Προβληματισμοί

Xαρίδημου. K. Tσούκα:

To ήθος της διαψευσιμότητας

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΚΗ επίθεση στους δίδuμoυς πύργους της Νέας Υόρκης και στο αμερικανικό Πεντάγωνο, στις 11 Σεπτεμβρίoυ 2001, αρκετοί πολιτικοί ηγέτες των ΗΠΑ και της ΕΕ επισήμαναν πόσο ευάλωτες, τελικά, είναι οι «ανοιχτές κοινωνίες» της Δύσης σε κάθε λογής τρομοκράτες. Ο πολυπολιτισμικός χαρακτήρας των δυτικών κοινωνιών, τα ανοιχτά σύνορα και η ανοχή σε «εκκεντρικές» πολιτικές συμπεριφορές καθιστούν αρκετά δύσκολη την αποτελεσματική αστυνόμευσή τους.

Ο όρος «ανοιχτή κοινωνία» εμφανίσθηκε πρώτη φορά στο πολιτικό λεξιλόγιο των δυτικών δημοκρατιών το 1945, με τη δημοσίευση του κλασικού πλέον βιβλίου του Καρλ Πόπερ «Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της». Σύμφωνα με τον βιεννέζο φιλόσοφο, ο καλύτερος μηχανισμός διόρθωσης λαθών είναι η κριτική αναζήτηση: διατυπώνουμε ισχυρισμούς και τους θέτουμε, αφενός μεν, στην κρίση των άλλων, αφετέρου δε, τους ελέγχουμε με βάση τα δεδομένα της πραγματικότητας. Για τον Πόπερ, όπως άλλωστε και για άλλους μεγάλους βιεννέζους στοχαστές, όπως ο Βον Μάιζες, ο Χάγιεκ και ο Φρόιντ, η σημαντικότερη πτυχή της ανθρώπινης κατάστασης είναι η ατελής φύση της γνώσης. Η μετριοπάθεια που χαρακτηρίζει το έργο του Πόπερ προέρχεται ακριβώς από τη διαπίστωση για το πόσο λίγα γνωρίζουμε και από το πόσο προσεκτικοί, κατά συνέπεια, πρέπει να είμαστε στους γνωσιακούς και πολιτικούς ισχυρισμούς που προβάλλουμε.

Το ήθος της επιστημονικής αναζήτησης δεν ήταν για τον Πόπερ απλώς μια συγκεκριμένη επαγγελματική νοοτροπία (των επιστημόνων), αλλά, όπως τονίζει ο εγκυρότερος μελετητής (και πρώην μαθητής) του Πόπερ στην Ελλάδα, Δ. Δημητράκος (βλ.«Το Βήμα», 18.8.2002), αποτέλεσε το πρότυπο για την έλλογη οργάνωση της κοινωνίας. οι έννοιες τou «Κριτικού ορθολογισμού» και της «ανοιχτής κοινωνίας», τις οποίες πρώτος ο Πόπερ εισήγαγε, τονίζουν ακριβώς τη σημασία της αναθεώρησης των πεποιθήσεων στις ανθρώπινες υποθέσεις. ο κριτικός ορθολογιστής πιστεύει, μεν, στον Λόγο, έχει όμως επίγνωση των ορίων του Λόγου ο Πόπερ δεν ασπάσθηκε ποτέ την αφελή πεποίθηση ότι ο Λόγος είναι παντοδύναμος. Η κριτική που ασκεί ο Πόπερ στον Μαρξ σχετίζεται ακριβώς με αυτό: ενώ και ο Μαρξ πιστεύει στον Λόγο, η αιτιοκρατική αντίληψή του για τον άνθρωπο - οι ανθρώπινες αντιλήψεις καθορίζονται από τα ταξικά συμφέροντα - και ο έντονος ιστορικισμός του - η πεποίθηση ότι οι ανθρώπινες κοινωνίες διέπονται από ιστορικούς νόμους - αναιρούν την ουσία του Λόγου: τη δημιουργική ανθρώπινη δράση. Όπως επανειλημμένα επισήμανε ο Κορνήλιος Καοτοριάδnς, η έλλογη δράση δεν είναι αιτιοκρατική, αλλά ουσιωδώς ποιητική - το μέλλον το δημιουργούμε, δεν το προβλέπουμε.

