
|
|
Εμμανουήλ
Ροΐδη:Επιστολαί ενός Αγρινιώτου
Aγρίνι 1 Μαΐου 1866
Αξιότιμε κ. Εκδότα της «Αυγής»,
Το όνομά μου είναι Σουρλής κατοικώ εις το Αγρίνι κοντά εις τον ποταμόν, και
είμαι συνδρομητής εις την αξιόλογον «Αυγήν» σας. Όταν ήμην νέος, υπήγα εις
την Πάδοβαν να σπουδάσω ιατρικήν και έπειτα επέστρεψα εδώ, όπου υπανδρεύθην
και κατοικώ τριάντα επτά χρόνους. Αλλ' ο Θεός δεν μου εχάρισεν ούτε
αρρώστους ούτε τέκνα' προ δώδεκα χρόνων, μού επήρε και την γυναίκα μου και,
διά να μη μείνω αβασάνιστος, μου έστειλεν εις τον τόπον της ένα οξύν
ρευματισμόν, όστις με άφησε παραλυτικόν. Τώρα περιπατώ με δεκανίκια' επειδή
όμως είμαι ευλαβής άνθρωπος, ευχαριστώ καθ' ημέραν τον Πανάγαθον Θεόν, λέγων
ότι μ' εκούτσανε, διά να φθάσω ίσως αργότερα εις την τελευταίαν μου
κατοικίαν. Μόνη διασκέδασις, μου έμεινε το χωράφι μου, το οποίον με τρέφει,
η εφημερίδα σας και η βιβλιοθήκη μου. Μέσα εις αυτήν έχω (κατά την συνήθειαν
των ιατρών όσοι εσπούδασαν εις την Πάδοβαν), περισσοτέρους ποιητάς,
συγγραφείς καί φιλοσόφους παρά ιατρούς. Τον Όμηρον, τον Πλάτωνα, τον Δάντε
και τον Βιργίλιον,... τους οποίους θαυμάζω και σέβομαι ώς ιερά πράγματα, και
διά τούτο ποτέ δεν τους ανοίγω, και εκτός αυτών τον Κάτουλλον, τον Αριόστον,
τον Μπάιρον και τους άλλους μικροτέρους των οποίων την συναναστροφήν προτιμώ
από τας ομιλίας των φίλων μου Αγρινιωτών, οίτινες διά τούτο με ωνόμασαν
μισάνθρωπον. Αλλ' αυτή είναι μαύρη συκοφαντία' διότι εξεναντίας τόσον πολύ
αγαπώ τους ανθρώπους, ώστε αν είχα χρήματα ή τουλάχιστον ποδάρια, ουδέ
στιγμήν θα έμενα εις το Αγρίνι. Αλλ' ας αφήσωμεν τους Αγρινιώτας και ας
επανέλθωμεν εις το προκείμενον. Σας έλεγα λοιπόν, αξιότιμε κύριε εκδότα, ότι
έχω μίαν καλήν βιβλιοθήκην και τον περισσότερον καιρόν μου περνώ με τα
βιβλία μου. Την άνοιξιν, όταν ο ήλιος είναι ευχάριστος, διαβάζω εις το δώμα
της καλύβης μου' το καλοκαίρι όπου αι ακτίνες του καίουν καταφεύγω υπό την
σκιάν μιας γραίας πλατάνου, της οποίας τα περιττά κλαδιά με ζεσταίνουν το
χειμώνα ώστε το δένδρον τούτο μου δίδει κατά τας περιστάσεις δροσιάν ή
ζέστην, καθώς το φύσημα του Αισωπείου Σατύρου. Όλα τα ανωτέρω σας ανέφερα,
κ. εκδότα, δια να σας αποδείξω ότι, αν και ονομάζομαι Σουρλής και κατοικώ
εις το Αγρίνι, είμαι άνθρωπος διαβασμένος εις κατάστασιν να κρίνω περί
γραμμάτων καλλίτερα ίσως από πολλούς δημοσιογράφους και λογίους της
πρωτευούσης σας, οι οποίοι γράφοντες και διδάσκοντες από το πρωί έως το
βράδυ δια να κερδίσουν το ψωμί των, δεν ευρίσκουν καιρόν ν' ανοίξουν βιβλίον
και ως εκ τούτου... Αλλά το προοίμιόν μου καταντά πολύ μακρύ, ενώ ο τόπος
σας είναι μετρημένος, με τα σωστά μου λοιπόν έρχομαι εις το προκείμενον.
