Πρόσωπα & Πράγματα:

ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΠΡΑΛΟΣ

(Σύντομη βιογραφία με στοιχεία της προφορικής παράδοσης)

του Βασίλη Δανιά


Χρήστος Kαπράλος

Κοντά στο Αγρίνιο, στο χωριό Μουσταφούλι, γεννήθηκε το 1909 ο γλύπτης Χρίστος Καπράλος από φτωχή, αγροτική οικογένεια. Είχε το ατύχημα να χάση πολύ ενωρίς τον πατέρα του και να μείνη με την μητέρα του. Εκείνη τόσο ανήμπορη να σηκώνη όλο το βάρος της ανατροφής δύο αγοριών και δύο κοριτσιών. Ομως η μιζέρια δεν μπόρεσε να νεκρώση το Θείο δώρο του παιδιού εκείνου, που από τα πρώτα του χρόνια, τα παιδικά, δείχνει το μεγάλο του ταλέντο. λος﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽στττον τραβούσαν, η δε ΌμωΗ μητέρα του το βλέπει να ξεχωρίζει από τα άλλα της παιδιά, παράξενο, ανήσυχο, αλλά με τόση μεγάλη αγάπη γι αυτό και γίνεται το καμάρι του σπιτιού. «’Ολα θα τα πουλήσουμε για να σε κάνουμε μεγάλο άνθρωπο» τούλεγε συχνά. Έτσι ο Χρίστος Καπράλος με τα λίγα οικονομικά μέσα που είχε βρέθηκε στο Σχολαρχείο στο Αγρίνιο. Δεν ήταν όμως τα γράμματα, που τον τραβούσαν, η δίψα για την έμφυτη κλίση προς την τέχνη τον ενδιέφερνε. Κι ήρθε η μεγάλη στιγμή, σαν ένα κάλεσμα από τα βάθη της μοίρας του.

Κάπου κοντά στην Αβώρανη μέσα στα λιοστάσια, ο Χρίστος Καπράλος με τους καθηγητές του και τους συμμαθητές του βρίσκονται εκδρομή μια ανοιξιάτικη ηλιόλουστη ημέρα. Με κάρβουνα, που πάντα γέμιζαν τις τσέπες του,  ζωγράφισε «ένα τοπίο της Αβώρανης, που δείχνει μερικά σπίτια ανάμεσα στις ελιές», μας λέει ο παλιός ο φίλος του ιατρός Σιαδήμας. Είναι η μαγάλη στιγμή που ο Καπράλος βρίσκει τον πραγματικό εαυτό του και οι συμμαθητές του ανακαλύπτουν το καλλιτέχνη συμμαθητή τους. Ο μακαρίτης καθηγητής της χειροτεχνίας Καρζής συνεπαίρνεται κι αυτός με την σειρά του από το έργο εκείνο του καλλιτέχνη κι αμέσως τον συνέστησε στον Αγιογράφο τον Γεωργιάδη να τον πάρη στο ατελιέ του. Το Σχολαρχείο χάνει τον Καπράλο, αλλά και ο γλύπτης δεν βρίσκει το στοιχείο του στο εργαστήρι ενός «Αγιογράφου» που σστάθηκε τόσο αδύναμο να χορτάση τη δίψα του καλλιτέχνη. Ως τόσο όμως η αρχή είχε γίνει. Ένας μεγάλος σταθμός δια την κατοπινή ανοδική πορεία του είχε συντελεσθεί. Πολύ συζήτηση γίνεται στο Αγρίνιο για το ταλέντο του. Ο Καρζής μιλάει με ενθουσιασμό και πίστη για την αξία του. Τούτη η συζήτηση πείθει τον ευαίσθητο σε τέτοια πράγματα αξέχαστο Δήμαρχο Παναγόπουλο και ο Δήμοος τον βοηθάει να φθάσει στην Αθήνα. Ο έμπορος Μαρνέζος του έδωσε ρούχα, ο Παναγόπουλος 3.000 δρχ. ως έξοδα για την πρώτη εγκατάσταση κι ο Δήμος Αγρινίου το ποσόν των 700 δρχ. κάθε μήνα.