Η έντονα αντι-αιτιοκρατική στάση διαπερνά το σύνολο του Ποπεριανού έργου, εξ ου και η εναγώνια προσπάθειά του να αντιπαρατεθεί στον μαρξιστικό ιστορικισμό. Η ιστορία είναι δημιουργία, τονίζει, όχι αιτιοκρατική αλληλουχία σταδίων. Το μέλλον είναι ανοιχτό, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν γνωρίζουμε τι πρέπει να γνωρίζουμε προκειμένου να το προβλέψουμε. Η δημιουργία νέας γνώσης είναι ουσιωδώς απρόβλεπτη, καθότι αν γνωρίζαμε σήμερα αυτό που θα δημιουργήσουμε αύριο, τότε η δημιουργία αυτή θα ελάμβανε χώρα σήμερα και όχι αύριο.

Ο κριτικός ορθολογισμός ευδοκιμεί - και, με τη σειρά του, ενισχύει - μόνο στην «ανοιχτή κοινωνία». Η τελευταία εiναι κάτι παραπάνω από ένα ανοιχτό σύστημα - ένα σύστημα, δηλαδή, εντός του οποίου διακινούνται ιδέες και πληροφορίες, με διαπερατά σύνορα, σε αλληλεπίδραση με το περιβάλλον του. Η ανοιχτή κοινωνία είναι, πρωτίστως, μια κοινωνία η οποία έχει την ικανότητα να αυτομεταρρυθμίζεται - να αναθεωρεί τις αντιλήψεις της, να «αυτοθεσμίζεται» κατά την έκφραση του Καοτοριάδn. Πρόκειται για μια κοινωνία που πιστεύει στη διευθέτηση των διαφορών με ανταλλαγή επιχειρημάτων ( «πίστη στον λόγο, όχι στο ξίφος», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Πόπερ), στην αναθεώρηση απόψεων που η συζήτηση επιφέρει, στην έλλογη σχέση με την παράδοση. Η ανοιχτή κοινωνία δημιουργήθηκε στην κλασική Ελλάδα, συνεχίζει ο Πόπερ, τη στιγμή που ο άνθρωπος συνειδητοποίησε τον έλλογο χαρακτήρα του και αν1:ελήφθη ότι η πόλις συνιστά διαφορετική τάξη από την φύσιv. ότι τους νόμους της πόλεως, σε αντίθεση με τους νόμους mς φύσεως, τους θεσπίζουν και τους αναθεωρούν οι έλλογοι πολίτες. Η ανοιχτή κοινωνία συμβαδίζει με την ανάδυση ενός νέου ατομισμού κατά τον οποίον οι άνθρωποι επιλέγουν με ποιους ανθρώπους θα συνάψουν σχέσεις, ποιες απόψεις θα πρεσβεύουν, ποιοι θα είναι οι κυβερνήτες της πόλεως, πώς θα σχετίζονται με την παράδοσή τους.

Η συλλογικότητα που συνέχει την ανοιχτή κοινωνία είναι προϊόν έλλογης επιλογής, όχι τυφλής προσκόλλησης σε παραδεδεγμένες συνήθειες και δεδομένα βιολογικής καταγωγής. Η πόλις συνιστά συλλογική οντότητα στο μέτρο που τα μέλη της αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως πολίτες μέτοχοι στον «ξυνόν λόγον» που συνέχει την πολιτική ζωή και τους θεσμούς της και όχι ως άθροισμα ακοινώνητων ατομικοτήτων. Ο ατομισμός της ανοιχτής κοινωνίας προϋποθέτει τον δημόσιο χώρο της πόλεως, δεν αντιπαρατίθεται σε αυτόν.

