Προβληματισμοί

Γιάννη Βλασόπουλου:

Ο αγώνας του 1940, αγώνας κατά του φασισμού

O αγώνας που άρχισε ο Ελληνικός λαός την 28η Οκτωβρίου 1940 επιδέχεται πολλές θεωρήσεις. Θα περιοριστώ, με συντομία σε δύο. Μια γενική και μια ειδική θεώρηση.

Η γενική αφορά τη σημασιολόγηση του αγώνα σαν ενός γεγονότος, την φυσιογνωμία του σαν μιάς πράξεως ιστορικής. Η ειδική θεώρηση, αφορά την ανατομία του Έλληνα πολεμιστή, την πνευματική και ψυχική δηλαδή φυσιογνωμία του δημιουργού του Αλβανικού έπους.

Ι.- Ενώ η επανάσταση του 1821 συνδέεται, όπως είναι γνωστό με το πρακτικό, ας μας επιτραπεί να πούμε, αποτέλεσμα της επανασύστασης της Ελληνικής Πολιτείας, πράγμα που περιορίζει κάπως την ακτινοβολία της σε τοπικά πλαίσια, αντίθετα ο αγώνας του 1940 δεν είναι μόνο εθνικός, δεν είναι δηλαδή υπέρ βωμών και εστιών, ήταν κυρίως αγώνας υπέρ ιδεών. Και μάλιστα ιδεών με παγκόσμια ακτινοβολία, με πανανθρώπινη απήχηση.

Μάχονταν και τότε σε παγκόσμια μάλιστα κλίμακα, η ιδέα της ατομικής ελευθερίας και της δημοκρατίας εναντίον του ολοκληρωτισμού. Μάχονταν η ιδέα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας κατά της βίας, κατά της δημεύσεως της πνευματικής ζωής, εχθρός των ήταν ο φασισμός.

Αυτές ακριβώς οι ιδέες δίνουν όχι μόνο ευρύτερη διάσταση στον αγώνα του 1940, αλλά συγχρόνως του δίνουν έμφαση και σπουδαιότητα. Και τούτο λέγω γιατί οι ιδέες της ατομικής ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας δεν έχουν μόνο το εύρος της παγκοσμιότητας, αλλά και λαμπρή ηθική ακτινοβολία. Αποτελούν, όπως είναι γνωστό, τον κεντρικό πυρήνα του ευρωπαϊκού πολιτισμού, όπως ο πολιτισμός αυτός διαμορφώθηκε κάτω από την αποφασιστική επίδραση του Ελληνικού πνεύματος. Του πνεύματος δηλαδή εκείνου που θεωρεί το άτομο ως απόλυτη και απαραβίαστη αξία. Τον άνθρωπο ως αυτοσκοπό.

Συνεπώς ο αγώνας του 40 ήταν αγώνας αμύνης του Ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η γεωγραφική γραμμή αμύνης των Αλβανικών συνόρων, ήτα στην ουσία, ιδεολογική γραμμή αμύνης του Ευρωπαϊκού πνεύματος.

Φυσικά δεν είναι μοναδικός ένας τέτοιος αγώνας στην Ελληνική ιστορία. Και η μεγάλη μάχη των Θερμοπυλών είναι ένας τέτοιος αγώνας. Όσο και εάν η χρονική απόσταση  εμποδίζει ίσως την δίκαιη σύγκριση των δύο γεγονότων, οι λοιπές περιστάσεις μας την επιτρέπουν. Είναι η αναλογία των αντιθέσεων βίας και ελευθερίας, του ολοκληρωτισμού προς την δημοκρατία, της πνευματικής δουλείας προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Άλλωστε η αναγωγή των Θερμοπυλών από γεωγραφικό όρο σε πνευματικό σύμβολο αγώνων υπερατομικών, υπερεθνικών, την οποία επέβαλε η ποίηση του Καβάφη, μας επιτρέπει τον παραλληλισμό.