Ένας κάποιος φίλος μου, κάτοικος Αθηνών, εις τον οποίον είχα στείλει μερικάς
οκάδας ξανθόν καπνόν του Αγρινίου, μου έστειλεν ως αντάλλαγμα εν νεοφανές
βιβλίον, επιγραφόμενον «Πάπισσα Ιωάννα» και τυπωμένον εις τα αξιότιμα
πιεστήριά σας. Θέλων δε και να μου δείξη πόσον πολύτιμον ήτο το δώρον του,
ότι δηλαδή ο καπνός μου ήτο καλοπληρωμένος, είχε περιτυλίξει το βιβλίον εις
ένα σωρόν εφημερίδας Χάρτην, Αλήθειαν, Independance, Παλιγγενεσίαν, Αυγήν,
Εθνοφύλακα, Ομόνοιαν, Βυζαντίδα, Χρυσαλλίδα κτλ. κτλ., αι οποίαι το
εσύσταινον ως ευφυέστατον, λίαν κακόηθες, χαριτόβρυτον, βορβορώδες,
πολυμαθέστατον, κακόσχολον, θελκτικώτατον, αηδές, αξιάγαστον, ατιμωτικόν και
ένα σωρόν άλλα επίθετα, τα οποία εμάλωναν τον εν με το άλλο. Μέσα εις τον
φάκελλον ευρίσκετο και μία εγκύκλιος του σεβασμιωτάτου Επισκόπου Καρυστίας
Μακαρίου, όστις με την ιδιάζουσαν εις τους καλογήρους ευαγγελικήν
μετριοπάθειαν ωνόμαζε τον συγγραφέα «όργανον του Σατανά» και «κακούργον», το
δε βιβλίον λοιμώδες, φθοροποιόν, έχιδναν ικανήν ολόκληρον οικίαν να
δηλητηριάση κτλ. κτλ. Εκτός αυτής υπήρχε και άλλη εγκύκλιος φέρουσα τας
υπoγραφάς των πέντε μελών της Συνόδου, την οποίαν εδιάβασαν και εις τας
Εκκλησίας, απαγορεύοντες εις τους πιστούς την ανάγνωσιν του βλασφήμου
συγγράμματος, δια να μη «βλαβώσιν ηθικώς και.. σωματικώς»! Όλα ταύτα, να σας
ειπώ την αλήθειαν, εκέντησαν την περιέργειάν μου, και αφού πολλήν ώραν
επονοκεφάλησα δια να συμβιβάσω τους τόσους επαίνους και τας τόσας ύβρεις, το
τόσον λιβάνι και την τόσην λάσπην, τα οποία ο τύπος και η Εκκλησία έχυσαν
επάνω εις αυτό το βιβλίον, απεφάσισα να το διαβάσω κι' εγώ, δια να σχηματίσω
γνώμην με τα ιδικά μου μάτια και την ιδικήν μου κρίσιν. Η ανάγνωσις είναι
ίσως αμαρτία μετά την απαγόρευσιν της Εκκλησίας αλλ' αν έσφαλα εγώ από
περιέργειαν ως η πρώτη μας μητέρα, το αμάρτημα ας είναι εις τον Άγιον
Καρυστίας, ο οποίος μ' έφερεν εις πειρασμόν' αν έγινα εγώ Εύα, εκείνος είναι
ο όφις, όστις με ηπάτησε με τας μακράς σπείρας του καλογηρικών επιθέτων.
