Πρόσωπα & Πράγματα:

Δημοσθ. Γ. Γεωργοβασίλη:

Ο Αγρινιώτης γλύπτης ΘΟΔΩΡΟΣ (Παπαδημητρίου)

«Τη γλυπτική δε μπόρεσα εγώ να την εξηγήσω με κάποιες ολόκληρες αισθητικές θεωρίες, πουθενά δεν έφτασα σε τίποτα. . . .Μαζί με τη γυναίκα που αγαπηθήκαμε. . .. σιγά, βασανιστικά φτάσαμε κάποτε να βρούμε το μεγάλο της δίδαγμα για την ασίγαστη, ανημέρευτη προσπάθεια του ανθρώπου για την ομορφιά, την τέχνη, την ευτυχία, μέσα απ' την αδυναμία, τη ματαιότητα, την απελπισία και την άρνηση”.

Δημήτρης Χατζής

Είναι γνωστό ότι η Γλυπτική μαζί με την Αρχιτεκτονική είναι οι μόνες από τις Καλές Τέχνες, που απαιτούν τον τρισδιάστατο χώρο, το ανοιχτό περιβάλλον και αξιώνουν να συνδιαλέγονται δημοσίως με τους πολίτες, αλλά και κρυφά με το χρόνο, για να κερδίσουν την αιωνιότητα. Η Γλυπτική από τα βάθη της Προϊστορίας, καθώς αποδεσμευόταν βαθμηδόν από την Αρχιτεκτονική, άρχισε να συνδέεται στερεότερα με την αιωνιότητα, όσο περισσότερο κατόρθωνε να γίνεται συνεταίρος με τη «μαγεία της αλήθειας» και τη «γοητεία της ομορφιάς», όπως τονίζει ο γλύπτης Θόδωρος (Παπαδημητρίου). Και αυτή η τρίδυμη εταιρική σχέση κατέστησε τη Γλυπτική την πλέον δημοκρατική, αλλά συνάμα και την πλέον δυσερμήνευτη, Τέχνη. Εξ ου και η ανεπάρκεια της Τεχνοκριτικής να επισημαίνει τα «στίγματα πορείας» του κάθε δημιουργού γλύπτη, ο οποίος αντιστάθηκε καί δεν εντάχθηκε σε κάποιο αναγνωρισμένο και εμπορικώς προσοδοφόρο ρεύμα, αλλά μόχθησε να ανακαλύψει το δικό του τάλαντο και να χαράξει τη δική του πορεία προς την αλήθεια.

Ο γλύπτης Θόδωρος γεννήθηκε το 1931 στο Αγρίνιο ως γιος του Αι-Βλασίτη γιατρού Δημητρίου Παπαδημητρίου και της Αγρινιώτισσας Ευσταθίας Χαβέλα-Το 1936 ο Θόδωρος ορφάνεψε από πατέρα. Οι συνακόλουθες δυσκολίες της ζωής, που επιδεινώθηκαν από τους ζοφερούς και απηνείς καιρούς του πολέμου, της Κατοχής και του εμφυλίου σπαραγμού, σφυρηλάτησαν σκληρόψυχα στο αμόνι της στέρησης και της φρίκης το μέταλλο της γενετικής προικοδότησης του εφήβου. Νέος με υποδειγματική οικογενειακή ανατροφή, ωραίος, αθλητικός, φιλότεχνος, φιλέταιρος, εύχαρις και ρομαντικός απόκτησε πολλούς και καλούς φίλους. Οι συμμαθητές του θυμούνται τον Θόδωρο σε ώρες διαλειμμάτων ή κάποιας ραστώνης να ανοίγει ένα τετράδιο και να  σχεδιάζει ή να συνθέτει το πορτραίτο κάποιου συμμαθητή ή καθηγητή του.

Το 1952 ο Θόδωρος έγινε φοιτητής της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών Αθηνών. Οι άριστες επιδόσεις του στη Σχολή του εξασφάλισαν γρήγορα την προσοχή και την αγάπη αρκετών καθηγητών του, αλλά και το θαυμασμό πολλών συμφοιτητών του. Έτσι το 1959, μετά από δύσκολο διαγωνισμό μεταξύ πολλών συνυποψήφιων ο Θόδωρος τιμήθηκε με χορήγηση τριετούς υποτροφίας εκ μέρους του Ελληνικού Κράτους (Ι.Κ.Υ.) για να μετεκπαιδευθεί στη Γαλλία.

