Πρόσωπα & Πράγματα:

Κώστα Τριανταφυλλίδη:

Κοσμάς ο Αιτωλός

το πυρ και η αναψυχή

Εικόνα του Κοσμά του Αιτωλού

α ' Ο λόγος και η σιωπή

Συλλογίζομαι κάποτε άν πλησιάζουμε τούς αγίους μέ τό λόγο μας ή, αντίθετα, άν προσεγγίζουμε τό μυστικό τους κάλλος με τή σιωπή. Καί λέω τή σιωπή, γιατί έχει κι εκείνη τήν έκφραστική της δύναμη. ’Όχι, βέβαια, ή κενή καί άγονη σιωπή — γιατί υπάρχει καί τέτοια- άλλά ή γόνιμη καί κατανυκτική, ή έμφορτη άπό κραδασμούς καί άπό άρρητη εσωτερική πείρα.

Τέτοια στοχάζομαι καί πάλι καθώς έπιχειρώ νά αρθρώσω δυό λόγια γιά τή μεγάλη καί συναρπαστική μορφή του πάτερ Κοσμά του Αίτωλοΰ.

Γιά τόν πάτερ Κοσμά έχουν γράψει πολλοί καί πολλά.1 Άπό τότε πού χαράχτηκε ή πρώτη του «ένθύμηση» (1765) ως τά σήμερα, πυργώνεται μιά «φιλολογία», πού προσπαθεί νά άνεύρει τά καθέκαστα της άφυπνιστικής του δράσης καί νά προβάλει τά στοι­χεία της μοναδικότητας του. Καλά καί άγια όλ’ αύτά, φτάνει νά εϊναι άγνά καί νά αποβλέπουν στή σεμνή «δόξα» ένός αγίου. Γιατί οί πολλοί λόγοι, άντί νά άποκαλύψουν, ΐσα ΐσα καλύπτουν τά πρωτογενή στοιχεία της αύθεντικότητας. Σήμερα όλοι μιλούμε γιά όλα καί τή λεπτή εύγλωττία του πνεύματος κατακαλύπτει ό ορυμαγδός της «δημοσιογραφίας». "Ομως οί άγιοι κρύβονται στά «φώτα» καί τούς θορύβους μας...

'Υπήρχε, ξέρεις, μιά εποχή — όχι καί τόσο μακρυνή— πού οί άνθρωποι πλησίαζαν τούς αγίους κλαίγοντας. Τό πιό άπτό «σημεΐον» των προσεγγίσεων ήταν ή εικόνα τους, αύτό τό «αισθητηριακό» φεγγοβόλημα της Χάριτος. 'Η μετοχή δέν ήταν στή διάσταση της φιλολογίας καί των γνώσεων, άλλά στη διάσταση της λατρείας, τουτέστι του αίνου καί των δακρύων. Κι έπειτα τί σημαίνει «φέρνω έναν άγιο στήν επικαιρότητα»; Οί άγιοι δέν είναι ούτε επίκαιροι ούτε άνεπίκαιροι- είναι αιώνιοι. Κι έπειδή είναι αιώνιοι, γι’ αύτό είναι καί πάντοτε «έπίκαιροι».

Γιά όλ’ αύτά μέ πολλή δυσκολία θά χαράξει ό ύπογραφόμενος λίγες γραμμές — οχι γιά νά έρμηνέψει τήν «επικαιρότητα» καί τή «μοναδικότητα» του πάτερ Κοσμά (που τέτοια δύναμη), άλλά γιά νά μαρτυρήσει πώς αντανακλάται στήν έπιφάνεια της ψυχής του ή φεγγοβολή του προσώπου ένός έφέστιου αγίου — πού κοσμεί, ως χρυσός κρίκος, τό περιδέραιο της αίτωλικής Εκκλησίας.

β Ό «Λαός τον Θεού»

Καί πρώτα-πρώτα ομολογώ πώς ό πάτερ Κοσμάς ήταν ένας «λαϊκός» άγιος. ’Άς μή σπεύσει ό αναγνώστης μου. Δέν έννοώ τίποτε άπό τήν ταλαιπωρημένη «λαϊκότητα» τών κοινωνιολογικών θεωρήσεων. Λέγω λαϊκός καί εννοώ τήν ταύτισή του μέ τό ομόζυγο του χρόνου καί του τόπου μας. ' Η εμφάνισή του ύπηρξε μιά εύτυχισμένη συγκυρία — άποφασιστική στή διαμόρφωση τών σταθερών όρων του Νέου Ελληνισμού.

