Προβληματισμοί

Παναγιώτη Νούτσου:

Η κοινωνιστική σκέψη του Κ. Χατζόπουλου:

Δυναμική και όρια

Η εισήγηση αυτή* διαιρείται σε δύο μέρη: το πρώτο πραγματεύεται το συνολικό τοπίο των σοσιαλιστικών ιδεών στην Ελλάδα των δύο πρώτων δεκαετιών του αιώνα μας και το δεύτερο αναδεικνύει την ιδιοσυστασία της κοινωνιστικής σκέψης του Κ. Χατζόπουλου.

Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα από το 1907 ως το 1918, δηλαδή από την εμφάνιση του Σκληρού ως την ίδρυση του ΣΕΚΕ, στρέφει το ενδιαφέρον της, χωρίς να αναλίσκεται αποκλειστικά σ’ αυτό, στην οικονομική και πολιτική οργάνωση της εργατικής τά­ξης. Και οι τρεις όροι αυτής της προβληματικής —οικονομική ή «επαγγελματική» οργάνωση, πολιτικό κόμμα και εργατική τάξη— δεν αντιμετωπίζονται με ενιαίο τρόπο από τις επιμέρους εκφάνσεις της ελληνικής σοσιαλιστικής σκέψης, γεγονός άλλωστε που λειτουργεί ως αίτιο και συνάμα ως αποτέλεσμα στο γίγνεσθαι διαμόρφωσης της ιδιάζουσας φυσιογνωμίας τους. Έτσι κατά τη χρονική αυτή περίοδο αναδύεται ένα τοπίο ιδεών που δεν ανάγεται σε μια ιστορία των Διεθνών που, μάλιστα, με το σχήμα της διαδοχής θα ακύρωνε ό,τι είχε προηγηθεί. Αντίθετα, εμφανίζεται πλουσιότερο σε τάσεις, επιλογές και θεωρητικές επεξεργασίες που καθιστά αναγκαία τη χαρτογράφηση όλων των όψεών του, κύριων ή δευτερευουσών.

Μια επαρκής κωδικοποίηση της σοσιαλιστικής σκέψης αυτής της περιόδου, που καλλιεργείται από επώνυμους διανοούμενους (συνήθως δρουν μέσα σε συλλογικά μορφώματα πολιτικής συμπεριφοράς) ή από κινήσεις που ενεργούν ως «συλλογικοί διανοούμενοι», θα μπορούσε να μεριμνήσει για την ανάδειξη της ιδιαιτερότητας των εξής πτυχών: α) της σύζευξης δημοτικισμού και σοσιαλισμού (την εισηγείται στο Κοινωνικόν μας ζήτημα, ο Σκληρός, συζητείται εκτενώς στον Νουμά και δημιουργεί την ευφορία για την τελεσφόρηση του «σοσιαλιστικού δημοτικισμού» ως κινήματος γλωσσικής και κοινωνικής ανάπλασης)· β) της συμπαρουσίας κοινωνιολογίας και κοινωνισμού (όπως την επιτελεί η πρώτη και δεύτερη γενιά των «Κοινωνιολόγων» που, με τα σχήματα του «Λαϊκού Κόμματος» και της «Δημοκρατικής Ενώσεως», καθορίζονται ως έγκυροι διερμηνευτές των εξελικτικών μορφών της κοινωνικής εννομίας)- γ) τη συσπείρωση για τη δημιουργία των όρων ενός βιώσιμου σοσιαλιστικού τύπου (όπως προκύπτει από το εγχείρημα του Μέλλοντος και κυρίως του Κοινωνισμού) · δ) την ύστερη φάση του έργου του Πλ. Δρακούλη που αποτυπώνεται στη δράση του «Συνδέσμου των Εργατικών Τάξεων της Ελλάδος»· ε) τη δραστηριότητα του «Σοσιαλιστικού Κέντρου Αθηνών», του οποίου το ιδεολογικό στίγμα προσδιορίζεται από τις πολιτικές επιλογές και τις θεωρητικές αναζητήσεις του Ν. Γιαννιού' στ) τη σταδιοδρομία της «Σοσιαλιστικής Ενώσεως» που αποκόπτεται από τον «Σύνδεσμον των Εργατικών Τάξεων της Ελλάδας» για να συμβάλει, στο πλευρό της «Φεντερασιόν», στην ενοποίηση των διάσπαρτων σο­σιαλιστικών ομάδων της χώρας· ζ) τη δυναμική των εργατικών ενώσεων που αναπτύσσονται καθοδηγούμενες από τις υπάρχουσες πολιτικές κινήσεις (όπως τα συνδικάτα «Άμυνα» και «Πρόοδος» που κατευθύνονται από το «Σοσιαλιστικό Κέντρο Αθηνών»), προκρίνουν τη σύμπτωση οικονομικής και πολιτικής παρουσίας της εργατικής τάξης («Ελληνική Εργατική Ένωσις» Πατρών, «Εργατικό Κέντρο Βόλου», «Σοσιαλιστική Εργατική Ομοσπονδία» και «Σύνδεσμος Συντεχνιών» Θεσσαλονίκης), συναινούν στην επί­τευξη της «Πολιτείας-πρόνοιας» και κινητοποιούνται στον περίβολο της κρατικής προστασίας («Εργατικόν Κέντρον Αθηνών») και προβάλλουν την αυθύπαρκτη παρουσία των συνδικάτων («Σοσιαλιστική Συνδικαλιστική Οργάνωσις»)· η) τις πρωτοβουλίες της επαρχίας με τις οποίες η τοπική ιστορία εγγράφεται στην ιστορία του ελληνικού σοσιαλισμού (για παράδειγμα το έργο των επιγόνων του Αντύπα στην Κεφαλλονιά και του «Σοσιαλιστικού Κέντρου» και του «Σοσιαλιστικού Ομίλου» Κέρκυρας) και θ) τα ίχνη των ελληνικής καταγωγής σοσιαλιστών πέραν των ορίων του κράτους.

