσιεύτηκαν από την διοργανώτρια εταιρεία το 2005.