Μανώλης Καλομοίρης


*Ο Νίκος Μαλιάρας (συγγραφέας του διπλανού άρθρου) γεννήθηκε στην Αθήνα το 1959. Σπούδασε Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και έλαβε το πτυχίο του Τμήματος Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών τον Απρίλιο του 1983, ενώ το 1982 έλαβε το πτυχίο Πιάνου από το Εθνικό Ωδείο Αθηνών, τάξη Κρινώς και Χαράς Καλομοίρη.
Το φθινόπωρο του 1983 εγκαταστάθηκε στο Μόναχο για μεταπτυχιακές σπουδές Βυζαντινής Φιλολογίας και Ιστορίας, Μουσικολογίας και Μουσικοπαιδαγωγικών. Οι σπουδές του ολοκληρώθηκαν με τη λήψη πτυχίου Μ.Α. το 1988 και διδακτορικού διπλώματος το 1990. Η διδακτορική του διατριβή, με θέμα το βυζαντινό πολύαυλο όργανο, εντάχθηκε τιμητικά στις εκδόσεις του Πανεπιστημίου και αντιμετωπίστηκε πολύ ευνοϊκά από τη διεθνή βιβλιοκριτική. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Γερμανία, υπηρέτησε και ως επιστημονικός συνεργάτης του Πανεπιστημίου του Μονάχου.
Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, από το 1992 ως το 1995 υπηρέτησε ως ειδικός επιστήμων Μουσικολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, ενώ από το 1995 διδάσκει Ιστορία της Μουσικής, Μουσική Ανάλυση και Ιστορία των Μουσικών Οργάνων ως λέκτορας στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Έχει δημοσιεύσει πολλά άρθρα και κείμενα σε ελληνικά και διεθνή επιστημονικά περιοδικά, σε τέσσερις γλώσσες, έχει συμμετάσχει σε διεθνή συνέδρια στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ενώ από το 1992 είναι μόνιμος συνεργάτης και επιμελητής εκδόσεων του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, όπου έχει δημοσιεύσει πολλές μελέτες του. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στη μελέτη της μουσικής του Μανώλη Καλομοίρη και άλλων εκπροσώπων της Εθνικής Σχολής, καθώς και στην εξερεύνηση τον πεδίου της βυζαντινής κοσμικής μουσικής και των μουσικών οργάνων μέσα από τις ιστορικές, φιλολογικές και αρχαιολογικές πηγές.

 

 

 

 

Όταν ο Μανώλης Καλομοίρης μελοποιεί  Κωνσταντίνο Χατζόπουλο

ΚΥΚΛΟΙ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ: "ΒΡΑΔΥΝΟΙ ΘΡΥΛΟΙ" ΚΑΙ "ΠΕΡΑΣΕΣ"

(του Νίκου Μαλιάρα*)

 Οι δύο αυτοί κύκλοι  τραγουδιών ("βραδυνοί θρύλοι" και "πέρασες") του Μανώλη Καλομοίρη κατέχουν μιαν ιδιαίτερη θέση στο έργο του. Πρόκειται για τις μοναδικές σειρές ποιημάτων του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου που επεξεργάστηκε ο Καλομοίρης. Όπως είναι γνωστό, η νεοελληνική ποίηση και οι λογοτεχνία γενικότερα αποτέλεσε για το συνθέτη ένα από τα σημαντικότερα ερεθίσματα της έμπνευσής του και πολυάριθμοι είναι οι κύκλοι τραγουδιών, αλλά και οι άλλες συνθέσεις που βασίζονται σ' αυτήν. Όμως, οι περισσότερες από τις συνθέσεις αυτές βασίζονται κατά κύριο λόγο στην ποίηση του Κωστή Παλαμά, ο οποίος, όπως και αλλού στο τεύχος αυτό σημειώνεται, υπήρξε για τον Καλομοίρη ένα από τα ινδάλματα και τους καθοριστικότερους παράγοντες για τη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής του προσωπικότητας. Η ποίηση του Παλαμά, όπως και εκείνη πολλών άλλων ποιητών με τους οποίους καταπιάστηκε ο Καλομοίρης (όπως, π.χ. του Σικελιανού) χαρακτηρίζεται από ένα συγκεκριμένο ύφος, τόσο ως προς τη γλώσσα όσο και ως προς το περιεχόμενο. Το ύφος αυτό είναι κατά κανόνα εξωστρεφές, μεγαλόπρεπο και μεγαλόστομο, "σε μείζονα τρόπο" όπως κάποιοι μελετητές, υιοθετώντας μουσικήν ορολογία, σημειώνουν.

