Πρόσωπα & Πράγματα:

Δημοσθ. Γ. Γεωργοβασίλη:

Γιώργος Σπαρτιώτης

'Eνας θαλασσόληπτος τεχνουργός

Το υγρό στοιχείο, η πρωταρχή του κόσμου, συνδυασμένο στη σκέψη των Ελλήνων μέ το πυρ, απέδωσε το δίδυμο της ζωής ως ύλης και ψυχής. Η θάλασσα με τον ατέρμονα ωκεανό διήκει μέσα από τη Μυθολογία και την Ιστορία των Ελλήνων ως σύμβολο της κίνησης και της ελευθερίας. Με την ορμή της κίνησης οι Έλληνες ανήγαγαν τη σκέψη τους μέχρι τον υπερουράνιο τόπο και στοχάστηκαν για την πέμπτη ουσία του κόσμου, ενώ με την ελευθερία κατήγαγαν τους δώδεκα άθλους κατά του χάους του παραλόγου και απ' αὐτούς αποκρυστάλλωσαν τις δώδεκα λογικές κατηγορίες, με τις οποίες σύνθεσαν το έπος του ανθρώπου, ο οποίος θέτοντας τον αγώνα ως απαραίτητη προϋπόθεση του εξανθρωπισμού του, δημιούργησε το τελειότερο σύστημα τη συμβιωτικής του κοινωνίας, τη δημοκρατία.

 Στη θάλασσα χρωστάει η Ελλάδα τη γένεσή της, τον πολιτισμό της και την αθανασία της. Στο διαγωνισμό για τον πολιούχο της Αθήνας, η επιλογή της Αθηνάς με την ταυτόχρονη αποδοχή των δώρων της είχε ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη ενός πλουτοκρατικού και δουλοκτητικού συτήματος. Και χρειάσθηκε να απειληθεί με εξαφάνιση αυτή η χώρα, ώσπου να πεισθούν οι Αθηναίοι στις πιεστικές προτροπές του Θεμιστοκλή. Τα "ξύλινα τείχη", δηλ. τα πλοία, θα έσωζαν την Ελλάδα. Τότε έγινε κατανοητό και το νόημα των δώρων του Ποσειδώνα: Ο ίππος και το ύδωρ. Γιατί πράγματι, απαιτείται άσκηση, δύναμη και τόλμη για την τιθάσευση και των δύο αυτών όντων. Κι όσοι κατορθώνουν να χαλιναγωγούν τους ίππους και με τη βοήθειά τους καταβάλλουν τον εχθρό κερδίζουν το στέφανο της νίκης, στερεώνουν την ελευθερία τους και γίνονται παιδιά της Γης. Όσοι δαμάζουν με τα καράβια, με αυτά τα "άλογα της θάλασσας", τα στοιχεία της, χαλυβδώνουν την ψυχή τους, σφυρηλατούν το χαρακτήρα τους και γίνονται αδελφοί και συμπολίτες των θεών. Γιατί και σύμφωνα με την ομηρική κοσμογονία όλοι οι θεοί είχαν μητέρα την Τηθύ, δηλ.τη Γη, και πατέρα τον Ωκεανό.

Είναι άρρηκτη λοιπόν η σχέση της Ελευθερίας με τή θάλασσα. Σ' αυτήν οφείλει η Αθήνα το μεγαλείο της και η Ελλάδα την αιώνια και παγκόσμια δόξα της. Σ' αυτήν χρωστάει το Βυζάντιο την για ένδεκα αιώνες μεγάλη ιστορία του. Σ' αυτήν εγγράφεται και το θαύμα της εθνικής παλιγγενεσίας μας με τον αγώνα του 1821. Απ' αὐτήν τέλος προήλθε και η ευλογία του σύγχρονου εξευρωπαϊσμού της Ελλάδας. Όχι μόνον πολιτικοί ηγέτες, όχι μόνο δικαιοκρίτες ιστοριοδίφες, αλλά και σπουδαίοι ποιητές, παλαιοί και νεότεροι, ομολογούν απερίφραστα αυτή την εύλαλη ελληνική πραγματικότητα. Με προεξάρχοντα τον Ανδρέα Κάλβο μεταξύ των Νεοελλήνων, όσων αναγνώρισαν αυτόν τον εθνεγερτικό και απελευθερωτικό ρόλο της θάλασσας, και σημερινό συνεχιστή του τον Οδυσσέα Ελύτη, τονίζεται από όλο και περισσότερους, όλο και εμφαντικότερα, η αξία της θάλασσας για τα πεπρωμένα του λαού και της χώρας του. Δεν είναι μόνον το Αιγαίο, το Ιόνιο και το Κρητικό πέλαγος ο χώρος του Ελληνισμού σήμερα. Το λογοτεχνικό ψευδώνυμο «Οδυσσέας Ελύτης" εκφράζει τόσο την ποιότητα όσο και την οικουμενικότητα του ελληνικού πολιτισμού. Η σκέψη των Ελλήνων, ο ελληνικός τρόπος ζωής, η Δημοκρατία ξαπλώνεται και κατακτά όλο και περισσότερους λαούς. Ο ομηρικός ήρωας Οδυσσέας, είναι ο τύπος ανθρώπου, που μέσα από περιπετειώδεις αγώνες θεραπεύει και αποκτά τις δώδεκα αρετές και μ’ αυτές ολοκληρώνει οικουμενικά, κάτω απὸ την επικράτεια του ήλιου, το ιδεώδες της καλοκαγαθίας, όπως το διετύπωσε επιγραμματικά ένας από τους επτά σοφούς της Ελλάδας, ο Πιττακός ο Μυτιληναίος.