Κι επειδή ήταν λαϊκός ό πάτερ Κοσμάς, γι’ αύτό καί ό λόγος του ύπήρξεν εύθύβολος καί συγκλονιστικός. "Οχι μέ τήν έννοια της ανθρώπινης ρητορείας (δέν ήταν τέτοιος ρήτορας ό μακάριος), άλλά μέ τήν έννοια της μεταμόρφωσης τών λαϊκών συνειδήσεων. Μιλούσε ό Γέροντας καί ριγούσε ώς τά άκρότατα σημεία τό σώμα του λαού.2 Γι’ αύτό κι ο λαός τόν άναγνώρισε άμέσως ώς άγιό του. Πολύ πριν ή επίσημη Εκκλησία τόν άνακηρύξει άγιο (1961), ήδη ή συνείδηση του λαοΰ τόν είχε τάξει, στή χορεία των ιερομαρτύρων καί στά ταπεινά έξωκκλήσια καί τά προσκυνητάρια της έξοχης επώνυμοι καί άνώνυμοι άγιογράφοι εΐκόνιζαν —κατά τά άκηλίδωτα αρχέτυπα— τή φεγγερή μορφή του.

Ταύτιση λαοΰ καί διδάχου! (Σκέψου, άναγνώστη μου, πώς κανένας πρίν άπ’ τόν πάτερ Κοσμά δέν αξιώθηκε νά γίνει ό «Παπουλάκης» — καί καταλαβαίνεις, βέβαια, πώς τούτη ή θερμότατη καί στοργικότατη προσαγόρευση δέ φανερώνει μόνο τόν παππού των ανθρώπων, άλλά καί τόν τρυφερό γιό της ψυχής τους...).

γ' Ό κόσμος ώς άγάπημα

Άλλά καί ένα άλλο διακρίνει κανείς έν τοΐς θαυμασίοις αύτοΰ. Εϊναι ή αισθητηριακή προσέγγιση του κόσμου. 'Ο πάτερ Κοσμάς ζεϊ οχι στή διάσταση των άφηρημένων έννοιών, άλλά στή διάσταση των αισθήσεων. 'Η ζωή καί ή διδαχή του είναι εικόνα της άπτής καί «άγαττητικής» σχέσης του άνθρώπου μέ τά πλάσματα. Πάνω στίς πέντε αισθήσεις του άντικατοπτρίζεται όλο τό θαύ­μα τής δημιουργίας — όχι, βέβαια σάν γλυκερή καί άτονη φυσιολατρία, άλλά ώς άποκάλυψη του φιλομειδοΰς προσώπου του Θεοΰ. «Οί λέξεις πουλιά, ήλιος, ούρανός, χωράφια, λουλούδια, σπαρτά, βρύσες, φεγγάρι, ποτάμια, βουνά γεμίζουν όλες τίς σελίδες των διδαχών του».3

Αύτή η όλοτρύφερη σχέση του Κοσμά μέ τήν πλάση εκφράζε­ται καί στή γνωστή μέριμνά του γιά τά δέντρα.4 Μ’ αύτά στό νοΰ του διατυπώνει πολλές προφητείες του —καί τί θελκτικές πού είναι:

—«Τόν βλέπετε αύτόν τόν πλάτανο; "Ως ότου νά κλείσει ή πλη­γή του, τό χωριό σας θάναι σκλαβωμένο καί δυστυχισμένο». Έτσι είπε, όταν τόν ρώτησαν στό χωριό Τσαραπλανά (σημ. Ελληνικό) της Ηπείρου πότε θάρθει τό ποθούμενο. Καί ή πληγή του πλα­τάνου έκλεισε στά 1912...

—«’Άν τό κυπαρίσσι αύτό ξεραθεί άπ’ την κορφή, ή πατρίδα μας θά έλευτερωθεΐ- αν ξεραθεί από κάτω, δέν θά έλευτερωθεΐ». Τήν προφητεία την είπε στό χωριό Ζελενίτσα (σημ. Πρασιά) της Εύρυτανίας. Καί τό κυπαρίσσι ξεράθηκε άπ’ τήν κορφή...