Η περίπτωση των ποιημάτων του Χατζόπουλου, όμως, είναι μια από τις λίγες φορές, που ο συνθέτης καταπιάνεται με ένα εντελώς διαφορετικό ύφος ποίησης. Ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος έχει τοποθετηθεί από τους ειδικούς της λογοτεχνίας στη χορεία των συμβολιστών ποιητών, που χαρακτηρίζονται από ένα τόνο απαισιόδοξο, σκοτεινό, και μια διάθεση παραίτησης από τη ζωή και τις χαρές της. Το χαρακτηριστικό του είναι μια ακραία εσωστρεφής διάθεση, που αγγίζει τα όρια του εσωτερικού μονολόγου. Αντίθετα από τον πλούσιο λεκτικό χείμαρρο και την ευρηματικότητα του γλωσσοπλάστη Παλαμά, η τεχνική του Χατζόπουλου μεταχειρίζεται πολύ λίγες λέξεις, που επαναλαμβάνονται και αλλάζουν διαρκώς έννοιες και αποχρώσεις ανάλογα με το περιβάλλον που βρίσκονται και την εξέλιξη του ποιήματος. Και αντίθετα προς τον πλούτο των πτυχών της ανθρώπινης ζωής με τις οποίες καταπιάνεται ο Παλαμάς, ο Χατζόπουλος περιορίζει τη θεματολογία του στα μοτίβα του αποτυχημένου, του απογοητευμένου ή του παρωχημένου έρωτα και των μελαγχολικών νοσταλγικών ή και αυτοκαταστροφικών συναισθημάτων που προέρχονται απ' αυτόν. Τα θέματα όμως αυτά δεν διατυπώνονται καθαρά, αλλά απλώς υποβάλλονται, διαχέονται μέσα από ακαθόριστες εικόνες και ήπιες, σχεδόν ουδέτερες λέξεις.

Οι δύο προκείμενοι κύκλοι τραγουδιών του Καλομοίρη αντλούν το κείμενό τους από την ίδια συλλογή ποιημάτων του Χατζόπουλου, με τον γενικό τίτλο "Βραδυνοί Θρύλοι", ένα υποσύνολο της οποίας είναι η σειρά "Πέρασες", που αποτελεί τον δεύτερο κύκλο του Καλομοίρη. Η συλλογή εκδόθηκε από τον Χατζόπουλο το 1920, λίγους μήνες προ του θανάτου του ποιητή, που επήλθε την ίδια εκείνη χρονιά. Το γεγονός δεν πρέπει να άφησε ανεπηρέαστο τον Καλομοίρη, που είδε στη συλλογή αυτή, που χαρακτηρίζεται από θολή και ομιχλώδη ατμόσφαιρα και εξαιρετικά απαισιόδοξη διάθεση, και που ακολουθήθηκε από τον θάνατο του ποιητή, ένα μήνυμα της μοίρας.

Και οι δύο κύκλοι κατατάσσονται χρονικά και υφολογικά στην περίοδο της δεκαετίας του 1940 και είναι επηρεασμένοι από το γενικότερο κλίμα του Πολέμου, της Κατοχής, της Αντίστασης αλλα και των έντονων πολιτικών παθών που ακολούθησαν. Είναι η εποχή που ο συνθέτης μελοποιεί περισσότερη ελληνική ποίηση από οποιαδήποτε άλλη περίοδο της σταδιοδρομίας του, καταπιάνεται όμως επίσης και με μεγάλα συμφωνικά έργα και όπερες, πολλά από τα οποία έχουν ως κεντρική ιδέα ή κίνητρο της σύνθεσής τους το θέμα της ηρωικής αντίστασης ενάντια στον κατακτητή.