Στο Παρίσι μαθήτευσε και έδρασε ο Θόδωρος δώδεκα ολόκληρα χρόνια. Το 1972 έφυγε για την Αμερική, όπου για ένα ακαδημαϊκό έτος δίδαξε Γλυπτική ως επισκέπτης καθηγητής στο California State University. Ακολούθως επιστρέφει στην Αθήνα, όπου στο μεταξύ είχε γίνει ευρύτερα γνωστός τόσο από σχετικά δημοσιεύματα του Τύπου όσο και από ατομικές εκθέσεις έργων του. Το 1980 ο Θόδωρος αναγορεύεται Καθηγητής στην έδρα της Πλαστικής του Τμήματος Αρχιτεκτόνων του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου, από όπου συνταξιοδοτήθηκε ως Ομότιμος Καθηγητής το 1998.

Από το 1961 μέχρι σήμερα ο γλύπτης Θόδωρος παρουσιάσθηκε πάνω από 65 φορές κυρίως σε ατομικές εκθέσεις έργων του και μερικές φορές έλαβε μέρος και ομαδικές εκθέσεις: Δεκαπέντε εκθέσεις έγιναν στη Γαλλία, τριάντα στην Ελλάδα (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Ρόδος Κρήτη, Μέτσοβο, Δελφοί, Λευκωσία κ. α.), και περίπου είκοσι στο άλλο Εξωτερικό (Η.Π.Α., Καναδάς, Βραζιλία, Βέλγιο, Ελβετία, Ιταλία, Ολλανδία, Κωνσταντινούπολη, Ουγγαρία, Πορτογαλία, Μαδαγασκάρη, Κορέα κ.λ.π.).

Χιλιάδες είναι οι σελίδες των κειμένων που γράφτηκαν και άμμος θαλάσσης οι λέξεις πού εκφωνήθηκαν για την τέχνη του γλύπτη Θόδωρου. Το ραδιόφωνο, η τηλεόραση, ο ημερήσιος και περιοδικός τύπος τον περιέβαλαν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Γιατί ο Θόδωρος δεν έπαυσε ποτέ να ερεθίζει και να προκαλεί το φιλότεχνο Κοινό τόσο με το γλυπτικό έργο του όσο και με το συγγραφικό του. Και παρά την άληκτη προσπάθειά του να ιδρύσει στενότερες επικοινωνιακές σχέσεις με ολοένα και ευρύτερο Κοινό, αφού πιστεύει ότι η Γλυπτική με όλες τις μορφές της απευθύνεται στους πολίτες και ζητεί διάλογο μαζί τους -κι ας σημειωθεί ότι, ενώ αυτές οι προσπάθειες απέδωσαν μεγάλο κεφάλαιο δόξας στον γλύπτη μας τόσο στην Αμερική, τον Καναδά και τις ανεπτυγμένες χώρες του Εξωτερικού, - εντούτοις ο φημισμένος γλύπτης πολλές φορές στην Ελλάδα γνώρισε την πικρία της αυθαίρετης ή σκόπιμης παρερμηνείας και της μικρόψυχης Κριτικής.

Ο γλύπτης Θόδωρος αποτελεί στη χώρα μας μια σπάνια μορφή αντικομφορμιστή δημιουργού: συνδυάζει αρμονικά τη χειρωνακτική δημιουργία πάνω στο μέταλλο με μια δημόσια επιβλητική θεωρητική παρουσία. Από το 1981 μέχρι σήμερα έχει εκδώσει έξι βιβλία, με τα οποία υποστυλώνει, διασαφηνίζει και υπερασπίζεται το έργο του. Στα βιβλία αυτά όσο και στα ποικίλα κείμενα συνεντεύξεων ή άρθρων του εκτίθεται με νευρώδη λόγο ο αιρετικός και σε πολλά σημεία ρηξικέλευθος στοχασμός του για την πορεία και τη μοίρα της Γλυπτικής στους καιρούς μας. Η τέχνη του γλύπτη Θόδωρου, προορισμένη να ορθώνεται σε δημόσιους χώρους ως ένας διαρκής και ακαταπόνητος συνομιλητής με το Κοινό, κομίζει το επιτακτικό για την εποχή μας αίτημα της βαθύτερης και ευρύτερης παιδείας του λαού.