Μέ την ΐδια θελκτική απλότητα μιλάει στά βουνά («Εύλογημένα μου βουνά, πολύν κόσμο θά σώσετε»), στά πουλιά καί σ’ όλη τήν πλάση:

Μιλούσε, λέει, στην "Ασσο της Κεφαλονιάς —κι ήταν καλοκαίρι. ’ Ακουμπούσε σέ μιά μεγάλη ελιά, κοντά στά περιβόλια. Τά τζιτζίκια πάνω στό δέντρο χαλούσαν τόν κόσμο μέ τό λαλητό τους. 'Ο Διδάχος σταμάτησε τό λόγο του, σήκωσε τό βλέμμα στά κλαδιά καί είπε άπλά: «Σωπάστε!» Καί «ώ του θαύματος, αμέσως έσιώπησαν, έως ου έτελείωσεν νά όμιλή».5

Είναι άπίθανη αύτη ή αμεσότητα πού υπάρχει στίς διδαχές του πάτερ Κοσμά. Αμεσότητα καί άγάπη του συγκεκριμένου είναι δυό  άπ’ τίς μεγάλες άρετές του λόγου του. Έδώ τό σιτάρι είναι σιτάρι (κι οχι καρπός), τό χελιδόνι είναι χελιδόνι (κι οχι πτηνό) καί τό μαργαριτάρι είναι (οχι κόσμημα, άλλά) μαργαριτάρι! Θά χρειαζόταν μιά ολόκληρη μελέτη γιά νά δει κανείς πώς ή γλώσσα του άγιου Κοσμά «γυρίζει» τόν κόσμο στήν πρώτη του, παρθενική, ομορφιά.

Σκέπτομαι πώς μέ τόν άγιο Κοσμά καί ή χώρα μας άπόκτησε μιά νέα οροθεσία. Πραγματικά, άλλοι είναι οί δρόμοι πού όριζαν πρίν κι άλλοι οί δρόμοι πού αύλακώνουν μετά άπ’ αύτόν τό σώμα της Ελλάδας. Σήμερα έχει προηγηθεϊ ο χάρτης τών περιοδειών του — καί πιά ή χώρα μας εχει άποκτήσει άλλη ιστορική καί ιδεολογική φυσιογνωμία. Μετά τόν πάτερ Κοσμά ή Ελλάδα είναι «λειτουργημένη». Άπό παντού άποπνέει ένα άρωμα ιερού ύπομνηματισμού: «Αύτό τό μονοπάτι τό περπάτησε ό "Αγιος», «εκείνο τό δέντρο τό φύτεψε ό Παπουλάκης», «Σ’ αύτη τήν πέτρα στάθηκε καί κήρυξε ο Διδάχος». Σάν νά πέρασε ο Παράκλητος καί ή γη μας γέμισε άπό αποκαλύψεις καί θάματα — έγινε θαυμάσια!

δ ' Ή γεωμετρία του Σταυρού

Μά εκτός άπό «λαϊκός» καί «αισθητηριακός» ήταν καί «σταυρωμένος» άγιος ό Κοσμάς. Είναι γνωστό ότι στις διδαχές του επίμονα περνάει ό Σταυρός (μέ τή διπλή σημασία: του μαρτυρίου καί της μαρτυρίας). Όλόκληρη ή ζωή καί ή δράση του ήταν «μαρτυρική»: μαρτυρία περί των τιμίων καί προετοιμασία γιά τό μαρτύριο. "Οσο περνούσε μάλιστα ο καιρός, τόσο έστρεφε έταστικό τό βλέμμα πρός τόν πολυπόθητο σταθμό του μαρτυρικού θανάτου. «'Όθεν έσυνήθιζε —λέγει ό πρώτος βιογράφος του Νικόδημος ό Αγιορείτης— καί όπου έμελλε νά σταθή νά διδάξη, πρώτον έλεγε καί έκατασκεύαζαν ένα σταυρόν ξύλινον μεγάλον καί τόν έστηναν έκεϊ. Έπειτα άκουμβίζοντας επάνω εις τό ξύλον του σταυρού τό σκαμνί, τό όποιον, ώς λέγουσι, του τό έκατασκεύασεν ωσάν θρονί ό Κούρτ Πασσιάς, εις τό όποιον άνεβαίνοντας έδίδασκε. Καί μετά τήν διδαχήν τό μέν σκαμνί τό έδιάλυε καί τό έπαιρνε μαζή του, όπου καί άν ύπήγαινεν, ό δέ σταυρός έμενεν έκεΐ, εις ένθύμησιν παντοτεινήν του κηρύγματός του. Είς έκείνους λοιπόν τούς τόπους, όπου ήτον στημένοι οί σταυ­ροί, ένήργει ό θεός πολλά θαυμάσια».