Ο πρώτος κύκλος, "Βραδυνοί Θρύλοι", γράφτηκε από τον Καλομοίρη τους τελευταίους μήνες του 1940, εκδόθηκε από τον Οίκο "Κωνσταντινίδη" και επεξεργάζεται δέκα ποιήματα του Χατζόπουλου, στα οποία ο συνθέτης προτάσσει ένα δικό του, με τίτλο "Αφιέρωμα (σε κείνην που δεν τα τραγούδησε)". Είναι το μόνο από τα τραγούδια αυτού του κύκλου που δεν φέρει ιδιόχειρη ημερομηνία σύνθεσης (γράφτηκε όμως τον Φεβρουάριο του 1941), αφού όλα τα άλλα χρονολογούνται επακριβώς από το συνθέτη, με ημερομηνία και έτος, ξεκινώντας από τις 29 του Σταυρού (Σεπτεμβρίου) 1940 για το πρώτο και 31 του Χριστού (Δεκεμβρίου) 1940 - 1η τ' Άη Βασίλη (Ιανουαρίου) 1941. Άρα όλα τοποθετούνται στο τελευταίο τρίμηνο του 1940, της πρωτοχρονιάς του 1941 συμπεριλαμβανομένης, και η σύνθεσή του ξεκίνησε ένα μήνα πριν την Ιταλική εισβολή της 28ης Οκτωβρίου 1940 και ολοκληρώθηκε διαρκούντος ακόμη του Ελληνοϊταλικού πολέμου στα βουνά της Αλβανίας. Αν κρίνει κανείς μόνο από το ύφος των τραγουδιών αυτών, θάλεγε ότι ο Καλομοίρης παρατηρεί μόνο εξ αποστάσεως τα σημαντικά γεγονότα που διαδραματίζονται στη διάρκεια των μηνών αυτών, χωρίς να τον επηρεάζουν καίρια. Αυτό όμως δεν είναι αλήθεια, αφού η επιλογή των ποιημάτων αυτών από τον Καλομοίρη έχει άλλο κίνητρο, και συγκεκριμένα τον ανεκπλήρωτο έρωτά του για μια νεαρή τραγουδίστρια και τα μελαγχολικά συναισθήματα που πεοέκυψαν από αυτόν. Περισσότερο ίσως από πολλούς άλλους κύκλους τραγουδιών, η σειρά αυτή των συνθέσεων χαρακτηρίζονται από ένα εναίο ύφος, που καθορίζεται βέβαια από το ίδιο το κείμενο. Πράγματι, όλα τα τραγούδια κινούνται σε μια μέτρια ή σχετικά αργή κίνηση, χωρίς όμως ακρότητες προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, με τα περισσότερα να φέρουν την οδηγία Moderato (μέτρια), Lento (αργά), ή Andantino (σε ρυθμό βαδίσματος). Εξαίρεση αποτελούν δύο τραγούδια με επιγραφή Agitato (με ανήσυχη ενέργεια), το "Έτρεμε ένα βράδυ" και το "Σε αγάπησα τόσο", τραγούδια που εκφράζουν σπαραγμό και απελπισία. Η τεχνική σύνθεσης της μελοποίησης των τραγουδιών είναι μη στροφική, δεν ακολουθεί δηλαδή την ποιητική φόρμα αλλα περισσότερο το περιεχόμενο του λόγου και το κλίμα και την ατμόσφαιρα που αυτό δημιουργεί. Η συνοδεία του πιάνου τονίζει και υπογραμμίζει το απαισιόδοξο συναισθηματικό περιεχόμενο της ποίησης και χρησιμεύει για να υπενθυμίσει στον ακροατή ανάλογες εμπειρίες και να του διεγείρει ανάλογα συναισθήματα. Ταυτόχρονα όμως "ζωγραφίζει" με ήχους διάφορες εικόνες από αυτές που περιγράφονται, ή, καλύτερα, υποβάλλονται, στο κείμενο. Η μελωδική γραμμή του τραγουδιού είναι ελεύθερη, ευκίνητη, ρέει αβίαστα και φυσιολογικά, βοηθώντας να δημιουργηθεί μια από τις ευτυχέστερες συνθετικές στιγμές του Καλομοίρη στον τομέα του τραγουδιού με συνοδεία πιάνου.