* * *

Ένας σύγχρονος Αγρινιώτης, παιδιόθεν ζηλωτής της Μυθολογίας και της θάλασσας, ο Γιώργος Σπαρτιώτης, αφιέρωσε τη ζωή του στα δύο αυτά αγαπήματα: Τριανταπέντε ολόκληρα χρόνια ως αξιωματικός του Λιμενικού Σώματος, καθώς ξεφύλιζε τά βιβλία των νόμων και των κανονισμών ή διευθετούσε ευόρκως υπηρεσικά θέματα, ερεθιζόμενος από την αύρα της θάλασσας, δεν έπαυε να στέλλει με τα βλέμματά του κρυφές ερωτικές θωπείες στη γαλήνη της ή με περιπάθεια να σιγοτραγουδάει τον έρωτά του για τη θάλασσα συνοδεύοντας το φλοίσβο των κυμάτων. Συχνά εύρισκε τον εαυτό του "πάνω στ' αλαφροκύματα/ μες του πελάου τα μάκρη/ σα θαλασσόχαρο πουλί/ ν' απλώνει τον καημό του. Κι όταν τρικύμιζε κι ουρανός πυρπολημένος αγκάλιαζε με βιαιοπάθεια τη θάλασσα και απειλούσε να τη αρπάξει στη χώρα των Υπερβορείων, όπως κάποτε ο Βορέας άρπαξε την Ωρείθυια, τη θυγατέρα του Ερεχθέα, του βασιλιά της Αθήνας, ο Γιώργος Σπαρτιώτης, άφηνε το γραφείο και οπτασιασμένος ταξίδευε προς τα πίσω, στα βάθη της Ιστορίας μας, καθώς η φαντασία του οιστρηλατούνταν από τους βρυχηθμούς των κυμάτων, τους ορυμαγδούς της πλημμυρίδας και το πανδαιμόνιο των τυφώνων.

 Κι όταν η ζωή του πρόσφερε τη χαρά της ρέμβης, ο Γιώργος μοναχός, μακριά από τους ανθρώπους, βάδιζε «παρά θῖν’ ἁλὸς ἀτρυγέτοιο», φιλοσοφώντας για το νόημα της διαπάλης μεταξύ ζωής και θανάτου. Η θάλασσα είναι κίνηση, είναι ελευθερία, είναι ζωή. Η στεριά είναι αδράνεια, είναι δουλεία, είναι θάνατος. Αλλά τότε γιατί η θάλασσα χτυπάει αδυσώπητα της στεριά; Ποιος είπε πως μπορεί κάποτε να καταργηθεί ο θάνατος; Εκείνος ο ρομαντικός Ναζωραίος παρομοιάζοντας τον εαυτό του με «ὕδωρ ζῶν», είπε πως είναι ο ίδιος η αλήθεια. Κι αυτός κατάργησε το θάνατο. Και είχε δίκιο, αφού ταύτισε τον εαυτό του με το ύδωρ, με τον πατέρα του τον Ωκεανό. Η θάλασσα γεννάει τη ζωή, αυτή είναι η ζωή και η αλήθεια. Και μόνο ο ποιητής μπορεί να σώσει αυτή την αλήθεια και να την κάμει αισθητή.