Ανέγνωσα λοιπόν κι' εγώ την «Πάπισσαν» και έρχομαι, αν μου συγχωρήτε, να σας
είπω όχι περί του βιβλίου τούτου αλλά περί της ηθικής εν γένει και την
ιδικήν μου γνώμην ή μάλλον την γνώμην της βιβλιοθήκης μου. Πολλάκις εθαύμασα,
κ. εκδότα, την σοφίαν και ακόμη περισσότερον το θάρρος των λογίων και προ
πάντων των εφημεριδογράφων της πρωτευούσης σας, οι οποίοι, χωρίς ανάγκην
άλλου βοηθήματος, όσα λέγουν τα λαμβάνουν από την πάνσοφον κεφαλήν των.
Ομιλούν περί ιστορίας χωρίς να φέρουν ούτε μαρτυρίαν, περί συντάγματος και
πολιτείας, εκβολάδων και θανατικής ποινής, ηθικότητος και φιλολογίας χωρίς
ποτέ να καταδεχθουν να εξετάσουν αν ωμίλησαν και άλλοι δια τοιούτου είδους
πράγματα. Πρό μηνών ανεφέρετε με θαυμασμόν και απορίαν εις την αξιότιμον
εφημερίδα σας ότι ένας κάποιος Κ. Ρηγόπουλος, εμπνευσθείς υπό Πνεύματος
Αγίου, κατώρθωσε ν' ανασκευάση τον Pενάν χωpίς να τον αναγνώση. Το πράγμα
είναι καθ' εαυτό αξιοθαύμαστον, δεν λέγω το εναντίον, αλλά πολύ πλέον
αξιοθαύμαστα είναι ο θαυμασμός και η απορία σας, διότι τόσους πολλούς
Ρηγοπούλους βλέπετε καθ' ήμέραν, ώστε να είσθε προ καιρού συνειθισμένοι εις
τοιαύτα θαύματα. Ο παραμικρός των εφημεριδογράφων σας είναι εις το είδoς του
θεόπνευστος προφήτης, ομιλών καί αποφασίζων περί ,πραγμάτων τα οποία ποτέ
δεν έμαθε. Δεν ενθυμούμαι ποίος φιλόσoφος έλεγεν εις τους κατοίκους της
πρωτευούσης σας:
Ω Αθήνα, πρώτη χώρα,
τι γαϊδάρους τρέφεις τώρα!
αλλά το δίστιχον αυτό δεν μου φαίνεται σωστόν, πρώτον διότι δεν πρέπει να
υβρίζωμεν κανένα, και δεύτερον διότι αντί γαϊδάρους έπρεπεν ο ποιητής να
είπη προφήτας, θεοπνεύστους ανθρώπους, ικανούς να ομιλήσουν περί όλων των
γνωστών πραγμάτων και πολλών άλλων ακόμη, κατόχους πάσης σοφίας, χωρίς να
υπoπέσoυν εις το αμάρτημα να μασσήσουν τον απηγορευμένον της γνώσεως καρπόν.
Το κατ' εμέ τους ανθρώπους τούτους τους σέβομαι, τους μακαρίζω, τους θαυμάζω
ως σπάνια και περίεργα πλάσματα των οποίων το είδος εχάθη από όλα τα μέρη
του κόσμου, και σώζεται εις μόνην την Ελλάδα' αλλά να τους μιμηθώ ούτε
δύναμαι ούτε τολμώ. Καθώς δεν ημπορώ να περιπατήσω χωρίς δεκανίκια, ούτω και
χωρίς βιβλία αδύνατον μου είναι να συλλογιστώ. Πριν αποφασίσω να είπω την
γνώμην μου περί οποίου δήποτε ζητήματος, θέλω να ηξεύρω τι εστοχάζοντο περί
αυτού ο Αριστοτέλης, ο Κάντ και ο Έγελ, αν ήτο το πράγμα φιλοσοφικόν, ο Άγ.