Πράγματι η Ελλάδα, η τροφός του ευρωπαϊκού πνεύματος, παρέμεινε και το 40 στα βουνά της Αλβανίας με το κεφάλι υψηλά, αντιμέτωπος των νέων «χρυσοφόρων και σιδεροφόρων Μήδων». «Από το χρέος μη κινούσα» όπως θα έλεγε ο ποιητής. Υπερασπίζουσα την τιμή του Ευρωπαϊκού πολιτισμού, με μια θαυμάσια, όπως όλοι γνωρίζουμε, υπέρβαση των δυνάμεών της. Με το πάθος του χρέους. Με ένα γυμνό και ασυμβίβαστο «ΟΧΙ» που απηχούσε την υπερήφανη απάντηση του Σπαρτιάτη Δημάρατου δοσμένη στον Ξέρξη έτσι: «Με της αρετής την βοήθεια νικάνε οι Έλληνες και την φτώχεια και τον δεσποτισμό. Όλοι οι Έλληνες αξίζουν, αλλά θα κάνω λόγο μονάχα για τους Λακεδαιμονίους. Έχω λοιπόν το θάρρος να πω στο βασιλέα πως αυτοί δεν θα παραδεχθούνε τις προτάσεις του που έχουνε σκοπό την υποδούλωση της Ελλάδος. Έπειτα και όλοι οι Έλληνες έρθουνε με το μέρος το δικό σου, αυτοί θα σε χτυπήσουν με πόλεμο. Όσο αφορά την πολεμική τους δύναμη, μη ρωτάς πόσοι είναι για νάχουνε την τόλμη να κάνουν τέτοια πράγματα. Και χίλιοι να λάβουν μέρος στην εκστρατεία και λιγότεροι είτε και περισσότεροι, αυτοί θα σε χτυπήσουν».

Θα μπορούσε βέβαια μια χώρα μπροστά στο φάσμα της επίθεσης του παντοδύναμου τότε φασισμού να θελήσει και να διαλέξει την φυσικά ανώδυνη και ειρηνική αποδοχή των όρων του επιδρομέα, πράγμα που συνέβη άλλωστε με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αλλά στην κλίμακα των ελληνικών αξιών υπάρχει πρώτη η Ελευθερία και έπειτα η ειρήνη. Και η Ελλάδα του 1940 διάλεξε το αξιότερο. Και το τιμιότερο.

Το ΟΧΙ όμως δεν ήταν μόνο η αξιότερη και τιμιότερη στάση απέναντι στον φασισμό. Ήταν συγχρόνως, αν υπολογίσει κανείς τα αριθμητικά δεδομένα των δυνάμεων που αντιμετώπιζε η Ελλάδα, και μια πρόκληση. Ήταν πρόκληση κατά της κοινής λογικής, της σωφροσύνης και του εφησυχασμού.  Που εξηγείται μόνο αν λάβουμε υπ όψη ότι ο εξωτερικός εχθρός (Ιταλοί και Γερμανοί) συγκέντρωνε και τις ιδεοληψίες του αυταρχικού και ανελεύθερου τότε καθεστώτος της πατρίδας μας. Έτσι ο αγώνας του 40 δεν έφερε  μόνο τα χαρακτηριστικά της άμυνας. Έφερε και τα χαρακτηριστικά της επίθεσης κατά του φασισμού, τα δεινά του οποίου δοκίμαζε στο εσωτερικό την εποχή εκείνη ο Έλληνας μαχητής. Και τη στάση αυτή μόνο ένας λαός, αιώνιος εραστής της ελευθερίας, όπως ο Ελληνικός, αλλά και ένας λαός που ήδη υπέφερε από τα δεινά του φασισμού στην χώρα του, θα μπορούσε να επιλέξει, προτιμώντας τον ακριβό πόνο απ την φτηνή και ταπεινωτική ευχαρίστηση της ειρηνικής υποταγής. Ήταν συνεπώς επόμενο να ελκύσει η Ελλάδα τους κεραυνούς της φασιστικής οργής.

2.- Αλλά οι μάχες και οι αγώνες δίδονται (κερδίζονται ή χάνονται) από μαχητές και αγωνιστές. Σ΄αυτούς ανήκει η τιμή. Στον ανώνυμο στρατιώτη, στον λοχία, στον ανθυπολοχαγό της Αλβανίας. Αν δεν μιλήσει κανείς γι αυτούς κινδυνεύει να απονευρώσει την μνήμη του αγώνα εκείνου. Αλλά η μνήμη όλων μας είναι πάντα γεμάτη απ αυτούς. Προ πάντων τις μέρες αυτές.

Δεν ξεχνά πράγματι κανείς εύκολα, απλά περιστατικά που ίσως είδε ή άκουσε με ανώνυμους πρωταγωνιστές αυτούς. Όπου ο άσημος ¨Έλληνας στρατιώτης με τα κρυοπαγήματα στα πόδια, πολεμώντας στα χιόνια της Αλβανίας, χωρίς σφαίρες, βγάζει τη χλαίνη του και την πετάει στα δόντια της ερπύστριας κάποιου τακνς για να μπλοκάρει την κίνησή του. Ή όπου οι ανώνυμες Ελληνίδες μετέφεραν το φορτίο του πολεμικού υλικού στις κακοτράχαλες βουνοπλαγιές των πρώτων γραμμών.