Η χρήση των σοσιαλιστικών ιδεών στην άσκηση μιας αρθρωμένης κοινωνικής κριτικής προϋποθέτει συσπειρώσεις διανοουμένων που εξαντλούν όλες τις δυνατότητες του έντυπου λόγου στην απόπειρά τους να εδραιώσουν τα κοινωνικά ερείσματα των σχημάτων που επιβάλλονται ως «πολιτική οργάνωση» της εργατικής τάξης. Με κύρια σκόπευση την κοινωνική μεταρρύθμιση ή επανάσταση, που προβλέπεται να συντελεσθεί είτε βαθμιαία είτε με τη βία, οι ομάδες αυτές προτάσσουν τη συνειδητοποίηση των υποκειμένων αυτής της μεταβολής μέσω της οικονομικής και πολιτικής τους οργάνωσης. Τώρα εγκαταλείπεται η αποσπασματικότητα, εμπεδώνονται διαρκέστερα χαρακτηριστικά της ταυτότητάς τους, αποδυναμώνεται η αρχηγική διάρθρωση και επαυξάνεται κάπως η συμμετοχή των γυναικών, αφού πια το αίτημα της ισοτιμίας των φύλων κατέχει περίοπτη θέση στα προγράμματα των σοσιαλιστικών κινήσεων. Στις θεωρητικές τους επεξεργασίες διακρίνεται η πλήρης υποχώρηση της αναρχικής σκέψης (γνωρίζει μόνον ορισμένες αναλαμπές στον αιγυπτιακό ελληνισμό —ένας από τους εκπροσώπους της είναι ο Ζαχ. Χατζόπουλος— και μεταφυτεύεται σε ισχνούς συνδικαλιστικούς κύκλους της μητρόπολης), αναβαθμίζεται συνεχώς η γνωριμία με το έργο του Marx και του Engels που διαμεσολαβείται με ιδιαίτερο τόνο από τον «μαρξισμό» του Kautsky, χωρίς βέβαια να αγνοούνται οι αναθεωρήσεις του Bernstein (που μεταφράζεται και υπομνηματίζεται εκτενώς) και οι απορρίψεις των θιασωτών του «Staatssozilismus», ενώ συνάμα καταγρά­φεται ευκρινώς η εγγύτητα με τις αναλύσεις του Πλεχάνωφ που αφορούν στη δυνατότητα σοσιαλιστικού μετασχηματισμού κοινωνιών με ισχυρά ακόμη φεουδαλικά στοιχεία. Οι οσμώσεις αυτές συμπλέκονται και συχνά δημιουργούν συνθέματα ιδεών που στη συνε­χεία διοχετεύονται στη σφαίρα της λογοτεχνίας, επηρεάζουν τους τρόπους προσέγγισης του γλωσσικού ζητήματος και του εκπαιδευτικού συστήματος και ιδίως συγκροτούν, κάποτε, τη θεωρητική και μεθοδολογική θεμελίωση των κοινωνικών επιστημών, με προ­νομιακό πεδίο την ιστορική έρευνα που χρεώνεται (από την εποχή του Κοινωνικού μας Ζητήματος) με τη διακρίβωση του χαρακτήρα της επανάστασης του Εικοσιένα και των συνθηκών ανάπτυξης του αρτισύστατου ελληνικού κράτους.