Ο Καπράλος στην Αθήνα γνωρίζεται αμέσως με τον γλύπτη Φαληρέα και μπαίνει στο εργαστήρι του, ενώ ταυτόχρονα γράφεται στην Σχολή Καλών Τεχνών του Εθνικού Μετσοβείου Πολυτεχνείου. Πολύ γρήγορα γίνεται γνωστός στο φιλότεχνο κύκλο της Αθήνας, όπου τον παρουσιάζουν με ενθουσιασμό οι φτασμένοι δάσκαλοί του Φαληρέας και Απάρτης. Το ζωγραφικό μαζί με το μικρό τότε γλυπτικό τότε γλυπτικό έργο ξαφνιάζει τους Αθηναίους, κι όλοι τους μιλάνε για μια αποκάλυψη εενός δαιμονικού ταλέντου. Τούτη η συζήτηση φτάνει στα αυτιά των Παπαστρατέων κι ένας από αυτούς επισκέπτεται τον καλλιτέχνη στο Πολυτεχνείο για να τον γνωρίση. Ενθουσιάζεται και κολακεύεται μαζί για όσα ακούει από τους καθηγητές για τον Αγρινιώτη καλλιτέχνη. Έτσι ο Καπράλος βρίσκεται τώρα κάτω απ΄ την προστασία των Παπαστρατέων. Φεύγει για το Παρίσι όπου τον υποδέχεται ο Φαληρέας. Στο σπίτι του τελευταίου ο Καπράλος βρίσκει αληθινή στοργή και προστασία. «Ο κ. Πολυφάσης, προφέρει η αδελφή του καλλιτέχνη, που ζή τώρα στο Παναιτώλιο, αγάπησε τον Καπράλο σαν παιδί του. Απόδειξη ότι με την διαθήκη του παρεχώρησε ένα δωμάτιο στον γλύπτη μας να το νοιώθη σπίτι του, όταν πηγαίνη στο Παρίσι που είναι η δεύτερη πατρίδα του». Στο Παρίσι ο καλλιτέχνης βρίσκει αυτό που επιζητούσε και αφοσιώνεται στην τέχνη του. Αφυπνίζεται όμως καμιά φορά από την γόνιμη μοναξιά του μόνο και μόνο για να θυμηθή την μητέρα του και τις δύο αδελφές του που ψωμοχλίβονται στο Μουσταφούλι. Λίγα χρήματα έτσι για ένα σακκί αλεύρι στέλνει στην μητέρα του για να της δείξη τη μεγάλη του αγάπη. Λένε πως τούτο το γεγονός στάθηκε η αιτία να κόψη ο Παπαστράτος την υποτροφία του Καλλιτέχνη. Όποια και νάναι η αλήθεια, ο Καπράλος το 1939 βρέθηκε να πουλάει κάρβουνα για να ζήση. Στο κρίσιμο αυτό σημείο το ενδιαφέρον για την τέχνη κάποιας Κυρίας από την Πάτρα  και κατόπιν της Έλενας συζύγου Ελευθερίου Βενιζέλου του εξασφάλισαν τα μέσα ώστε να συνεχίσει και να ολοκληρώση τις σπουδές του.

Κι έρχεται ο πόλεμος του 1940, που βρίσκει τον Καπράλο στην πατρίδα του. Στο Παναιτώλιο είναι κλεισμένος μέσα σε μιά καλύβα που έφτιαξε μόνος του, όπου στήνει το το ατελιέ του. «Τρελό» τον λένε οι απλοϊκοί συγχωριανοί του, που δεν μπορούσαν να καταλάβουν τις ανησυχίες του. Γυρνάει στον Κάμπο, στέκεται στα σταυροδρόμια περιμένοντας τους αγρότες που γυρίζουν από τη δουλειά τους, να τους «συλλάβη» αποκαλυπτικά σε μια εκφραστική στάση. Στο «Ξενία» του Αχελώου το ένα από τα δύο γλυπτά του Καπράλου, που κοσμούν την είσοδο παριστάνει τον Μπάρμπα Στράτο τον Γαλαζούλα, που ανάκοψε την δουλειά του και θερισμένος από την πείνα, στηρίχτηκε στην γκλίτσα του περιμένοντας την γρηά του να του φέρη φαϊ. Έξοχα γλυπτά έδωσε επίσης με μοντέλα της γειτονικής οικογένειας Χριστοφόρου Πολύζου. Τη μητέρα του, μέχρι το θάνατό της, την χρησιμοποιεί σαν μοντέλο, αποτυπώνοντας όλες τις κινήσεις της πότε με τον χρωστήρα και πότε με πηλό, εκδηλώνοντας έτσι την μεγάλη του αγάπη γι αυτή.  Απ τον καιρό εκείνο οι Μουσταφουλιώτες δεν καταλάβαιναν τον Καπράλο, σήμερα όλοι ξέρουν ότι ο παράξενος εκείνος άνθρωπος έγινε ο μεγαλύτερος Έλληνας γλύπτης κι όλοι περηφανευόμαστε για τη δόξα που έφερε στο χωριό του, στο Αγρίνιο και γενικότερα στην Ελλάδα. Σήμερα όλος ο κόσμος μιλάει γι αυτόν. Στην Γαλλία, στην Γερμανία, Ολλανδία, Ουγγαρία, Ιταλία, Ρουμμανία, Σερβία, Βουλγαρία, Αγγλία, στην Αμερική το έργο του Καπράλου είναι γνωστό και αρκετά θαυμασμένο.

Ο Καπράλος δοξάστηκε και μαζί του δοξάστηκε και η σύγχρονη Ελλάδα για τον τρίτο πολιτισμό της.

 ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΑΝΙΑΣ

______________________________

*Σημείωση: ΤΤο παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε την 1-5-1965 στο πρώτο τεύχος του Αγρινιώτικου περιοδικού «Διαλεκτική»  (σελίδα 10).