Το ηρωικό αυτό σθένος, η τόλμη αυτή του ανώνυμου αγωνιστή που θα προσφέρει και τη ζωή του δεν προέρχεται ασφαλώς από αφελή άγνοια του κινδύνου. Προέρχεται από την γνώση του κινδύνου που αντιμετωπίζει. Είναι το σθένος εκείνου που γνωρίζει καλά τι είδους αγαθά κινδυνεύουν από τον αντίπαλο. Που γνωρίζει ότι κινδυνεύει η ελευθερία, ότι κινδυνεύει η δημοκρατία, ότι κινδυνεύει η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Αγαθά αιώνια, οικεία, ζυμωμένα από το αίμα των προγόνων του, βγαλμένα από τα κόκκαλά τους, γεννημένα σε τούτη τη γή. Αγαθά που ταιριάζουν στην παιδεία τους και, για όσους δεν έχουν παιδεία, που ταιριάζουν στην ψυχική τους δομή. Υπαρξιακά αγαθά. Αρχέτυπες μορφές προς τις οποίες λαοί, όπως οι Έλληνες, κλείνουν από μια αταβιστική παρόρμηση. Συστατικοί όροι όχι μιας απλώς βιολογικής ζωής, αλλά της ανθρώπινης ζωής. Και επέρχεται έτσι η ψυχολογική ταύτιση του αγωνιστή με την αιωνιότητα των ιδεών τις οποίες υπερασπίζεται. Αποτέλεσμα να γεννάται αίσθημα ατρωσίας, αίσθηση απυρόβλητου. Ηρωικό σθένος έξοχο.

Το ηρωικό όμως τούτο σθένος προέρχεται όχι μόνο από τη γνώση εκείνων των αγαθών που κινδυνεύουν, αλλά και από την οδυνηρή γνώση του μεγέθους και της ποιότητας των δυνάμεων που τα απειλούσαν, των δυνάμεων που αντιμετώπιζε. Είναι το σθένος εκείνου που έχει την εμπειρία ενός ιστορικού παρελθόντος, κατάστικτου από επιδρομές του ολοκληρωτισμού, με βαρβαρικό ή μη βαρβαρικό μανδύα. Μακρά τη θητεία στο ζυγό της δουλείας. Ανελεύθερο το παρόν.

Προέρχεται, τέλος, το ηρωικό του σθένος από μια ακραία πίστη στην τελική νίκη. Από μια αισιόδοξη αντιμετώπιση του αγώνα. Δεν σκαρφάλωσε ο αγωνιστής στα χιονισμένα βουνά της Πίνδου, της Ηπείρου και της Αλβανίας με  σκοπό να αφήσει εκεί τα κόκκαλά του. Δεν είχε σκοπό να πεθάνει πολεμώντας. Γνώριζε ότι η πατρίδα του και η οικογένειά του απαιτούσαν από αυτόν, όπως είχε πεί κάποτε ο Ελευθέριος Βενιζέλος απευθυνόμενος στον Έλληνα πολεμιστή, όχι να πεθάνει, αλλά να νικήσει. Έτσι, ξεκίνησε χαμογελώντας.

Έτσι με χαμόγελο και χωρατά ξεκινώντας και έτσι πολεμώντας ο αγωνιστής του 40 πρόσφερε στο αγώνα ένα απαράμιλλο πείσμα, μια κορυφαία ευψυχία. Έχανε ίσως τη ζωή του στη μάχη. Έχανε όμως μια ζωή που είχε ήδη αποκτήσει τη στιγμή εκείνη του αγώνα υψηλή ένταση και ρωμαλέα συμπύκνωση ποιότητας. Μια ζωή που, δεμένη, ενωμένη, ταυτισμένη με αιώνια, πανανθρώπινα ιδεώδη, υπερνικούσε το θάνατο. Τον κέρδιζε. Και τον πρόσφερε όπλο στη μάχη. Όπλο για τη νίκη. Το θάνατο όπλο για τη ζωή. Ενθαρρύνοντας τους ολιγόπιστους. Ταράζοντας τις συνειδήσεις των αντιπάλων. Αποκαλύπτοντας και διδάσκοντας πόσο αξίζει εκείνο που ακριβά, με αίμα και θάνατο, αποκτιέται.

Αυτή η εκούσια, για χάρη υψηλών ιδανικών θυσία του πολεμιστή, που γίνεται με το χωρατό του Καραϊσκάκη, όπως μας το περιέγραψε ο Μακρυγιάννης, που γίνεται με το χαμόγελο των στρατιωτών της Αλβανίας, όπως όλοι θυμόμαστε, υφαίνει το ηρωικό σθένος και το καθαγιάζει. Μεταβάλλει το θάνατο από καταλύτη της ζωής σε ανάλωμα ζωής. Συνθέτει την αρετή του πολεμιστή εκείνου που, ασυμβίβαστος στο αριθμό και το μέγεθος του αντιπάλου, αντιπαρατάσσει ποιότητα. Που προτιμά το κέρδος μιας στιγμής ποιότητας, παρά το άπειρο μέγεθος της ποσότητας.