Βασίλειος, ο Λούθηρος και ο Ρενάν, αν πρόκειται περί θεολογίας, ο Αθήναιος
και ο Σαβαρέν, αν είναι ο λόγος περί μαγειρικής. Ο τρόπος αυτός μου φαίνεται
ο φρονιμώτερος και ο ασφαλέστερος δια τους ανθρώπους εις τους οποίους δεν
εχάρισεν ο Θεός παρά μόνον μυελόν και βιβλία' ο δέ άλλος τρόπος, να λέγω
δηλαδή ο καθείς την γνώμην του χωρίς να φροντίζω περί του τι είπαν οι άλλοι,
αρμόζει εις μόνους τους μεγαλοφυείς άνδρας και τους τρελλούς. Η μεγαλοφυία
και η τρέλλα κατά την γνώμην πολλών φυσιολόγων είναι αδελφαί και ως τοιαύται
έχουν τα ίδια προνόμια' λέγουν ό,τι θέλουν και αι αποφάσεις των είναι
χρησμοί Πυθίας, η οποία καθώς διηγούνται πολλοί αρχαίοι, έπασχε και εκείνη
από εν είδος τρέλλας, όταν εχρησμοδότει. Αλλ' οπωσδήποτε, όσον μεγάλα και αν
υποθέσωμεν τα προνόμια των μεγαλοφυών ανθρώπων και των τρελλών, νομίζω ούχ
ήττον (συγχωρήσατε την ελληνικούραν) ότι πολλοί των συναδέλφων σας,
ομιλούντες περί ήθικης, εξεπήδησαν ολίγον τα όρια της συγχωρημένης...
πρωτοτυπίας. Ούτω Π.χ. ο «Χάρτης» αφού ανύψωσεν έως εις τα άστρα την ευφυίαν,
την γλαφυρότητα, την αττικήν χάριν, και τ' άλλα προτερήματα του συγγραφέως
της «Ιωάννας», κατηγορεί έπειτα αυτόν διότι εισήγαγεν εις την Ελλάδα τον
άσεμνον ρωμαντισμόν των Φράγκων, του οποίου ιδρυταί είναι, κατά τον «Χάρτην»
ο «Πιρόν και ο Παρνύ», ενώ οι άνθρωποι αυτοί ήσαν αποθαμμένοι προ πολλού,
όταν ο Ουγκώ και οι σύντροφοί του εφευρήκαν τον ρωμαντισμόν. Παρακάτω
ευρίσκομεν ότι ο Ναπολέων εκάλλυνε την δύναμιν της ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, και επί
τέλους φαντάζεται ο αρθογράφος τον συγγραφέα γελώντα εις την ανάγνωσιν του
άρθρου του – τούτο δεν δυσκολεύομαι να το πιστεύσω, εκτός αν πάσχη ο κ.
Ροiδης από χρονικήν υποχονδρίαν. Μετά τον «Χάρτην» ήνοιξα τον «Εθνοφύλακα»,
ο οποίος εύχεται να «επανέλθη η Εκκλησία εις την εποχήν των μαρτύρων»! Τούτο
το νομίζω οπωσούν δυσκολοκατόρθωτον' πιστεύω ακόμη ότι, αν επρότειναν εις
τον αξιότιμον συντάκτην κ. Αναγνωστόπουλον να τον κάμουν μάρτυρα, να τον
βράσουν δηλαδή, να τον σουβλίσουν ή να τον τηγανίσουν, ήθελεν ειπεί όχι.