"Ας προστεθεί ότι τό θρονί πού του κατασκεύασε ό Κούρτ Πασσάς «καί μέ κατηφέ τό ένδυσε, διά νά άναβαίνη είς αύτό καί νά διδάσκη άπό ύψηλά τούς λαούς», ό Πάτερ Κοσμάς τό θεωρούσε τάφο του καί ήταν γι’ αύτόν μιά συνεχής υπόμνηση του μαρτυρικού του τέλους.

'Ο άγιος Κοσμάς καθιερώνει μιά νέα γεωμετρία τού έλληνικοΰ χώρου, τή γεωμετρία τού Σταυρού. βαθιά καί άσφαλής του διαίσθηση τόν πληροφορούσε πώς ή χώρα μας, όντας άνάμεσα σέ Ανατολή καί Δύση (καί συνακόλουθα άνάμεσα σέ Τούρκο καί αιρετικό) κεϊται σέ θέση «σταυρική» — μέ  ό,τι αύτό συνεπά­γεται: μαρτύριο καί εύλογία (καί δές πώς οί μανάδες όλης της Ρωμιοσύνης σταυρώνουν (= εύλογοΰν) τά σώματα τών παιδιών τους. Διδάσκουν, αύτές οί άγράμματες, τήν «πρώτη Θεολογία»),

’Όντας ό άγιος Κοσμάς στή ρίζα της λαϊκής θρησκευτικότητας αναζητεί τή «γεωμετρία του Σταυροΰ» καί σέ ό,τι πιό αισθητηριακά απτό υπάρχει, τό άνθρώπινο σώμα. Νά ένα σχετικό δείγμα της διδαχής του: «'Όθεν, άδελφοί μου, ή τρώτε ή πίνετε κρασί ή νερόν ή περιπατεΐτε ή δουλεύετε, νά μή σάς λείπει αύτός ό λόγος άπό τό στόμα σας καί ο σταυρός άπό τό χέρι σας». Καί παρακάτω: «Ακούσατε, χριστιανοί μου, πώς πρέπει νά γίνεται ό σταυρός καί τί σημαίνει... Σμίγεις τά τρία σου δάκτυλα μέ τό δεξιόν τό χέρι σου καί μή ήμπορώντας νά άνεβής είς τόν ούρανόν νά προσκυνήσης, βάνεις τό χέρι σου είς τό κεφάλι σου, διατί τό κεφάλι σου είναι στρογγυλό καί φανερώνει τόν ούρανόν καί λέγεις μέ τό στόμα: Καθώς έσεϊς οί άγγελοι δοξάζετε τήν άγίαν Τριάδα είς τόν ούρανόν, έτσι καί εγώ ώς δούλος άνάξιος δοξάζω καί προσκυνώ τήν άγίαν Τριάδα... Κατεβάζεις τό χέρι σου άπό τό κεφάλι σου καί λέγεις: Σέ προσκυνώ καί σέ λατρεύω, Κύριέ μου, ότι κατεδέχθης καί έσαρκωθής είς τήν κοιλίαν της Θεοτόκου διά τάς αμαρτίας μας. Τό βάζεις πάλιν είς τόν δεξιόν σου ώμον καί λέγεις: Σέ παρακαλώ, Θεέ μου, νά μέ συγχωρήσης καί νά μέ βάλης είς τά δεξιά σου μέ τούς δικαίους. Βάνοντάς το πάλιν είς τόν άριστερόν ώμον λέγεις: Σέ παρακαλώ, Κύριέ μου, μή μέ βάλης είς τά άριστερά μέ τούς αμαρτωλούς. "Επειτα κύπτοντας κάτω είς τήν γην: Σέ δοξάζω, Θεέ μου, σέ προσκυνώ καί σέ λατρεύω, ότι, καθώς έβάλθηκες είς τόν τάφον, έτσι θά βαλθώ καί εγώ. Καί όταν σηκώνεσαι ορθός, φανερώνεις τήν ’Ανάστασιν καί λέγεις: Σέ δοξάζω, Κύριέ μου, σέ προσκυνώ καί σέ λατρεύω, πώς άναστήθηκες άπό τούς νεκρούς διά νά μάς χαρίσης τήν ζωήν τήν αιώνιον. Αύτό σημαίνει ο πανάγιος σταυρός» (Διδαχή Ε' - σελ. 274-5).6