Η Τέχνη ως επικοινωνιακό ενέργημα έχει τεράστια παιδευτική αξία. Έτσι δικαιολογείται και η εκ πρώτης όψεως φαινομενική αθέτηση εκ μέρους του γλύπτη Θόδωρου της αρχής της ελευθερίας του καλλιτέχνη: ομολογεί ότι ποτέ δεν θέλησε να γίνει υπάλληλος, δέσμιος των νόμων και κανονισμών της υποταγής και της συμμόρφωσης στο «υπηρεσιακό καθήκον». Και όμως ως καθηγητής της Αρχιτεκτονικής Σχολής του Πολυτεχνείου υπήρξε επί είκοσι χρόνια κρατικός υπάλληλος! Εξηγώντας ο γλύπτης Θόδωρος αυτή την «παρασπονδία» με εύστοχη παλινωδία αιφνιδιάζει διακηρύσσοντας ότι δεν θεωρεί τον εαυτό του «ορθόδοξο καλλιτέχνη», αλλά πιστεύει ότι η «διδασκαλία είναι ένας τρόπος επικοινωνίας». Και η επικοινωνία είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη και επιβίωση του δημιουργού, ώστε με το έργο του να συντελεί στην «εξυπηρέτηση της δημόσιας λειτουργίας του περιβάλλοντος».

Πολλές τιμητικές διακρίσεις επιδαψιλεύτηκαν στο γλύπτη Θόδωρο. Ήδη το 1965 στο Παρίσι, στη Μπιενάλε των Νέων, έλαβε το περίφημο Βραβείο Ροντέν. Το 1966 στην Αθήνα έλαβε το πρώτο Βραβείο Γλυπτικής της Στέγης Καλών Τεχνών και Γραμμάτων. Το 1967 έλαβε στο Παρίσι το Grand Prix  στο 42eme Salon d Art Contemporain, Montrouge. Το 1972 τιμήθηκε με χορηγία από τη Ford Foundation  για μελέτη και εργασία στη Γλυπτική, ενώ το 1973 δέχθηκε χορηγία από το I.Β.Μ. για τη Διεθνή Διάσκεψη Dising του Aspen στο Κολοράντο των Η.Π.Α.

Εκτός από τις πολυάριθμες εκθέσεις έργων του σε γκαλερί, τις τιμητικές παραγγελίες για σύνθεση διακοσμητικών έργων σε μεγάλα δημόσια και ιδιωτικά οικοδομήματα, τις συνεργασίες με ονομαστούς αρχιτέκτονες, ο γλύπτης Θόδωρος την επικοινωνία με το Κοινό την επιζήτησε και με παραγωγή οπτικοακουστικών θεμάτων σε δίσκους γραμμοφώνου και σε θεατρικές παραστάσεις.

Αρκετοί κατηγόρησαν τον πληθωρικά εκδηλωτικό γλύπτη μας για την επιδεικτική αυτή αυτοπροβολή και ειδικότερα για τη δημοσιογραφική και συγγραφική του δραστηριότητα, αφού βέβαια δεν είναι σύνηθες στην Ελλάδα το φαινόμενο του διανοούμενου καλλιτέχνη. Αλλά ο Θόδωρος έτυχε να αγαπά από μικρός το διάβασμα και το στοχασμό. Συζητώντας μαζί του διαπιστώνεις έκθαμβος το εύρος των γνώσεών του γύρω από την Λογοτεχνία, την Ψυχολογία, την Κοινωνιολογία, την Πολιτική, και κυρίως προσέχεις τη ειλικρίνεια, τη διεισδυτικότητα και την τόλμη της σκέψης του. Την γνώμη του Wittgenstein, - τον οποίον ο Θόδωρος υπεραγαπά παράλληλα προς τον Albert Camus-: «. . . επειδή μου είναι αδιάφορο αν αυτό που έχω σκεφθεί το έχει κιόλας σκεφτεί πριν από μένα κάποιος άλλος» την έχει βάλει ως μότο στο βιβλίο του «Στίγματα πορείας». Από πότε λοιπόν η γνώση έγινε υπόδικος αλαζονείας; Αλλά "ούχ ύπόδικα τά είκότα".