Κατωτέρω ο ίδιος αρθρογράφος βεβαιώνει ότι «αι νεώτεραι κοινωνίαι έστρεψαν
τα νώτα μετά βδελυγμίας εις πάσαν αντιχριστιανικήν ιδέαν». Άμποτε να ήτο
τούτο αλήθεια' αλλά κατά δυστυχίαν αι νεώτεραι κοινωνίαι εξαντλούν δεκαεπτά
εκδόσεις, του Ρενάν και αι αντίθρησκοι φωναί των είναι τόσον δυναταί, ώστε
ακούονται έως το Αγρίνι. Ανέγνωσα και τα άρθρα της «Αυγής» σας ο συντάκτης
λέγει ότι η «Ιωάννα» έχει «το προτέρημα να τον κρατή ώρας ολοκλήρους επ'
αυτής ανυπόμονον να εμκμυζήση τα πολλά θέλγητρά της», και παρακάτω ότι είναι
βιβλίον «βορβορώδες καί αηδές»' αι δύο αύται φράσεις δεν σας φαίνονται
ολίγον αντιφατικαί; Ένας άλλος δημοσιογράφος συγχίζει τον αρχαίον φιλόσοφον
Πύρρωνα, τον οποίον αναφέρει ο συγγραφεύς, με τον Γάλλον ποιητήν Πιρόν,
πιστεύων, φαίνεται, εις την μετεμψύχωσιν' άλλος πάλιν... Αλλά αγρινιώτικη
απλότης είναι το να κάθημαι να θαυμάζω τας πρωτοτυπίας των δημοσιογράφων
σας, το αυτό σχεδόν πράγμα ωσάν να εθαύμαζα την αλμύρα της θαλάσσης, τα
βώδια ότι έχουν κέρατα ή τα πτερά των πουλιών, ο καθείς θα με επερίπαιζε διά
την ανακάλυψιν και θα είχε δίκαιον. Μίαν μόνην συμβουλήν θα μου συγχωρήσετε
κ. εκδότα, να δώσω εις τους συναδέλφους σας, την οποίαν, αν ακολουθήσουν, θα
γίνουν άτρωτοι ως ο Αχιλλεύς. Η συνταγή είναι εύκολος, συνίσταται εις το ν’
αποφεύγουν ως πονηρούς σκοπέλους τα γεγονότα και τα κύρια ονόματα, να μη
ταράττουν την ησυχίαν του Πύρρονος, του Πιρόν καο Βοναπάρτε, αλλά να
μιμούνται το καλόν παράδειγμα της «Αληθείας», ήτις επήνεσε την «Ιωάνναv» διά
το άσπρο της χαρτί και το βαθύ μελάνι. Όταν δε θέλουν να κατηγορήσουν, τότε
να λαμβάνουν ως πρότυπον καο υπογραμμόν τον Άγιον Καρυστίας, όστις με
ευαγγελικήν πραότητα δεν ονόμασε τον συγγραφέα της Παπίσσης παρά μόνον
«όργανον του Σατανά, έχιδναν, κακοήθη κακούργον», ή τον αξιότιμον συντάκτην
του "Ανατολικού Αστέρος» κ. Καλαπόδην, Καλαποδάκην, δεν ενθυμούμαι καλά τό
όνομά του, ο οποίος ωνόμασε το βιβλίον ατιμωτικόν. Και επειδή έτυχε περί
καλαποδίων ο λόγος, ταύτα με έθύμισαν τα υποδήματα, την φράσιν δηλαδή ενός
φίλου μου, όστις διίσχυρίζετο προχθές εις τό καφφενείον του Σπυροπούλου, ότι
ο ωφελιμώτερος τρόπος να μεταχειρίζωνται μερικοί άνθρωποι το μελάνι των θα
ήτο αν εμαύριζαν μ' αυτό τα υποδήματά των.
Αλλ' η επιστολή μου καταντά πολύ εκτεταμένη, ενώ αι στήλαι της εφημερίδος
σας είναι δωρικού ρυθμού, ήγουν κονταί και δυσανάλογοι με την γεροντικήν μου
πολυλογίαν. Αφίνων λοιπόν δι' άλλη φοράν την εξακολούθησιν ή μάλλον την
αρχήν των όσα είχα να σας είπω περί ηθικής, σας παρακαλώ να με πιστεύετε
δούλον και συνδρομητήν σας.