Δέν είναι τυχαίο ότι λίγο πρίν φτάσει στό μαρτύριο ο άγιος Κοσμάς —κατά πώς μαρτυρεί ό πρώτος του βιογράφος— «εύλόγησε σταυροειδώς τά τέσσερα μέρη του κόσμου». "Οπως οί ανώνυμοι μαί'στορες καί πρωτομαϊστορες «έσταύρωναν» τό χώρο μέ τίς σταυρόσχημες έκκλησίες τους, έτσι καί ό πάτερ Κοσμάς «έσταύρωσε» τά τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Αγίασε τόν τόπο κι έκανε εκκλησία ολόκληρη τήν οικουμένη.

ε  Ο στάχυς

Δέν θάπρεπε νά τελειώσουμε τό σύντομο τοΰτο γραπτό, πρίν ποΰμε δυό λόγια γιά την προφητική παρουσία του αγίου Κοσμά. Λέγοντας «προφητική παρουσία» δέν εννοούμε μόνο τό μαρτυρημένο προορατικό καί προφητικό του χάρισμα. Εννοούμε καί μιά ποιότητα βίου καί λόγου πού ξεπερνά τό πρακτικό καί εύσε- βιστικό επίπεδο της ζωής. Θά τό λέγαμε βίωμα τών έσχάτ ω ν. Μιά μυστικοπαθής ταύτιση του μέ τόν Προφήτη ’ Ηλία7 του παρείχε τή δυνατότητα άμέσων έσχατολογικών προσεγγίσεων. Κι όσο πιό πολύ εβίωνε τήν «υπέρβαση τών ορίων», τόσο καί πιό πολύ συναρπαζόταν καί συνήρπαζε. Έδώ μπορεί νά ένταχθεΐ καί ή, κλασική πιά, επιστολή του στόν άδελφό του Χρύσανθο, σχολάρχη τότε στή Νάξο. Ένώ δηλ. πλησιάζει τό τέλος —λίγους μήνες πρίν άπ’ αύτό— κάθεται καί γράφει ένα γράμμα, όπου ψηλαφά τήν αιωνιότητα μέσα άπ’ τήν ιερή χαρά του καρπίσματος. Νά ένα μέρος: «Πανοσιώτατε αγαπητέ μοι άδελφέ Κύρ Χρύσανθε, άσπαζόμενος προσκυνώ σε καί παρακαλώ τόν "Αγιον Θεόν διά τήν ψυχικήν σου καί σωματικήν υγείαν... Τά κατ’ εμέ δέ καί περί έμέ φαίνονται πολλά καί άπίστευτα εις τούς πολλούς καί μήτε εγώ δύναμαι νά τά καταλάβω. Τόσον δέ μόνον λέγω σοι διά νά δοξάσης τόν Κύριον καί νά χαρής, ότι γίνεται άρκετή μετάνοια εις τούς αδελφούς. "Εως τριάκοντα επαρχίας περιήλθον, δέκα σχολεία ελληνικά έποίησα, διακόσια διά κοινά γράμματα, του Κυρίου συνεργοΰντος καί τόν λόγον μου βεβαιοΰντος διά τινων έπακολουθησάντων σημείων. Πλήν δόξα τω λέγοντι, ή γάρ δύναμίς μου εν άσθενία τελειοΰται...».8 'Ο λόγος είναι πιά φτερωμένος — πάει νά αποκτήσει τήν παρασημαντική της σιωπής.  Ο Κοσμάς έχει περάσει τόν πυλώνα — βρίσκεται πιά στό χώρο τών ένοράσεων.9

"Ολα έχουν ωριμάσει καί ό στάχυς είναι έτοιμος νά γείρει στόν άγρό του θερισμού...

... «Καί τόν έφεραν έκεϊ όπου έτρεχεν ένας μεγάλος ποταμός... καί του έφανέρωσαν τήν προσταγήν όπου είχαν διά νά τόν θανατώσουν... ' Ο "Αγιος έδέχθη μετά χαράς τήν τοιαύτην κατ’ αύτοΰ άπόφασιν. Καί κλίνας τά γόνατα έπροσευχήθη εις τόν Θεόν εύχαριστών καί δοξάζων αύτόν ότι διά την άγάπην του θυσιάζει τήν ζωήν του... Καί έπειτα άκούμβησε τήν ίεράν του κεφαλήν είς τό δένδρον καί οΰτω τόν έδεσαν οί βάρβαροι άπό τόν λαιμόν μέ ένα σχοινίον, καί εύθύς μόνον όπου τόν έσφιγξαν, άπέταξε τό θείον πνεύμα του είς τά ούράνια...». Ζωή καί θάνατος κατά τό ψαλμικό: «Διήλθομεν διά πυρός καί ύδατος καί έξήγαγες ημάς είς άναψυχήν» (Ψαλμ. ΞΕ', 12).