Ο τομέας ακριβώς αυτός, της μουσικής που απορρέει από το ποιητικό κείμενο, που εξαρτάται από αυτό, αλλά και που το συμπληρώνει για να του δώσει μιαν έκφραση πιο δυνατή, πιο πλήρη, είναι που ο Καλομοίρης βρίσκεται σε πολύ οικείο περιβάλλον. Παρόλο που ο ίδιος ενδιαφερόταν ιδιαίτερα να συνθέσει μεγάλης κλίμακας συμφωνικά ή οπερατικά έργα και να τα προωθήσει, εν τούτοις θάλεγε κανείς πως βρίσκεται πιο κοντά στον εαυτό του, όταν καταπιάνεται με τη σύνθεση μουσικής με ποίηση, σε μικρές μικρογραφίες, πολλές από τις οποίες μπορούν ανεπιφύλακτα να χαρακτηριστούν αριστουργήματα. Τόσο όταν χρησιμοποιεί το σεμνό ήχο του "δικού" του οργάνου, του πιάνου, όσο και όταν εμπιστεύεται την πλούσια έμπνευσή του στην πλατιά ηχοχρωματική παλέτα της ορχήστρας, η ευαισθησία και η ευρηματικότητά του είναι εφάμιλλη των μεγαλύτερων συνθετών του ευρωπαϊκού μουσικού πολιτισμού.

Τέτοιες μουσικές μινιατούρες είναι και τα τραγούδια του κύκλου "Πέρασες" του ίδιου Ποιητή, που μελοποιούν μιαν ακόμη σειρά ποιημάτων από την ίδια ποιητική συλλογή. Η σειρά αυτή, περισσότερο ακόμη από την προηγούμενη, δίνει την εντύπωση όχι πολλών, αλλά ενός μόνο ποιήματος σε συνεχή λόγο, και με συνέχεια συναισθηματικού περιεχομένου. Με ανάλογο τρόπο τα αντιμετωπίζει και ο Καλομοίρης, που δημιουργεί σύντομες συνθέσεις πάνω στα ολιγόστιχα και ολιγόλογα αυτά ποιήματα. Κάθε μια από τις συνθέσεις αυτές δείχνουν να είναι δημιουργήματα στιγμιαίας έμπνευσης μιας μόνο ημέρας, εκείνης που αναγράφεται στο τέλος κάθε τραγουδιού ως ημερομηνία σύνθεσης. Περισσότερο ακόμη και από τους "Βραδυνούς Θρύλους", τα τραγούδια αυτά δίνουν την εντύπωση μιας σύντομης κι ενιαίας ιδέας, που αποτυπώθηκε στο χαρτί μέσα σε λίγα μόνο λεπτά και την οποία ο συνθέτης δεν θέλησε να "νοθεύσει" με το να καταπιαστεί πάλι μαζί της σε μεταγενέστερη στιγμή, παρά την άφησε να στέκει έτσι, όπως την πρώτη στιγμή την εμπνεύστηκε. Όπως γνωρίζουμε, δεν είναι αυτή μια πάγια τακτική του Καλομοίρη, ο οποίος, συνήθως επανερχόταν πολλές φορές για να επανεξετάσει, να τροποποιήσει και να βελτιώσει τα έργα του (γι' αυτό και για τα περισσότερα υπάρχουν πολλές ημερομηνίες σύνθεσης και επεξεργασίας). Αυτό δίνει στον κύκλο μια αμεσότητα έκφρασης νεανική, που δύσκολα θα μπορούσαμε να φανταστούμε από άλλο συνθέτη αυτής της ηλικίας. Το ύφος και η τεχνική σύνθεσης δεν διαφέρει από όσα σημειώσαμε παραπάνω για τους "Βραδυνούς Θρύλους", αφού κι εδώ έχουμε τραγούδια σε μέτρια ή αργή κίνηση, με λίγες εξαιρέσεις, και ελεύθερη γραμμή τόσο της μελωδίας του τραγουδιστή όσο και της πιανιστικής συνοδείας.