Γι’ αυτό πιστεύω ότι θα έρθει ο καιρός, όταν υποψήφιοι διδάκτορες θα ανατρέχουν στο συγγραφικό έργο του γλύπτη Θόδωρου, για να λάβουν ερεθίσματα και αντλήσουν ιδέες προς αντιμετώπιση προβλημάτων όχι μόνον της Αισθητικής αλλά και άλλων, κυρίως κοινωνικών, επιστημών. Η πρωτοτυπία και η ευτολμία της σκέψης του γλύπτη Θόδωρου, η οποία σκανδαλίζει αρκετούς από τους συγχρόνους μας ομοτέχνους του, θα αξιολογηθεί δικαιοκριτικά και θα γίνει ευρέως σεβαστή, όταν η διαρκώς αυξανόμενη δόξα του θα έχει παραμερίσει το φθόνο και την επαγγελματική αντιζηλία, οπότε ο ψύχραιμος και φιλότεχνος στοχαστής θα εγκύπτει στο συνολικό έργο του γλύπτη Θόδωρου με άδολο κοινωνικό ενδιαφέρον για το περιβάλλον, για την δημόσια παιδευτική αξία της Γλυπτικής και για την τιμιότητα αυτού του μεγάλου δημιουργού.

Έκαμα τούτη την αναφορά στο πρόσωπο και στο έργο του γλύπτη Θόδωρου από ανάγκη ψυχής: μαθητής στο Γυμνάσιο Αγρίνιου και γείτονας του Θόδωρου (ο οποίος φοιτούσε σε δυο τάξεις ανώτερες), τον έβλεπα συχνά να ανεβοκατεβαίνει στην οδό Καρπενησιού ευσταλής, σταθερός και πάντοτε σοβαρός και φανταζόμουν ότι ο νέος εκείνος θα κλωθογύριζε συνέχεια στο μυαλό του βαθιές σκέψεις. Στα παιγνίδια και στις συντροφιές τον παρατηρούσα πόσο εύθυμος και διασκεδαστικός γινόταν με τους συντρόφους του. Και όταν το 1970 έμαθα ότι έγινε καλλιτέχνης και μάλιστα σπουδαίος και ότι εκθέτει έργα του σε αίθουσα του Goethe Institute στην Αθήνα, την επισκέφτηκα, θαμπώθηκα, μπερδεύτηκα και επανέλαβα τις επισκέψεις μου με την ελπίδα πώς κάποια φορά θα συναντούσα εκεί μέσα τον ίδιο τον γλύπτη, για να μού εξηγήσει κάπως την παράξενη τέχνη του. Αλλά τον συνάντησα επιτέλους μόλις τον περασμένο Νοέμβριο μέσα στο Εργαστήριό του, στο επιβλητικό σπίτι του κάτω από την Ακρόπολη, στην οδό Προπυλαίων 34, όπου μετά από σχεδόν τρίωρη συνομιλία μας και αναστροφή μου με τα εκτεθειμένα έργα του, αισθάνθηκα το χρέος να μιλήσω εδώ, όπως μπορούσα, για ένα μεγάλο συμπατριώτη, για έναν εξαίσιο δημιουργό. Ιδιαίτερα μάλιστα, όταν διάβασα σε κείμενό του και τούτα τα λόγια: «Δεν θέλω ο θάνατός μου να γίνει ευκαιρία για να εκφράσουν τα συναισθήματα τους και τις κρίσεις τους με επικήδειους λόγους και άλλες μεταθανάτιες εκδηλώσεις όσοι δεν θέλησαν να μου τα προσφέρουν όσο είμαι ζωντανός. Δεν θέλω ο θάνατός μου να αποτελέσει γεγονός για κανέναν» (Στίγματα πορείας. Σελ. 180).

Μήπως είναι καιρός ώστε και ο Δήμος Αγρίνιου, ως ο ευπορότερος στο νομό, να αρχίσει να σκέπτεται για ίδρυση ενός μουσείου Αιτωλοακαρνάνων γλυπτών; Είναι ήδη τόσα πολλά τα ευκλεή τέκνα του νομού μας.

Δημοσθένης Γ. Γεωργοβασίλης

----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

* Δημοσιεύτηκε το 2001 στο περιοδικό του Συλλόγου των εν Αθήναις Αγρινιωτών «H Ρίζα».