Ήταν ήμέρα Σαββάτο, μηνός Αύγουστου 24 του αψοθ' (1779) έτους άπό Χρίστου...

_______________________________________

Παραπομπές του κειμένου:

1.              Σέ 945 φτάνουν τά λήμματα της «Αναλυτικής Βιβλιογραφίας Κοσμά του Αίτωλοΰ» τοϋ Κώστα Σαρδελή (β ' έκδοση, 1973). Σήμερα τά σχετικά δημοσιεύ­ματα πρέπει νά έχουν ΰπερβεϊ τά 1200.

2.               Καί ή γλώσσα του —καθάρια δημοτική της έποχής του— δέν ειχε καμμιά σχέση μέ τό ενοχλητικό γλωσσικό κήρυγμα (όρα κάποια σημερινά)· ήταν περίσσευμα καρδιάς, βαθιά λαχτάρα γιά ταύτιση (καί ταυτότητα).

3.               Κοίτα: Μ. Α. Γκιόλια,«' Ο Κοσμάς Αίτωλός καί ή εποχή του», Αθήνα 1972, σελ. 290.

4.               «'Ο τόπος ούτος καθόλου επιδεκτικός καί πρός δενδροφυτείαν εινε. Άπαντώσιν όμως ολίγα όπωροφόρα δένδρα καί ταΰτα άπό τών χρόνων τοϋ ' Αγίου Κοσμά, τρίς καί τά χωρία τοϋ τμήματος τούτου πλήν της Ζορίστης περιελθόντος, διδάξαντος δέ καί τόν εμβολιασμόν των δένδρων. Μεταξύ δε των δένδρων τούτων ύπάρχουσι συκαΐ, καρυαί, μηλέαι, κερασέαι» (Ί. Λαμπρίδου: Ηπειρωτικά Μελετήματα Γ' [Κουρεντιακά καί Τσαρκοβιστιακά], Άθηναι 1888, σελ. 51-52). 

5.   Κοίτα καί: Άρχιμ. Χαραλ. Βασιλοπούλου, «'Ο "Αγιος Κοσμάς ό Αίτωλός καί τό έργον του», Άθηναι 1955, σελ. 45.

6.        'Η παραπομπή γίνεται στήν έγκυρη έκδοση των Διδαχών άπό τόν Ί. Μενοΰνο (Ίωάννου Β. Μενούνου, «Κοσμά του Αίτωλοΰ Διδαχές (καί Βιογραφία)». Εκδόσεις «Τήνος», Αθήνα 1979. Διδακτορική διατριβή).  

7.     «Κάμετε στράτα, Χριστιανοί μου. Όμπρός ολοι οΐ άγιοι ιερείς καί οί ψαλτάδες ψάλλοντες τό «’Ένσαρκος "Αγγελος» (Μενοϋνος, Διδαχές, σελ. 289).

8.         Πρόχειρα παραπέμπω στή βασική μονογραφία γιά τόν Κοσμά του Φάνη Μιχαλόπουλου «Κοσμάς ό Αίτωλός», Άθηναι 1940, σελ. 109. 

9.       Σέ λίγο θά είναι «έν έτέρα μορφή» (Ξέρεις δά, άναγνώστη μου, ότι στό ναό του Πρωτάτου στ’ Άγιονόρος, έκεΐ στήν κόγχη τής Προθέσεως, ή χείρ του καταπληκτικού Μανουήλ Πανσέληνου ιστόρησε τόν Χριστό «έν έτέρα μορφή». Τοΰτος ό Χριστός —καμωμένος μέ απαλά καί μακάρια χρώματα— είναι άλλοιωμένος άπό τό φώς τής Χάριτος. Προβάλλει μπροστά μας (οχι μέ τήν τυπική αισθητηριακή διαδικασία, άλλά) έπειτα άπό ένα Πάσχα (= πέρασμα) «τών θυρών κεκλεισμένων». Αύτός ο Χριστός καί οί άγιοί Του είναι ή νέα, άναστάσιμη, πραγματικότητα).