Στην εσχατολογία των οπαδών του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού (και κάθε ουτοπικού πολιτικού σχεδίου), ο Πόπερ την ταπεινή «βήμα-προς-βήμα κοινωνική μηχανική» Μπορούμε να παρέμβουμε για να βελτιώσουμε την κοινωνία μας μας, διατείνεται, αλλά με μέτρο και προσοχή. Οι έλλογες παρεμβάσεις μας δεν πρέπει να αποσκοπούν στο να κάνουν τους ανθρώπους ευτυχισμένους, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν διαθέτουμε έναν καθολικώς αποδεκτό ορισμό της ανθρώπινης ευτυχίας και, σε κάθε περίmωση, όπως τονίζει ένας άλλος μεγάλος φιλόσοφος, ο Αϊζάια Μπερλίν, η ανθρώπινη ευτυχία συντίθεται από πολλές και αντικρουόμενες αξίες θέλουμε πολλά πράγματα συγχρόνως, τα οποία δυστυχώς συγκρούονται μεταξύ τους.

Αν και δεν γνωρίζουμε τι κάνει του ανθρώπους ευτυχείς, γνωρίζουμε ωστόσο, τι τους κάνει δυστυχείς. Οι έλλογες παρεμβάσεις μας, λοιπόν, πρέπει να αποσκοπούν στο να μειώσουν τη δυστυχία, όχι να αυξήσουν την ευτυχία. Ο «κοινωνικός μηχανικός» προτείνει μικρά κοινωνικά πειράματα, τα οποία δεν έχουν σκοπό να ανασχεδιάσουν συνολικά την κοινωνία, αλλά να μειώσουν (για την ακρίβεια, να διαχειρισθούν) τα επιμέρους προβλήματά της.

Το πρόβλημα των μαρξιστών εσχατολόγων (και κάθε λογής ουτοπιστών) είναι ότι ελαύνονται από το περίγραμμα μιας Ιδεώδους Κοινωνίας, το οποίο πασχίζουν με τη δράση τους να υλοποιήσουν. Τους διαφεύγει, όμως, το γεγονός της εγγενώς ατελούς γνώσης, την οποία οι άνθρωποι διαθέτουν: δεν μπορούμε να κατέχουμε την απαραίτητη γνώση για ένα τέτοιο γιγαντιαίο εγχείρημα, αφού δεν διαθέτουμε αντίστοιχη εμπειρία τέτοιων μεγάλων μεταβολών. Ακόμη και αν κοιτάζαμε προς τα πίσω, στην ιστορία, για να αποκομίσουμε αντίστοιχη γνώση, και πάλι η γνώση μας θα ήταν ατελής, αφού δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι σημαίνει να ζει κανείς σε κοινωνίες του παρελθόντος και ούτε μπορούμε να γνωρίζουμε επακριβώς τις διαδικασίες της ιστορικής μεταβολής. Αντιθέτως, ο «κοινωνικός μηχανικός» σχεδιάζει επιμέρους παρεμβάσεις, αποτιμά τη σχετική εμπειρία, εμπλουτίζει τη γνώση του, και βήμα-βήμα προχωρεί. Αν το συγκεκριμένο μοντέλο κράτους-πρόνοιας δεν μας αρέσει, μπορούμε να το αλλάξουμε, υπό το φως των εμπειριών που αποκομίσαμε από τη λειτουργία του. Το ίδιο ισχύει για το ασφαλιστικό σύστημα, τον τρόπο που οργανώνουμε την εκπαίδευσή μας, την οικονομία, κ.ο.κ. Ακόμη και αν κάνουμε λάθη, οι μικρής κλίμακος παρεμβάσεις μας επιφέρουν μικρές ζημίες αναθεωρούμε τις απόψεις μας και αναπροσαρμόζουμε τις πολιτικές μας.