Ο Κώστας Χατζόπουλος είχε αποχωρήσει από την Ελλάδα έχοντας στο ενεργητικό του την έκδοση του περιοδικού Τέχνη και ένα πλούσιο λογοτεχνικό, πρωτότυπο ή μεταφραστικό έργο, το οποίο συνέχισε και μετά την εγκατάστασή του στη Γερμανία. Γνωρίζει από κοντά, στο Μόναχο και στη συνέχεια στο Βερολίνο, τη σοσιαλιστική κίνηση αυτής της χώρας και με εμπεδωμένη τη θεωρητική της θεμελίωση παρεμβαίνει στη συζήτηση του Νουμά, παίρνοντας το μέρος του Σκληρού με τον οποίο συνδέεται φιλικά από τις αρχές του 1907.

Στο επίδικο θέμα της αναγωγής της κοινωνικής προόδου στο «φυσικό νόμο» της εξέλιξης, κατά την ένσταση του Ραμά,1 ο Χατζόπουλος, υιοθετώντας με τη σειρά του τη σύζευξη Marx και Darwin, που είχε γίνει κοινός τόπος στη γερμανική σοσιαλδημοκρατική σκέψη,2 διατείνεται ότι οι «κοινωνικές μορφές» υπόκεινται σε διαρκή μεταβολή. Τι ακριβώς θα διαδεχθεί το αστικό καθεστώς, δεν μπορεί να γίνει γνωστό από τώρα: «αφότου ο σοσιαλισμός, από ουτοπικός που είταν πριν του Μαρξ, έγινε πλέον καθαρά πρακτικός, κανένας σοβαρός μαχητής του δε σκοτίζεται για τη μέλλουσα κοινωνική όψη». Για το μελετητή που βασίζεται στη «μαρξιστική υλιστική αντίληψη της ιστορίας» η χώρα μας δεν αποτελεί μια «γωνία γης» αποκομμένη από την υπόλοιπη και διεπόμενη από ιδιαίτερους «νόμους κοινωνικής εξέλιξης». Όσο τα «παραγωγικά μέσα» της ελληνικής κοινωνίας θα τείνουν να εξομοιωθούν με τα αντίστοιχα των «πολιτισμένων» κρατών, τόσο αυτή κατά φυσική αναγκαιότητα θα πορευθεί με παρόμοιο τρόπο.

Έτσι, αργά η γρήγορα, θα ξεσπάσει η πάλη των τάξεων, ως «αναγκαία» συνέπεια της πίεσης που θα εξασκεί το κεφάλαιο στην εργατική τάξη. Σ’ αυτήν την προοπτική αφύπνισης της κύριας «παραγωγικής δύναμης» εντάσσεται και η ανακίνηση των «στεκούμενων νερών της ρωμιοσύνης» και η ανάληψη ενός εγχειρήματος «εκπολιτισμού».3

Ο Χατζόπουλος επανέρχεται4 στην απόκρουση των αιτιάσεων που προβάλλουν οι «σοσιαλιστοφάγοι» περιφρονώντας την «προλετάρικη επιστήμη» και αγνοώντας ότι ο οργανισμός της κοινωνίας λειτουργεί με βάση τις «υλικές ανάγκες».