Η σύνθεση του κύκλου "Πέρασες" έγινε τους μήνες Οκτώβρη και Νοέμβρη του 1946, με εξαίρεση του πρώτο τραγούδι, που φέρει ημερομηνία 7 Τ' Αη-Δημήτρη (Οκτωβρίου) 1942. Τα τραγούδια, που είναι αφιερωμένα στην Νίνα Αραβαντινού, εκδόθηκαν από τον Οίκο Γαϊτάνου το 1950.

 

KEIMENA:

Κείμενα Ιστορίας
Πρόσωπα & Πράγματα
Πεζογραφία
Ποίηση
Παραδόσεις & Έθιμα
Ταξιδεύοντας

 

Index....
Πρόσωπα & Πράγματα

Κ. Στεργιόπουλου:  "Η Κινέζικη ποίηση και η περίπτωση του Π. Δήμα"

Κ. Τριανταφυλλίδη: "Ο Κ. Χατζόπουλος και το πνεύμα της μουσικής"

Κωνσταντίνα Μπάδα: "Οι καπνεργάτριες του Αγρινίου"

Γεωρ. Μεταλληνού: "Κοσμάς ο Αιτωλός"

Γιάννη Βλασόπουλου: "Κ. Χατζόπουλος,  ως δικηγόρος Αγρινίου"

Μάρκου Γκιόλια: "Κωνσταντίνος Χατζόπουλος"

Γιάννη Βλασόπουλου: "Πέτρου Δήμα: Ολίγο φως και μακρινό..."

Γιάννη Βλασόπουλου: "Η ελευθερία του λόγου..."

Ντίνου Χριστιανόπουλου: "Ένα περιστατικό με τον Θανάση Κυριαζή"

Έρη Σταυροπούλου: Όψεις του γενεθλίου τόπου στη λογοτεχνία του Κ. Χατζόπουλου

Χρυσούλας Σπυρέλη: ΑΘ. Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ, Ένας Ρουμελιώτης ποιητής του Μεσοπολέμου

Γιάννη Βλασόπουλου: Η θεατρική performance και η Κάτια Γέρου

Κώστα Τριανταφυλλίδη: "Η Ποίηση της πέτρας"

Γερ. Παπατρέχα: Ο βελανιδώνας Ξηρομέρου

Μεταξούλας Μανικάρου: Τα "Αιτωλικά Γράμματα" και ο Μάρκος Γκιόλιας

Χρυσούλα Σπυρέλη: Θ. Παπαθανασόπουλος Αγρίνιο 1948

Χρυσούλας Σπυρέλη: Ο Χρήστος Τζούλης και το περιοδικό Διαλεκτική στο Αγρίνιο (πρώτη περίοδος)

Χρυσούλας Σπυρέλη: Ο Ποιητής Γιάννης Νικάνθης (Γιάννης Κουφός) 

Ν. Μαλιάρα: Όταν ο Μανώλης Καλομοίρης μελοποιεί Κωνσταντίνο Χατζόπουλο

 

Νέα Εποχή 2006 

Πρώτη σελίδα | Μνήμες | Εικόνες | Αξιοθέατα | Γειτονιές