Ο Βάλτερ Γένς, σύγχρονος Γερμανός θεατρικός συγγραφέας, σε μια τραγωδία του παρμένη απ τον Τρωικό πόλεμο παρουσιάζει το Αχιλλέα, τον γνωστό άτρωτο ημίθεο, δίπλα στο νεκρό Έκτορα να συλλογιέται ότι στην πραγματικότητα δεν σκότωσε αυτός τον Έκτορα, αλλά τον σκότωσαν οι Θεοί με την αθανασία που είχαν χαρίσει στον ίδιο, αθανασία που τον είχε κάνει σχεδόν άτρωτο στον πόλεμο. Συνεπώς, σκέφτονταν ο Αχιλλέας, «δεν μου ανήκει καμμιά αρετή. Την αρετή την κέρδισε ο Έκτορας και όχι εγώ, πολεμώντας αυτός τρωτός με τον άτρωτο. Και εγώ άτρωτος με τον τρωτό..». ΄Ετσι ο Αχιλλέα αποφάσισε  να κερδίσει ό ίδιος την αρετή του πολέμου διακινδυνεύοντας την αθανασία που του είχαν χαρίσει οι Θεοί. Γι αυτό βγάζει τα περισφύρια που προστάτευαν το τρωτό σημείο της φτέρνας του και μένει στον κίνδυνο του πολέμου χωρίς την προστασία της αθανασίας του. Παίρνει τα περισφύρια που έβγαλε και λέγει:  «Θα τα φορέσω του νεκρού και θα τα στείλω των Θεών. Να ξέρουνε από την κνίσα της σωρού του Έκτορα αύριο πως ο Αχιλλέας προτίμησε την αρετή του. Και την προτίμησε όχι καν απ τη πρόσκαιρη ανθρώπινη ζωή. Την λίγο περισσότερη ή λίγο συντομότερη. Την προτίμησε απ αυτήν ίσα ίσα την αθανασία τους. Τους την επιστρέφω. Εγώ αγοράζω ακριβά την αρετή. Την αγοράζω χαρίζοντας όχι το ρίσκο μόνο μιας πρόσκαιρης ανθρώπινης ζωής, αλλά το όλο μιας ζωής αθάνατης. Ό,τι αξίζει μόνο ακριβά αγοράζεται. Και η αρετή αξίζει. Όχι μια ζωή  μονάχα. Αξίζει μια αθανασία».

Τα παραπάνω, φρονώ, είναι μια έξοχη, παρ όλη την υπερβολή της ανατομία της πολεμικής αρετής. Μιας αρετής που φθάνει σε σημείο υπέρβασης της ανθρώπινης φύσης.

Θα ισχυρισθεί βέβαια κανείς ότι αυτές οι υπερβάσεις, αυτές οι υπερτάσεις της ανθρώπινης δυνατότητας κλείνουν μέσα τους το σπέρμα μιας νεανικής ρομαντικής διάθεσης. Ενός ονείρου εφηβείας. Και στερούνται ίσως της πρακτικότητας και των ευφυών προσαρμογών που αναζητεί η χρησιμοθηρία του παρόντος. Ωστόσο, σύμφωνα με  ένα Κινέζικο γνωμικό, «είναι καλύτερα να ανάψεις ένα κερί, παρά να καταριέσαι το σκοτάδι». Η πρακτική δηλαδή σωφροσύνη του Κινέζικου γνωμικού αναγνωρίζει μεγαλύτερη χρησιμότητα στις νεανικές υπερβάσεις των ανθρωπίνων δυνατοτήτων παρά στις γεροντικές μεμψιμοιρίες και τις επιφυλάξεις. Αυτές λοιπόν οι ανατάσεις, οι υπερβάσεις, οι εκλάμψεις νεότητας είναι που δημιούργησαν το θαύμα του 40. Αυτές που δεν περιορίστηκαν να καταραστούν τον φασισμό, αλλά άναψαν, με πολύ αίμα και πολλά δάκρυα, το πρώτο κερί της παρηγοριάς και της ελπίδας για όσους φοβήθηκαν το θάνατο του Ευρωπαϊκού πολιτισμού. Για όσους φοβήθηκαν το θάνατο της Δημοκρατίας, της Ελευθερίας, της Ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Το πρώτο κερί της Ανάστασης. Της κοινής συμμαχικής νίκης που ήρθε αργότερα.

Αλλά σήμερα φοβούμαι. Tempora inimica virtuti.

Γιάννης Π. Βλασόπουλος