Ο άνθρωπος υποτάσσει τη φύση και, στο μέτρο που την αλλάζει, μεταβάλλεται και ο ίδιος. Η πρόοδος των «παραγωγικών μέσων» επιφέρει και την εξέλιξη του «τρόπου παραγωγής» και επομένως την αναδιάταξη των σχέσεων που έχουν μεταξύ τους οι κοινωνικές τάξεις. Ο «νόμος της ζωής» συνεπάγεται τη «μετάπλαση», όπως το βεβαιώνει ο Hegel και το αποδεικνύει η θεωρία του «μαρξισμού», σύμφωνα με την οποία η «προλεταρική επανάσταση» επέρχεται αναγκαία και στην Ελλάδα. Συνεχίζοντας5 στον ίδιο τόνο ανασκευάζει τις «φαντασιοκοπίες των υποκειμενικών κοινωνιολόγων», επικαλούμενος και πάλι τον Marx που ανακάλυψε το «νόμο» της εξέλιξης των κοινωνιών. Ο νόμος αυτός εμφανίζεται «κατά το ίδιο γενικό σχήμα» και οι ιδιαίτερες συνθήκες μιας χώρας απλώς αλλάζουν τη «χροιά» του. Ολοκληρώνοντας ο Χατζόπουλος6 τον κύκλο των παρεμβάσεών του συμφωνεί ότι οι «φυσικοί σύμμαχοι» των δημοτικιστών είναι οι κατώτερες κοινωνικές τάξεις που εμφανίζονται έτοιμες να επαναστατήσουν εναντίον της «κυριαρχούσας τάξης» και να ζητήσουν «καλλιτέρεψη των όρων της ζωής τους». Έτσι το γλωσσικό ζήτημα από γραμματικό και αισθητικό ή το πολύ-πολύ εκπαιδευτικό μετατρέπεται σε «πολιτικοκοινωνικό ζήτημα», του οποίου η επίλυση «δένεται σφιχτότερα» με την ανάπτυξη και την ύπαρξη όλης της ελληνικής κοινωνίας. Σ’ αυτήν την οπτική και με παραδείγματα τον Εργάτη του Βόλου και της Σμύρνης επιβεβαιώνεται πως ο δημοτικιστικός και ο εργατικός αγώνας προέρχονται από την ίδια ρίζα και πορεύονται ανα­γκαία την ίδια οδό. Όσοι τους διαχωρίζουν και προτιμούν τον πρώτο, κινούνται στη σφαίρα της ουτοπίας, όπως ακριβώς ανεδαφικοί παρουσιάζονται οι σοσιαλιστές (όπως οι «Κοινωνιολόγοι») που χρησιμοποιούν την καθαρεύουσα στη διάδοση των ιδεών τους. Η «αστική ιδεολογία» νοθεύει την «ψυχολογία» του εργάτη και μόνο οι σοσιαλιστές που είναι ταυτόχρονα και οπαδοί της λαϊκής γλώσσας μπορούν να συμβάλουν στην υλική και την ηθική του ανύψωση, διαφορετικά ο σοσιαλισμός στην Ελλάδα θα τριγυρνάει στην ουτοπία και θα απομακρύνεται από τον «θετικό κοινωνικό αγώνα».