Έτσι, όταν η ζωή τον αξίωσε να ζήσει χωρίς τις ψυχοβόρες μέριμνες του υηρεσιακού καθήκοντος, ο Γιώργος Σπαρτιώτης πήρε τους απόμακρους γιαλούς, ακροβατώντας πάνω στη μεθόριο ζωής και θανάτου. Τα αποστρογγυλωμένα οστά της γης, τα βότσαλα, μακάβρια λειψανοθήκη της στεριάς, δεν τα πάτησε, σεβόμενος την ιερότητά τους. Όμως τον οίκτο του τον κέρδισαν κάποια κομμάτια ξύλων, "σκέλεθρα χιλιοχτυπημένα από τα αμέτρητα κύματα και τους βράχους", ("ἁλίκτυπα") ("κῦμα ἁλίκτυπον ἅλμας" Εὐριπίδης, Ἱππόλυτος), έμοιαζαν σα λείψανα αρχαίου ναυαγίου. Ο ρεμβασμός ως ευάρεστη περιπλάνηση της φαντασίας και της σκέψης, είναι ο ανιχνευτής των τοπίων της ελευθερίας. Μάζεψε, λοιπόν, πολλά απ’ αυτά, όσα ραψωδούσαν την οδύσσειά τους μέσα στη φαντασία του περιπατητή, τα συνδύασε με το σκαρί πλοίων, που ο αξιωματικός κατά τη μακρά θητεία του στο Ναυτικό γνώρισε είτε στα βιβλία των σπουδών του είτε στα διάφορα μουσεία είτε και στα πολλά λιμάνια, όπου υπηρέτησε. Και ιδού, μια αξιοθέατη συλλογή σκαριφημάτων, η οποία αναπαριστά ολόκληρη την εποποιία του ανθρώπου στον ανειρήνευτο αγώνα του να κατακυριεύσει τη γη μέσα από τη θάλασσα, θραύοντας τα δεσμά του και κατακτώντας ηρωικά την ελευθερία του.

Στην έκθεση των έργων του Γ.Σπαρτιώτη, η οποία είχε τον τίτλο "Καράβια από αλίκτυπα ξύλα" και έγινε από 22 Μαϊοτ έως 2 Ιουνίου 2001 στις αίθουσες Τέχνης (Ξενοφώντος 7, Σύνταγμα) του Πολιτιστικού Οργανισμού του Δήμου Αθηναίων, είχαμε τη χαρά να ζήσουμε το παιγνίδι της φαντασίας ενός ερασιτέχνη (εραστή της τέχνης) και ονειροπόλου Έλληνα ευλογημένο από την αγάπη και τον ίμερο της ψυχής για την παιδική αθωότητα. Ο Γιώργος Σπαρτιώτης παίζοντας με τα αλίκτυπα ξύλα της τρικυμίας και της ερημιάς, δεν φιλοδοξεί να πολιτογραφηθεί στη χώρα των καλλιτεχνών. Ο άνθρωπος έχει δύο ιδιότητες, απότοκες της πνευματικής του ουσίας, που τον ξεχωρίζουν από τα άλλα έμβια όντα: το γέλοιο και το παιγνίδι. (homo ridens και homo ludens). Με αυτό το εξαίσιο παιγνίδι της φαντασίας του ο Γ. Σπαρτιώτης, αφαιρώντας μεθοδικά από τις εποπτείες του όλο τον φόρτο των χρηστικών λεπτομερειών, συγκράτησε μονάχα την ουσία και την απέδωσε με αδρές γραμμές σαν σκίτσο, σαν επιτύμβιο επίγραμμα, για κάθε τύπο πλεούμενου. Έχοντας ξεφορτώσει τα πλεούμενα από την πολυτέλεια των λεπτομερειών τους, και παρουσιάζοντας το σκελετό τους, ο δημιουργός, όπως λέει ο Έλληνας φιλόσοφος Κώστας Αξελός, δείχνει "ατάραχη σοφία που αντιμετωπίζει τις στιγμές του χρόνου με ειρωνεία και θλίψη". Τότε ο χρόνος του δημιουργού γίνεται ειρωνικός και σκυλεύει τα όπλα της αλαζονικής δύναμης, αφήνοντας στην ευσπλαχνία τη μνήμης τον τραγικό ρόλο της γέννησης της σκέψης. Αυτό τελικά είναι το κέρδος εκείνων, που θα συναντηθούν και με το σκοπό της τέχνης του Γ. Σπαρτιώτη.