Αν, όμως, το γιγαντιαίο πείραμα αλλαγής όλης της κοινωνίας αποτύχει, οι συνέπειες θα είναι καταστροφικές. Κοιτάξτε τις κατεστραμμένες κοινωνίες της πρώην κομμουνιστικής Ευρώπης και θα καταλάβετε τη βασιμότητα του Ποπεριανού συλλογισμού. Η ψευδο-συν-ολική επomεία της κοινωνίας και ο ολοκληρωτισμός έχουν στενή σχέση: αν έχεις την οίηση να πιστεύεις ότι γνωρίζεις τι κάνει τους ανθρώπους ευτυχισμένους και πώς να επιφέρεις την ευτυχία επί της Γης, εύκολα διολισθαίνεις σε βάρβαρες και τρομοκρατικές πράξεις όταν η κοινωνία δεν σε ακολουθεί. Ο φορέας της συνολικής γνώσης, βλέπετε, τίθεται αναγκαστικά υπεράνω όλων των άλλων , οι οποίοι διαθέτουν μόνο μερική γνώση και, ενδεχομένως, «ψευδή συνείδηση».

Αυτό που με έλκει περισσότερο στον Πόπερ δεν είναι μόνο η τόλμη του να υποστηρίξει αρκετά αντιδημοφιλείς απόψεις την εποχή που οι περισσότεροι δυτικοί διανοούμενοι υμνούσαν τον Στάλιν και τον Μάο (η περίmωση του Ζαν-Πολ Σαρτρ είναι χαρακτηριστική), αλλά ότι ήταν ένας από τους πρώτους στοχαστές που είδε ξεκάθαρα το σημαντικότερο όριο στην ανθρώπινη προσπάθεια για μια καλύτερη κοινωνία: την ατέλεια της γνώσης. Από εδώ πρoκύπτει τόσο η πολιτική μετριοπάθεια και ανοχή όσο και το συνακόλουθο ήθος της διαψευσιμότητας: οι απόψεις μας υπόκεινται σε διαρκή αναθεώρηση, οι πεποιθήσεις μας υφίστανται μεταλλάξεις στο πλαίσιο της ατελεύτητης διερώτησης που χαρακτηρίζει τις ανοιχτές κοινωνίες.

Την επόμενη φορά που η Αρχιεπισκοπή Αθηνών της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος θα «κηρύξει» ότι η ορθοδοξία είναι γενετικώς εγγεγραμμένη στο «γονιδίωμα των Ελλήνων» , ας έχουμε το κουράγιο να τους θυμίσουμε ότι δεν λένε απλώς ανοησίες, αλλά κάτι χειρότερο: υπερασπίζονται το ήθος της κλειστής κοινωνίας συγχέουν την πόλιν με την φύσιν. Την επόμενη φορά που διάφοροι φανατικοί ακροδεξιοί συγκεντρωθούν έξω από την Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών στη Θεσσαλονίκη να κραυγάσουν συνθήματα κατά ιστορικών και αρχαιολόγων ερευνητών , ας αποφύγουμε να τους χαρακτηρίσουμε ολιγοφρενείς. Είναι προτιμότερο οι αντιδράσεις τους να μας θυμίσουν ότι η νοσταλγία της ιδεολογικής θαλπωρής του μαγικού κόσμου της κλειστής κοινωνίας είναι μια βαθιά ανθρώπινη ανάγκη και ότι η ανοιχτή κοινωνία είναι ένα εύθραυστο πολιτισμικό κατόρθωμα.

"Όποιος έφαγε από το δένδρο της γνώσης», αναφέρει ο Πόπερ, «έχασε τον Παράδεισο. [...] Δεν υπάρχει επιστροφή σε μια αρμονική φυσική κατάσταση. Αν πάμε πίσω, τότε πρέπει να πάμε μέχρι τέλους να επιστρέψουμε στnν κατάσταση των ζώων». Οφείλουμε ευγνωμοσύνη στον μεγάλο βιεννέζο φιλόσοφο, ο οποίος, όσο κανένας άλλος στον 20ό αιώνα, έδωσε στη δημοκρατική Δύση το λεξιλόγιο να αντιπαρατεθεί, παλαιότερα, στην κομμουνιστική βαρβαρότητα και, τώρα, στη φονταμενταλιστική νοσταλγία των βεβαιοτήτων της κλειστής κοινωνίας.

-------------------------------

Άρθρο του Χ. Κ. Τσούκα, στον Οικ. Ταχυδρόμο της 21/12/2002