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΥΡΛΗΣ
|
 |
Σημείωση: Το 1866 εκδίδεται στην
Αθήνα ένα βιβλίο που έμελλε να ταράξει τα νερά των λογοτεχνικών κύκλων
της εποχής και να φέρει φουρτούνα στους εκκλησιαστικούς. Η Πάπισσα
Ιωάννα του Εμμανουήλ Ροΐδη, ένα βιβλίο το οποίο επιγράφεται ως
Μεσαιωνική Μελέτη και βρίθει παραπομπών και υποσημειώσεων, είναι στην
ουσία ένα σατυρικό μυθιστόρημα που, σύμφωνα με τον καθηγητή λογοτεχνίας
κύριο Δημήτρη Δημηρούλη, υπονομεύει τόσο το λογοτεχνικό θεσμό όσο και
τις κοινωνικές συμβάσεις. Το βιβλίο αυτό αναφέρεται στη νόθα κόρη μιας
χηνοβοσκού που με ένα σωρό δολοπλοκίες φτάνει τελικά στο ύπατο αξίωμα
της Καθολικής εκκλησίας. Γίνεται Πάπας –Πάπισσα δηλαδή, κρύβοντας το
φύλο της, και πεθαίνει με τον πλέον σκανδαλιστικό τρόπο φέρνοντας στον
κόσμο το παιδί του εραστή της μπροστά στα μάτια του χριστεπώνυμου
πλήθους που περιμένει την ευλογία του Ποντίφικα.
Ο Ροΐδης δεν χάνει την ευκαιρία να ειρωνευτεί την ανηθικότητα και την
υποκρισία του κλήρου, αυτού του βυθισμένου στην αμαρτία που άλλο δεν
κάνει παρά να καλοπερνά και να στηλιτεύει τα δήθεν ανομήματα των
καθημερινών ανθρώπων. Η εκκλησία αντιδρά μανιασμένα, ζητά την επέμβαση
του εισαγγελέα, αποκηρύσσει το σατανικό βιβλίο και κηρύττει αφορεσμένους
όσους τολμήσουν να το διαβάσουν. Υπάρχει μια ασάφεια σχετικά με το αν
αφορίστηκε και ο ίδιος ο Ροΐδης για μικρό χρονικό διάστημα πριν
ανακληθεί ο αφορισμός του, ή αν τελικά δεν αφορίστηκε καθόλου, το βέβαιο
όμως είναι ότι πολεμήθηκε πολύ σκληρά από τους εκκλησιαστικούς άρχοντες.
Ο Ροΐδης αντιδρά στον πόλεμο που δέχεται, αφενός με μια άμεση επιστολή
προς απάντηση της εγκυκλίου της Ιεράς Συνόδου Περί αποκηρύξεως Βλάσφημου
και Κακοήθους Βιβλίου, και με τις Επιστολές Αγρινιώτου, τέσσερις
επιστολές τις οποίες υπογράφει ως Διονύσιος Σουρλής και οι οποίες
αποτελούν ένα καταπληκτικό δείγμα της γραφής του Ροΐδη, σαρκαστικές,
δεικτικές, καυστικές και πανέξυπνες. Με το θαυμάσιο ύφος του, και με
όπλο μια τεράστια βιβλιογραφία απ’ όπου αντλεί παραπομπές που
υποστηρίζουν τις θέσεις του, ο Ροΐδης δεν αφήνει πέτρα πάνω στην πέτρα.
Υπερασπίζεται την ελευθερία του λόγου, το δικαίωμα του στην αδέσμευτη
έκφραση και πάνω απ’ όλα κατατροπώνει τους υποκριτές ιεράρχες με τον
πλέον δηκτικό τρόπο. Κλείνοντας την Απάντηση του προς την εγκύκλιο της
Ιεράς Συνόδου, και αφού έχει σχολιάσει τον θρησκευτικό μεσαίωνα που
επιδιώκει να διατηρήσει η εκκλησία, γράφει: «ο καιρός ίσως δεν είναι
μακράν ότε θα είπωσι και οι Έλληνες: Δεν θέλομεν πλέον να ήμεθα
Βυζαντινοί αλλά Χριστιανοί! και τότε άγιοι μου Πατέρες, όταν η ηώς αυτή
και εφ’ ημάς ανατείλη, αν επιμένετε ακόμη θεωρούντες ως καταχθόνιον
δαίμονα τον συγγραφέα της Ιωάννας, θέλετε αναγκασθή τουλάχιστον αντί
Σατανά ονομάσετε αυτόν Εωσφόρον».
Εβίτα Λύκου
|