Τα έργα που εκτέθηκαν ήταν συνολικά 83. Απ' αυτά τα 73 εξεικόνιζαν διάφορους τύπους πλοίων, με τους οποίους είναι συνδεδεμένη η ιστορία του έθνους μας από καταβολής του μέχρι σήμερα: Τριήρεις, αρχαϊκά ιστιοφόρα, το πλοίο του Αινεία, του Οδυσσέα, του Μενίππου, πλοία των Βίκιγκς, ιστιοφόρα με λατίνι, ιστιοφόρα με τραπεζοειδῆ ιστία, γολέτες, φελούκες, φρεγάτες, το Σάντα Μαρία του Κολόμβου, καραβέλες, σκούνες, δίκροτα, μπρίκια, βυζαντινά πλοία, κλίππερ, καγιάκ, γόνδολες, υπερωκεάνεια, μικρά φορτηγά, λίμπερτυ, ωκεανοπόρα, μεσογειακά, ποστάλια, κρις-κραφτ, ναυαγοσωστικά, και άλλα δέκα έργα με φιγούρες από διάφορα όντα, όπως θηρία της θάλασσας, εξωτικά, πουλιά (ερωδιός, τσικνιάς, αετός και φίδι κλπ.).

Ο φιλότεχνος και φιλοεθνής επισκέπτης της Εκθέσεως καταλαβαίνει εύκολα ότι δεδηλωμένος σκοπός του δημιουργού αυτών των έργων δεν είναι άλλος από την παιγνιώδη και εποπτική μνημείωση ολόκληρης της ναυτικής εποποιίας των Ελλήνων. Ο κάθε μέτοχος αυτής της   εποπτείας αναβαπτίζεται στην κολυμβήθρα της παιδικής αθωότητας και παρακινείται να γίνει συμπαίκτης του δημιουργού. "Αἰών παῖς ἐστι παίζων, πεσσεύων· παιδὸς ἡ βασιλῄη" φθέγγεται ὁ Ἡράκλειτος. Δηλ. σ' ολόκληρη τη διάρκεια της ζωής μας, μένουμε παιδιά, που παίζουν, ρίχνοντας τά ζάρια εδώ κι εκεί. Ἑνὸς παιδιού ἡ βασιλεία. Ο Γ. Σπαρτιώτης με τα δημιουργήματά του συνέλαβε την κίνηση της ολότητας του έθνους και η κίνηση αυτή είναι ο χρόνος του.  Η ηλικία του χρόνου, παρά την αιώνια διάρκειά του, παραμένει για τον κάθε δημιουργό πάντοτε παιδική.

 Για την ευρύτερη, τη λαϊκὴ μορφωτική προσφορά της Έκθεσης θα χρειαζόταν ίσως κι ένα μικρό φυλλάδιο με σύντομες πληροφορίες για κάθε τύπο πλοίου. Έτσι η Έκθεση θα μπορούσε να χρησιμεύσει και ως διδακτικό εποπτικό υλικό των σχολείων μας. Στον εμπορικό στόλο ελληνικής πλοιοκτησίας, που είναι ο πρώτος στόν κόσμο, λίγοι Έλληνες συμπληρώνουν τα πληρώματά του. Είναι εθνική ανάγκη όχι μόνον όλα αυτά τα πλοία να είναι γραμμένα στον ελληνικό νηολόγιο, αλλά και όλα τα πληρώματά τους να αποτελούνται από Έλληνες. Γιατί μόνο μέσω της θάλασσας θα επιτύχει η Ελλάδα να ξαναγίνει δυνατή και μεγάλη. Και μεγάλη θα γίνει, μόνον, όταν αυτή τη φιλοδοξία την αποκτήσουν οι νέοι. Αυτό το νόημα έχουν και οι στίχοι από την ωδή του Κάλβου ("Ο Ὠκεανός"), όπου ο ποιητής βλέπει την Ελευθερία να παρακαλεί τον πατέρα της τον Ωκεανό να της ξαναδώσει τον ένδοξον θρόνον, που είχε κάποτε στην Ελλάδα.

"Ἔνδοξον θρόνον εἶχον

εἰς τὴν Ἑλλάδα· τύραννοι

προ πολλοῦ τὸν κρατοῦσι·

σήμερον σὺ βοήθησον,

δὸς μου τὸν θρόνον".

 Δημοσθένης Γ. Γεωργοβασίλης

----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

* Δημοσιεύτηκε και στo περιοδικό "Ρίζα».