Ο Χατζόπουλος στον Νουμά δημοσιεύει ορισμένες αξιόλογες εργασίες για το θέμα της τέχνης, ενώ κατά την ίδια περίοδο πρωτοστατεί στο Μόναχο, με κεντρικό άξονα τη συσπείρωση των σοσιαλιστικών δημοτικιστών, στη σύσταση της «Σοσιαλιστικής Δημοτικιστικής Ένωσης» (Δεκέμβριος του 1909), χωρίς τη συμμετοχή της «ομάδας»7 του Σκληρού και με στελέχη που γρήγορα θα αποδειχθούν περισσότερο θιασώτες της γλωσσικής και λιγότερο της σοσιαλιστικής Ιδέας. Με ενιαίο στόχο την εξάπλωση του σοσιαλισμού και της δημοτικής γλώσσας στην ελληνική κοινωνία η «Ένωση» αναφέρεται ειδικά στην ανάγκη το υπό ίδρυση «εργατικό ή σοσιαλιστικό» κόμμα να αναγνωρίσει ως «αποκλειστικό όργανό του» τη γλώσσα του λαού. Κι αν τούτο δεν τελεσφορήσει, μόνη της η Ένωση να «οργανώση οικονομικά τους εργάτες» ιδρύοντας «μορφωτικά Κέντρα του λαού».8 Η πίεση αυτή απευθύνεται κυ­ρίως προς την «Κοινωνιολογική Εταιρεία» που και στη μορφή του «Λαϊκού Κόμματος» χρησιμοποιεί την Καθαρεύουσα παρά την καταστατική αναγνώριση της Δημοτικής. Σύντομα ο Χατζόπουλος θα κρατήσει σαφείς αποστάσεις από τους συνοδοιπόρους του Κόμματος Φιλελευθέρων στο «ανορθωτικό» του εγχείρημα, ευελπιστώντας ότι η ανάδειξη της «πλατιάς τάξης του λαού» σε ηγε­μονική πολιτική δύναμη θα επισημοποιήσει τη «φυσική» της γλώσσα.9 Με μεγαλύτερη ευκρίνεια διαφοροποιείται επίσης από τη «φυτοφαγική»10 προπαγάνδα που ανέπτυσσε ο «ερίτιμος αστός»11 Δρακούλης «κοκετάροντας» με το χαρακτηρισμό «σοσιαλιστής».

Συχνά ο Χατζόπουλος είχε γίνει αποδέκτης εκκλήσεων σοσιαλιστικών κύκλων των Αθηνών να διευθύνει την υπό έκδοση εφημερί­δα τους12 και είχε δεχτεί να συνδράμει το Εργατικό Κέντρο Βόλου, στον Εργάτη του οποίου είχε δημοσιεύσει και το άρθρο του «Διοργάνωση»,13 υπογραμμίζοντας ότι ο σχηματισμός του πολιτικού κόμματος της εργατικής τάξης θα έλθει «ύστερα ή μαζί» με την οικονομική της «διοργάνωση» ως «αναγκαία συνέπεια και συμπλήρωμά» της. Από την ίδρυση σχεδόν του «Σοσιαλιστικού Κέντρου Αθηνών» ως το τέλος του 1914 o Xατζόπουλος θα βρίσκεται σε συνεχή επαφή με την κίνηση αυτή που κατά τη γνώμη του εκπροσωπούσε στην Ελλάδα την κύρια σοσιαλιστική κατεύ­θυνση της Ευρώπης. Ετσι εκδίδεται, αυτοτελώς πια και ολοκλη­ρωμένη, η μετάφραση του Κοινωνιστικού Μανιφέστου, ενός έργου που εξακολουθούσε να το θεωρεί θεμέλιο του «επιστημονικού σο­σιαλισμού»14 και μοχλό για την αφύπνιση του Έλληνα εργάτη, χωρίς ωστόσο να παίρνει θέση για το αν ο σοσιαλιστικός μετασχη­ματισμός θα επιτευχθεί με τη «βίαια καταστροφή» ή «βαθμιαία», όπως το υπολογίζουν οι οπαδοί του «εξελιχτικού σοσιαλισμού».15

Μόνον όταν θα ξεσπάσει ο (πρώτος) παγκόσμιος πόλεμος θα συ­νταχθεί με τους τελευταίους που συμβιβάζουν τον μαρξισμό με «τις ανάγκες που παρουσιαστήκανε από την εξέλιξη ».16

Πριν ακόμα επανέλθει οριστικά στην Ελλάδα ο Χατζόπουλος επιμένει στην ανάδειξη «γνήσιων προπαγαντιστών» από τους κόλπους των εργατών και για τούτο κοντά στην αντιληπτική τους ικανότητα («Εκατό Ταγκόπουλοι και να σούρθουνε, τι να τους κάμεις»), και προτρέπει τον Γιαννιό, τον οποίο ενημερώνει για τις σχετικές διεργασίες στη Γερμανία, να ενωθεί με την κίνηση που εκδίδει την εφημερίδα Οργάνωσις17 Μετά από μια σύντομη περίοδο αναμονής και ανίχνευσης των δυνατοτήτων που πρόσφεραν οι αλληλοϋποβλεπόμενες σοσιαλιστικές ομάδες στην Αθήνα θα επισφραγίσει την απογοήτευσή του με την απόφανση ότι ο Έλληνας χρειάζεται πριν απ’ όλα να μάθει στοιχειωδώς γραφή και ανάγνωση και να ακούσει «μερικά ηθικά μαθήματα».18 Τον ενισχύει σ’ αυτήν την απόσταση η συγκυρία που επισωρεύει νέα διλήμματα, όπως η στάση στην ανάδυση του «εθνικού διχασμού» και τη συμμετοχή της χώρας στο πλευρό ή όχι της Εntente, μια προβληματική άλλωστε που όξυνε τις αντιθέσεις ανάμεσα στις υπάρχουσες σοσιαλιστικές ομάδες της χώρας. Έτσι τον επόμενο χρόνο θα στραφεί προς την αριστερή πτέρυγα του Βενιζελισμού, όπως την εκπροσωπούν τώρα οι «Κοινωνιολόγοι» με την Επιθεώρηση των Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών.

Ως τότε στις θεωρητικές του επεξεργασίες ο Χατζόπουλος, τις οποίες ο ίδιος μάλλον σεμνότυφα αποκαλούσε «Flickarbeit»,19 προσπάθησε να κινείται στην τροχιά του «ορθόδοξου μαρξισμού».20 Με τη δύναμη ενός καλλιεργημένου δοκιμιακού λόγου, που επιδίωκε να συνενώσει τον σφυγμό της επικαιρότητας με τη διαρκέστερη θεωρητική εμβάθυνση, ενδιαφέρθηκε να τεκμηριώσει τη συζυγία σοσιαλισμού και δημοτικισμού, με αφορμή την παρέμβασήτου στη συζήτηση του Νουμά, και να καταστήσει ορατή την ανάγκη της οικονομικής και πολιτικής οργάνωσης των εργατών. Στην εκδίπλωση της δεκαετίας του 10, που σημαδεύτηκε από την απόπειρα εκσυγχρονισμού των δομών της ελληνικής κοινωνίας μέσω της πολιτικής που εφαρμόζουν οι κυβερνήσεις Βενιζέλου, μεσολάβησαν γεγονότα τα οποία ανέβαλαν την ίδρυση της ΓΣΕΕ και του ΣΕΚΕ και αποσύνδεσαν το δημοτικισμό από τη σοσιαλιστική προοπτική, στη μορφή ιδίως του εκπαιδευτικού δημοτικισμού που επέτεινε βέβαια την «ψυχαροφοβία»,21 αλλά και συνάμα πρόσφερε την αρχική ανασύνθεση μηχανισμών κρίσιμων για την εξάρθρωση του «αναχρονιστικού στρατοπέδου». Με αυτές τις εκτιμήσεις του Σκληρού22 ήταν σύμφωνος, με κάποια διαφορά χρόνου και έντασης, και ο Χατζόπουλος.

___________________

*Σημείωση: Το παραπάνω άρθρο του Παν. Νούτσου αποτελεί εισήγηση του συγγραφέα στο επιστημονικό συμπόσιο που διοργάνωσε ο Δήμος Αγρινίου, η φιλοσοφική του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και ο φιλολογικός όμιλος "Κ. Χατζόπουλος" στο Αγρίνιο το 1998, τα πρακτικά του οποίου εκδόθηκαν και κυκλοφορήθηκαν σε τόμο από τις εκδόσεις "Δωδώνη"